Αρθρα και Νέα του ΠΑΣΙΔΙ

ΑγγλοΕλληνικό Λεξικό ιστιοπλοικής ορολογίας

Abacus = καθρέπτης, παπαδιά, άβακας
Aft = προς τα πίσω, προς την πρύμη, πρύμα
Aftguy = σκότα του μπαλονόξυλου, γκάης
Ahead = προς τα εμπρός, (κίνηση) πρόσω
Anchor = άγκυρα (dropanchor, layanchor = φουντάρω άγκυρα)
Anchorage = αγκυροβόλιο, αγκυροβολία
Anchorwell = στρίτσο
Astern = προς τα πίσω, ανάποδα
Avast = αγαντάρω, αγάντα
Babystay (smallforestay) = μεσοπρότονος, επίδρομος (σε τύπο εξάρτησης masthead)
Backstay = επίτονος
Backtensioner = εντατήρας του επίτονου
Backwash = αντιμάμαλο
Backwinding = αντιανέμωση
Baleen = μπανέλα
Ballast = έρμα
Barometer = βαρόμετρο
Bay = όρμος
Beaching = προσάραξη
Beacon = φάρος, αλεώριο
Beam = μέγιστο πλάτος σκάφους
Beamreach = πλαγιοδρομία
Bear = προσανατολίζομαι, κατευθύνομαι
Bearaway = ποδίζω (στρέφω αντίθετα προς τον άνεμο)
Bearoff = ποδίζω
Bearing = διόπτευση
Beat = όρτσα
Belly = γάστρα
Bellyout = (για ιστία) φουσκώνω, γεμίζω αέρα
Berth =χώρος ελλιμενισμού, θέση δεσίματος, ρεμέτζο, κουκέτα
Berthage = θέση παραβολής σκάφους, τέλη ελλιμενισμού
Berthingbow-on = πλωριοδετώ, πλωριοδέτηση
Berthingstern-to = πρυμνοδετώ, πρυμνοδέτηση
Bilge = σεντίνα (κούτσα)
Bimini = η τέντα πάνω από το τιμόνι
Binoculars = κιάλια
Blast = συριγμός (shortblast = βραχύς συριγμός, prolongedblast = μακρός συριγμός)
Block = ράουλο, καρούλι, μακαράς
Boardingladder = πασαρέλα
Bollard = δέστρα σκάφους
Boom = μάτσα
BoomVang = πολύσπαστο μάτσας, βέντο της μπούμας (χειριστήριο της μαΐστρας που λέγχει την γωνία της μάτσας με το κατάρτι)
Bottom = βυθός, γάστρα, ύφαλα ή βρεχάμενα
Bow = πρώρα, πλώρη, μάσκα, κυρτώνω, λυγίζω
Bower = άγκυρα μάσκας
Bowroller = ράουλο στην πλώρη από όπου περνάει η καδένα και στέκεται η άγκυρα
Bowsprit = μπαστούνι
Bowcompass = διαβήτης με μοιρογνωμόνιο

Bowroller = ράουλο στην πλώρη του σκάφους από το οποίο διέρχεται η καδένα της άγκυρας κατά την πόντιση και την ανέλκυση της και στο οποίο <<κάθεται>> η άγκυρα μετά την ανάσυρση της
Breakwater = κυματοθραύστης
Broach = καπάντισμα, το ανεξέλεγκτο ορτσάρισμα ή πόδισμα του σκάφους με ταυτόχρονη πολύ μεγάλη κλίση και ταλάντωση του
Broadreach = λασκάδα, ανοιχτή πλαγιοδρομία
Bulkhead = μπουλμές
Buoy = σημαντήρας
Cabin = καμπίνα
Cabinesole = πανιόλα
Cabintop = φάλκα
Cable = παλαμάρι, συρματόσχοινο, κάβος
Camelbackseat = το ανασηκωμένο κάθισμα του τιμονιέρη
Cape = ακρωτήριο
Catamaran = τύπος σκάφους με δύο κήτη
Chain = αλυσίδα
Chainplate = ξαρτόριζα
Channel = δίαυλος, κανάλι
Chartroom (table) = θάλαμος (γραφείο) πλοήγησης
Checkstays = βαρδάρια (στα σκάφη τύπου fractional)
Cleat = δέστρα, κοτσανέλο
Clew = το πρυμνιό πορτούζι των πανιών
Closehaul = όρτσα, εγγυτάτη
Coast = ακτή
Coastline = ακτογραμμή, ακτή
Cockpit = χαβούζα, χώρος πηδαλιούχου
Coil = ντουκιάζω
Compass = πυξίδα
compassrose = ανεμολόγιο
Cove = ορμίσκος
Craft = σκαρί
Cunningham = χειριστήριο της μαΐστρας που φερμάρει ή λασκάρει το γραντί
Cupshrouds = παταράτσα
Current = ρεύμα (θαλάσσης), ρεύμα (ηλεκτρικό)
Cutter = τύπος σκάφους με ένα άλμπουρο και δύο τζένοες
Deadrun = πρύμα, κατάπρυμα
Deck = κατάστρωμα, ‘’κουβέρτα’’
Deckmount = η βάση του ιστού
Decklight = σπιράγιο, υπερκατασκευή
Depth = βάθος
Deviation = παρεκτροπή
Dinghy = μικρό βοηθητικό σκάφος
Disembark = αποβιβάζω, αποβιβάζομαι
Displacement = εκτόπισμα
Downwind = κατά την φορά του ανέμου
Draft = βύθισμα
Draught of a ship = βύθισμασκάφους
East = ανατολή
Ebb = άμπωτη, ρηχία, υποχωρώ
Eddies = δίνες

Embark = επιβιβάζω, επιβιβάζομαι, μπαρκάρω
Eyelet = πορτούζι
Fairway = δίαυλος
Fairwind = ούριος άνεμος
Fallingoff = ποδίζω
Fast = δένω, φερμάρω
Fend = αγαντάρω, μπαλόνι για την προστασία σκάφους στην προβλήτα
Fetch = η έκταση της θάλασσας πάνω στην οποία πνέει ο άνεμος με την ίδια διεύθυνση και ταχύτητα, η απόσταση που πρέπει να διανύσει σκάφος για να ξανοιχτεί.
Fieldglasses = κιάλια
Fin = πτερύγιο
Flag = σημαία
Flatteningreef = μίνι μούδα (στην μαΐστρα)
Flood = πλημμυρίδα, πλημμύρα
Floorboards = πανιόλα
Flowerpot = γλάστρα, γάστρα
Foldingpropeller = έλικα με αναδιπλούμενα πτερύγια
Foghorn = μπουρού
Foot = ποδιά
Fore = πλώρα
Forestay = πρότονος
Fractional = τύπος σκάφους sloop στο οποίο ο πρότονος καταλήγει χαμηλότερα από την ορυφή του άλμπουρου
Freeboard = έξαλα

FullBattened (mainsail) = μαΐστρα στην οποία έχουν τοποθετηθεί μπανέλες σε όλο το μήκος του πανιού (βοηθούν στην διατήρηση καλού σχήματος και στο μη πλατάγισμα του αετού της μεγίστης)
Furling = σύστημα τυλίγματος και μαζέματος των πανιών
Gangway = πασαρέλα
Gennaker = είδος ασύμμετρου μπαλονιού
Genoa = τζένοα, είδος μεγάλου φλόκου (επικάλυψη 100% και άνω)
Gooseneck = σύστημα που επιτρέπει την κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις από κάποιο συγκεκριμένο σημείο. Συνήθως συνδέει την μάτσα με τον ιστό.
Grating = γραδελάδα
Groundding = προσάραξη
Gulf = κόλπος
Gust = ριπή (ανέμου)
Guy = σκότα σπινακόξυλου, σοφράνο σκότα του μπαλονιού, σκότα η οποία ρυθμίζει την γωνία του σπινακόξυλου ως προς τον φαινόμενο αέρα
Gybe (ή jibe)= υποστροφή, τσίμα
Halyard = μαντάρι
Handrail = ρέλια
Harbour = λιμάνι
Hatch = χατς, κάσαρο
Hausehole = όκκιο
Haven = λιμάνι
Head = πλώρη, κορυφή πανιού, κεφαλή ιστού
Headsails = πανιά πλώρης (τζένοες, φλόκοι)
Headstay = πρότονος
Headup = ορτσάρω
Heel = κουπαστάρω, κουπαστάρισμα
Helm = τιμόνι
Helmsman = τιμονιέρης, πηδαλιούχος
Helmstock = λαγουδέρα
Hoist = βιράρω, σηκώνω, ανεβάζω, παλάγκο
Hold = κράτει (μηχανή)
Hulk = πλωτή αποβάθρα
Hull = γάστρα, κύτος
In irons = κατάορτσα
Intermediate shroud = μαγγιόρο
Island = νήσος
Islet = νησίδα
jetty = προβλήτα
Jib = φλόκος
Jib boom = ‘’μπαστούνι’’
Jibe ( ή gybe)= υποστροφή, τσίμα
Jolly = μικρή λέμβος
Keel = καρίνα (ή καρένα ή τροπίδα)
Long keel (heavy keel) = σκάφη με μακριά και βαριά καρίνα
Semi keel = σκάφη με καρίνα μισή σε σχέση με τα long keel
Fin keel = σκάφημεκαρίνασανπτερύγιο (fin)
Ketch = τύπος σκάφους με δύο άλμπουρα
Knot = κόμβος
Lagoon = λιμνοθάλασσα
Lane = δίαυλος
Lateen = λατίνι, σκάφος με τριγωνικό πανί στηριγμένο πάνω σε αντένα
Latitude = γεωγραφικό πλάτος
Lazaretto = μπαλαούρο, αποθηκευτικός χώρος υλικών στην πρύμη του σκάφους
Leech = ‘’αετός’’
Leeward = υπήνεμος, σταβέντο
Leeway = γωνία εκπεσμού
Life-buoy = σωσίβιο
Life-jacket = σωσίβιο περιστήθιο
Life-quard = ναυαγοσώστης
Liferaft = πνευστή σωσίβια σχεδία
Lifewest = σωσίβιο γιλέκο
Light = πυρσός
Lightbuoy = φωτοσημαντήρας
Lighthouse = φάρος
Locker = μπαλαούρο, λαζαρέτο
Longitude = γεωγραφικό μήκος
Lower = μαϊνάρω, μάϊνα, κατεβάζω, χαμηλώνω
Luff = γραντί, ορτσάρω, προσάγω
Luffup = ορτσάρω
Mainboom = μάτσα
Mainsail = μεγίστη
Mainsheet = σκότα μαΐστρας
Mainshroud = παράτονος, παταράτσο
Mainstay = στράντζος (μαΐστρας), κύριο στήριγμα
Mast = ιστός, άρμπουρο, κατάρτι
Masthead = κορυφή ιστού, σκάφος sloop στο οποίο ο πρότονος καταλήγει στην κορυφή του άλμπουρου
Maststep = σκάτζα
Mole = μόλος, λιμενοβραχίονας
Moor = πρόσδεση, αγκυροβολώ, πλευρίζω, ρεμετζάρω
Mooring = πρόσδεση, πρυμνοδέτηση, αγκυροβολία
Mooringbuoy = σημαδούρα, τσαμαδούρα
Navigation = ναυτιλία
North = βορράς
Offshore = αρόδου
Outhaul = το σχοινί το οποίο δένεται στο πρυμνιό πορτούζι της μαΐστρας μέσω του οποίου τεντώνει η ποδιά
Peninsula = χερσόνησος
Pilot = πλοηγός
Piloting = πλοήγηση
Plank = πασαρέλα
Port = λιμάνι
Porthole = φιλιστρίνι
Portlight = παραφωτίδα
Position = θέσης, στίγμα
Propeller = προπέλα
Pulpit = μπαλκόνι πλώρης
Pushpit = μπαλκόνι πρύμης
Quarter = γοφός
Quay = κρηπίδωμα
Raft = σχεδία
Rampart = πεντένι
Reacher = είδος μπαλονιού (πανιού)
Reef = μούδα, μουδάρω, ξέρα, ύφαλος
Reefing = μουδάρισμα, σύστημα τυλίγματος και μουδαρίσματος των πανιών
Slabreefing = το συμβατικό σύστημα μουδαρίσματος της μαΐστρας με σειρές από
σαμαντάλια
In-boomreefing (furling) = το σύστημα μουδαρίσματος/τυλίγματος της
μαΐστρας στην μάτσα
In-mastreefing/furling = το σύστημα μουδαρίσματος/τυλίγματος της
μαΐστρας μέσα στο κατάρτι
Reefpoints = τσαμαντάλια
Rig = εξάρτηση, άρμενα, αρματώνω
Rigging = αρματωσιά, εξαρτισμός
Rip = αντιμάμαλο, πίτυλος
Roach = ‘’αετός’’, η καμπύλη επιφάνεια του πανιού η οποία εκτείνεται προς τα έξω σε μία νοητή γραμμή από την κορυφή μέχρι το clew της μαΐστρας
Roll = ράουλο
Roller = ράουλο
Rollerreefing = σύστημα τυλίγματος (μουδαρίσματος) των πανιών
Rubbingstrake = ‘’ζωνάρι’’
Rudder = πτερύγιο πηδαλίου
Runner = είδος μπαλονιού (πανιού)
Running = δευτερόπρυμα
Running backstays = βαρδάρια
Running stays = βαρδάρια
Sail = πανί, ιστίο, ιστιοφόρο πλοίο, ιστιοπλοΐα, ιστιοδρομώ
Sailer = ιστιοφόρο σκάφος
Sailing = ιστιοπλοΐα
Sailor = ναυτικός
Schooner = σκούνα, γολέτα, τύπος σκάφους με δύο άλμπουρα
Scupperholes = μπούνια
Shackle = ναυτικό κλειδί
Sheet = σκότα
Shove = αβαράρω, απωθώ, σπρώχνω
Shroud = ξάρτι
Mainshrouds = παταράτσα
Intermediateshrouds = μαγγιόρα
Sideberthing = πλαγιοδέτηση
Sidestay = μαγγιόρο
Single–linereefing = μουδάρισμα που γίνεται με το τράβηγμα ενός μόνο σχοινιού
Sinking = βύθισμα
Skipper = καπετάνιος, κυβερνήτης (μικρού σκάφους)
Slabreefing = το συμβατικό σύστημα μουδαρίσματος της μαΐστρας με σειρές από σαμαντάλια
Slot = διάκενο (τούνελ) μεταξύ τζένοας και μαΐστρας, σχισμή, εγκοπή, χαραμάδα
Sloop = τύπος σκάφους με ένα κατάρτι
Snapshackle = ναυτικό κλειδί
South = νότος
Spinnaker = είδος πανιού ‘’μπαλόνι’’
Spinnakerboom = σπινακόξυλο, μπαλονόξυλο
Spinnakerboomcup = καμπάνα μπαλονόξυλου
Spinnakerpole = σπινακόξυλο, μπαλονόξυλο

Spinnakertube = κυλινδρικό εξάρτημα για το μάζεμα του μπαλονιού μέσα σε αυτόν.
Splicing = ματισιά
Sprayhood = μικρή τεντίτσα η οποία προφυλάσσει την είσοδο της φάλκας αλλά και μέρος του cockpit από το σπρέυ της θάλασσας
Spreader = σταυρόςιστού
Springs = λεντίες
Springlines = λεντίες
Squelch = ηχητικό παράσιτο
Squall = σπηλιάδα, μπουρίνι
Stanchion = κολωνάκι, ορθοστάτης
Stanchionslines = ρέλια
Staysail = βελαστράλι, ο δεύτερος (πίσω) φλόκος
Steer = τιμόνι
Steering wheel = τιμόνι (ρόδα)
Steersman = τιμονιέρης
Stern = πρύμηήπρύμνη
Stern lines = πρυμάτσες
Storm = Θύελλα
Storm jib = φλόκοςθυέλλης
Stranding = προσάραξη
Strob light = στροβοσκοπικόφως
Sunk = κοίλο φάτνωμα, βυθισμένος, φουνταρισμένος
Sunken = ύφαλος, βυθισμένος, φουνταρισμένος
Swell = αποθαλασσία
Tack = τακ, αναστροφή, ποδάρι
Takedown = κατεβάζω, μαϊνάρω
Tender = βοηθητικό σκάφος
Tensioner = εντατήρας
Telltales = τα ανεμούρια των πανιών, μαλάκια, νήματα
Tige = παλίρροια
Tiller = λαγουδέρα
Toerail = μπαστιχάγιο
Toggle = κοτσανέλο
Top = τζούντα
Toppinglift = μπαλατσίνι
Topsail = το επάνω (τριγωνικό) πανί πάνω από την μεγίστη σε παλιά κυρίως σκάφη
Towage = ρυμούλκηση, έξοδα ρυμούλκησης
Track = βαγονάκι (τζένοας)
Trainingrun = (πλεύση) δευτερόπριμα
Traveler = βαγονάκι (μαΐστρας)
Trimaran = τύπος σκάφους με τρία κήτη
Trim = διευθετώ τα πανιά ανάλογα με τον άνεμο ώστε να παραχθεί η μεγαλύτερη δυνατή δύναμη πρόωσης (σε πλοία ή αεροσκάφη : κατανέμω φορτίο ή επιβάτες ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία)
Trimming = ρύθμιση πανιών ιστιοφόρου, σωστή κατανομή του φορτίου
Troeband = κάβος
Trysail = μαΐστρα θυέλλης
Turnbukles = εντατήρας συρματόσχοινων

Turningblocks = ράουλα που αλλάζουν την γωνία που καλούν τα σχοινιά. Συνήθως αποτελούν συστάδα τροχαλιών ασφαλισμένη πάνω στο σκάφος και οδηγούν τα σχοινιά των χειριστηρίων των πανιών στα φρένα
Twist = η μεταβολή της γωνίας που πέφτει ο άνεμος επάνω στον αετό του πανιού από ην ποδιά μέχρι την κορυφή του.
Underwaterparts = ύφαλα
Uphaul = σχοινί ή παλάγκο που χρησιμοποιούμε για να σηκώσουμε αντενοκάταρτα όπως π.χ. το σπινακόξυλο, το μαντάρι του σπινακόξυλου
Upwash = η αλλαγή της διεύθυνσης του ανέμου λίγο πριν συναντήσει τα πανιά
Upwind = όρτσα
Variation = απόκλιση
Vessel = σκάφος
Warp = κάβος, στημόνι, τόνος, καρλίνι, πετσικάρισμα, στρέβλωση
Waterline = ίσαλος γραμμή
Weather = καιρός,
Weathercock = ανεμοδείκτης
Weathervane = ανεμοδείκτης
West = δύση
Whalebone = μπανέλα
Whipping = φίμωμα
whirlwind = ανεμοστρόβιλος, σίφουνας
Winch = βιντζιρέλο, εργάτης
Winchhandle = μανέλα
Wind = άνεμος
Windgauge = ανεμόμετρο
Windex = όργανο που δείχνει τον Φαινόμενο Άνεμο του σκάφους (συνήθως στην κορυφή του άλμπουρου)
Windgauge = ανεμόμετρο
Windlass = εργάτης άγκυρας
Windsleeve = ανεμούριο
Wind-vane = (περιστροφικός) ανεμοδείκτης
Windward = προσήνεμος, σοφράνο πλευρά, ορτσαρισμένος
Yacht = θαλαμηγός, κότερο
Yawl = τύπος σκάφους με δύο άλμπουρα

google-site-verification: google4dc3a8990fdc5417.html G-F0EYY2HBGF