Το γράμμα “Κ”

. Μέρος 1ον από 7 .
***Κάππα : Το γράμμα “Κ”, που στα σήματα “μορς” αντιστοιχεί με το γράμμα “K”, σημαίνεται με παύλα – τελεία -παύλα ( – . – ) και σημαίνει “Επιθυμώ να επικοινωνήσω μαζύ σας” ή “Πρόσκληση για μεταβίβαση”. Το έγχρωμο σημείο (σημαία), που σηκώνουμε στον ιστό, από το σηματοθέσιο, είναι μια σημαία, που το μισό της μέρος (το φέρον τα σημεία ανακρεμάσεως) έχει κίτρινο χρώμα , το δε ελεύθερο που κυματίζει (το άλλο μισό), έχει μπλέ χρώμα. Η φωνητική του παράσταση στα ελληνικά είναι “ΚΕΝΟΝ” και διεθνώς “KILO”.
***Καβάκι (το): Λέμε την μικρή προεξοχή της ακτής στην θάλασσα.
***Καβαλλέτο (το): Το “ικρίωμα/σκαλωσιά” (βλέπε λέξεις) στήριξης του μηχανισμού του χειροκίνητου πηδαλίου. “Καβαλλέτα” λέγαμε και τα υποστηρίγματα, σε σχήμα ¨”Π”, που χρησιμοποιούσαμε στη Σχολή, για να αποθέσουμε τις λέμβους αγώνων, μετά τις παιδιές.
***Καβάντζα (η): Η κοινή ονομασία της “επικάλυψης” (βλέπε λέξη). Αυτό που προνοούμε να έχουμε “επί πλέον” για να καλύψουμε τυχόν ανάγκες μας.
***Καβατζάρω: Ακούγεται και “καβεζάρω”.Σημαίνει περιπλέω, παραλλάσσω, παρακάμπτω, πχ καβατζάρω τον κάβο, δηλαδή ,περιπλέω τον κάβο, περνάω τον κάβο, παρακάμπτω τον κάβο. Επίσης φέρνω τον κάβο απ΄ την μια πλευρά στην άλλη του πλοίου.
***Καβίλια (η): Κοινή ονομασία του εργαλείου, που ονομάζεται “κέστρα” (βλέπε λέξη) και χρησιμεύει στη σχοινοπλοκία.
***Καβίλιες (οι): Λέγονται οι ακτίνες του τιμονιού (της ρόδας), που τιμονεύει το σκάφος ή και γενικά οι ακτίνες κάθε τροχού.
***Καβίλια κεστρωτή (η): Η βραχεία “αμμάτιση” (βλέπε λέξη).
***Καβιτέλλο (ο): Ο “σημαντήρας” (βλέπε λέξη) Τον συνάντησα και με την ονομασία “καβιτέλλο”.
***Καβοδεσία (η): Η πρόσδεση/λύση, από “καβοδέτη” (βλέπε λέξη) των κάβων του πλοίου, στον προβλήτα κατά τον κατάπλου/απόπλου του.
***Καβοδέτης (ο): Ο εντεταλμένος λιμενεργάτης, που χειρίζεται τους κάβους του πλοίου στον προβλήτα, κατά τον κατάπλου/απόπλου του σκάφους.
***Καβολάργανο (το): Η κοινή ονομασία του “περίτροχου” (βλέπε λέξη). Σχοινί με ενωμένα άκρα, που χρησιμεύει σαν ιμάντας και μας βοηθάει, να έλξουμε ογκώδη κάβο/καδένα, με τον «εργάτη/βαρούλκο» (βλέπε λέξεις).
***Κάβος (ο) : Κοινή ονομασία του “ακρωτηρίου” (βλέπε λέξη). Άλλες ονομασίες που δίνονται στους “κάβους” είναι: “άκρα”, “κεφαλή”, “γλώσσα” και “πούντα” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κάβος (ο): : Χοντρό και με αντοχές σχοινί, που το χρησιμοποιούμε για να δέσουμε το πλοίο σε μια λιμενική εγκατάσταση. Το λέμε και “ρεμέτζο”, “τόνο”, “κάλως” ,”γούμενα”, “παλαμάρι” και “καλώδιο” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις). Η ονομασία “κάβος” έχει επικρατήσει, για να εκφράσει τα σχοινιά, που χρησιμοποιούμε στο πλοίο για το δέσιμο/ρεμιτζάρισμα. Επίσης θυμάμαι ότι, όταν θέλαμε να “λύσουμε” τους κάβους απ΄την στεριά, λέγαμε το κέλευσμα “μόλα όλα” ή ¨μόλα κάβο” ή “μόλα” ή “μπάντου”. Επίσης την λέξη «κάβο» την χρησιμοποιούμε στην έκφραση “παίρνω κάβο”, που σημαίνει ότι “παίρνω είδηση/χαμπάρι” .
***Κάβος απόγειος (ο): Κοινώς “πρυμάτζα”. Το χοντρό σχοινί που δίνουμε όταν πρυμνοδετούμε το πλοίο. Το λέμε και “παλαμάρι” (βλέπε λέξη).
***Καβοσύρτης (ο): «Σύσπαστο» , το κοινώς “παλάγκο”, που το χρησιμοποιούμε στην άκρη του «αγόμενου» άλλου παλάγκου, για να αυξήσουμε την ελκτική μας δύναμη.(Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καβούκι (το): Η κοινή ονομασία του “όστρακου” (βλέπε λέξη).
***Κάβουρας (ο): Το λέμε και «παπαγάλο». Εκτός απ΄το γνωστό μας θαλασσινό, ονομάζεται έτσι και ένα εργαλείο, για βίδωμα/ξεβίδωμα, που διαθέτει ρυθμιζόμενη λαβίδα, προκειμένου να προσαρμόζεται στο πάχος του αντικειμένου.
***Καβούρι (το): Εκτός του γνωστού μας θαλασσινού κάβουρα, λέμε και στην κοινή ναυτική γλώσσα, την άγκυρα με “νύχια” και ειδικά αυτές που δεν έχουν “στύπο”, τις “άστυπες” (βλέπε λέξεις).
***Καβουρολόγος (ο): Βλέπε παρακάτω “καβουροσύρτης”.
***Καβουροσύρτης (ο): Ονομάζεται και “καβουρολόγος” (βλέπε λέξη). Εργαλείο της ψαρικής για να συλλέγουμε καβούρια.
***Καγιάκ (το): Ελαφρότατα πλεούμενα των εσκιμώων για το ψάρεμα και όχι μόνον. Έχουν μήκος περί τα 6 μ. και κωπηλατούνται με ένα «κουπί» ,που έχει δύο «παλάμες» από έναν και μόνο κωπηλάτη.΄Ο τύπος του “καγιάκ” χρησιμοποιείται και για λεμβοδρομίες και ψυχαγωγία.(Βλέπε λέξεις).
***Καγκελαρία (η): Η γραμματεία.
***Κάγκελο (το): Η κοινή ονομασία της “κιγκλίδας” (βλέπε “κιγκλίδωμα” παρακάτω) .Γράφεται και “κάγκελλο”.
***Καδένα (η): Η κοινή ονομασία της “αλυσίδας” (βλέπε λέξη), στη γλώσσα των ναυτικών.
***Καδέρνο (το): Το κοινό “τετράδιο”.
***Κάδος (ο): Κοινώς “μπουγέλο”. Αγγείο ρευστού υγρού. Άλλες ονομασίες που το συναντούμε είναι: “Κουβάς”, “Αντλίον”, “Γερδέλι” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καδρόνι (το): Ξύλινος στύλος, δοκάρι τετράγωνης ή ορθογώνιας τομής.
***Καζάνι (το): Η κοινή ονομασία του “λέβητα” του πλοίου (βλέπε λέξη).
***Καζαντζής (ο): Ο κατασκευαστής καζανιών, ο λεβητοποιός.
***Καζάρμα (το): Το “στρατόπεδο”. Τόπος όπου είναι εγκαταστημένες μονάδες των Ενόπλων Δυνάμεων.
***Καθαλάτωση (η): Η επικάλυψη των εσωτερικών τοιχωμάτων του ατμολέβητα με άλατα και η ενέργεια αφαίρεσης των αλάτων.
***Κάθαμμα (το): Είδος δεσίματος, που συνδέει δύο σχοινιά ή στερεώνει ένα σχοινί με την “γάσα” του (βλέπε λέξη) σ΄ένα δοκάρι. Είναι και το κομπόδεμα.
***Καθαίρεση (η): Το οποιοδήποτε κατέβασμα. Χρησιμοποιείται πολύ, στο κατέβασμα των λέμβων στη θάλασσα π.χ. λέμε “καθαίρεση πετρελαιακάτου” και όχι “κατέβασμα πετρελαιακάτου”.
***Καθαίρεση από τον βαθμό (η): Η αφαίρεση στρατιωτικού αξιώματος. Πολύ βαριά ποινή.
***Καθαιρώ: Ρίχνω κάτω βίαια, κατεβάζω κάτω, υποστέλλω. Υπάρχει και το ρήμα “καθαίρω” (με αλλαγή στον τονισμό) αλλά σημαίνει “καθαρίζω/εξαγνίζω”.
***Καθαιρώ το «επιστήλιο»: Παίρνω κάτω το “τσιμπούκι” (βλέπε λέξεις).
***Καθαιρώ το ιστίο: «Μαϊνάρω» το πανί (βλέπε λέξη).
***Κάθαμμα (το): Κοινώς “ράμμα” (βλέπε λέξη). Γίνεται με λεπτό σχοινί, για να συνδέσουμε δυο σχοινιά με τις γάσες τους ή τα ψέλια/ροδάτζες τους ή να στερεώσουμε ένα αντικείμενο σε δοκάρι.
***Καθάπτω: “Κοτσάρω”, “Προσδένω” π.χ. δένω κάβο (βλέπε λέξεις).
***Καθαρή χωρητικότητα (η): Είναι η χωρητικότητα του πλοίου μετά την αφαίρεση, από την “ολική χωρητικότητα”, των “εκπιπτόμενων χώρων”, όπως οι χώροι διαμονής/ενδιαίτησης του πληρώματος, των αποθηκών κλπ.
***Καθαρισμός (ο): Κοινώς το καθάρισμα, το πάστρεμα, το πλύσιμο. Δουλειά επιβεβλημένη για την καλή λειτουργία του σκάφους.
***Καθαρισμού κοίλου, φυσίγγι (η): Τύπος φυσίγγης, που την χρησιμοποιούμε σε περίπτωση αφλογιστίας, για να καθαρίσουμε τον σωλήνα του πυροβόλου.
***Κάθαρση (η): Κοινώς “καραντίνα” (βλέπε λέξη παρακάτω).
***Κάθαρσης, αγκυροβόλιο (το): Κοινώς “λαζαρέτο” ,το επίσημα αποκαλούμενο “λοιμοκαθαρτήριο” (βλέπε λέξεις). “Κάθαρση” ενός πλοίου χρειάζεται να γίνει, για να αποφευχθεί, η δια θαλάσσης μετάδοση λοιμωδών νόσων.
***Κάθαρσης σήματα (τα): Την ημέρα η “κίτρινη” σημαία και την νύχτα το κόκκινο φως πάνω από το λευκό φως, (βλέπε και παρακάτω “καραντίνα”)..
***Καθέκτης (ο): Κοινώς το “καπάκι” (βλέπε λέξη παρακάτω). Ένα κατασκεύασμα που φράζει τα ανοίγματα των καθόδων στο εσωτερικό του σκάφους για ευνόητους λόγους.
***Κάθεμα (το): Το “έκταμα”, το “καλούμο” (βλέπε λέξεις).
***Καθέλκυση (η): Επίσημα η “καθολκή” (βλέπε λέξη παρακάτω). Κοινώς το ρίψιμο του σκάφους στο νερό, από το ναυπηγείο, είτε νεότευκτου είτε επισκευασθέντος .
***Κάθες: Κοινώς η “καλούμα” (βλέπε λέξη παρακάτω). Το κέλευσμα “κάθες”, δεν ακούγεται πλέον. Λεγόταν όπως, “κάθες τον κάβο”, που σήμαινε “άφησε τον κάβο σιγά-σιγά, ελεγχόμενα, να χαλαρώσει λίγο”. Αντικαταστάθηκε με το “καλούμα”. Το κεντρικό νόημα είναι “άφησε λίγο το σχοινί να φύγει”, όχι “κόψε”, ούτε “άστο εντελώς”.
***Κάθετη μορφή πλώρης (η): Η γραμμή της πλώρης (“στείρα”/”κοράκι”/”ποδόστημα πλώρης”) είναι ευθύγραμμη και κάθετη στο επίπεδο της θάλασσας.
***Κάθετη μορφή πρύμης (η): Η γραμμή της πρύμης είναι κάθετη, από το κύριο κατάστρωμα μέχρι την ίσαλο γραμμή. Μετά καμπυλώνει μέχρι την τρόπιδα.
***Καθετή (η): Ακούγεται και “καθητή” (βλέπε λέξη παρακάτω). Σύνεργο ψαρικής , από “μισινέζα” (βλέπε λέξη) με αγκίστρι/ια στην άκρη, κι ένα μικρό βάρος, για την γρήγορη καταβύθιση. Ένα είδος “καθετής” είναι και η “ζόγκα” (βλέπε λέξη) για μεγάλα βάθη.
***Καθετόμετρο (το): Όργανο που μετράμε την κατακόρυφη απόσταση δύο τυχαίων σημείων.
***Κάθετος (ο/η/το) : Ο διευθυνόμενος κατακόρυφα (όπως η βολίδα στη βυθομέτρηση). Αυτός που σχηματίζει ορθή γωνία. Το «κάθετος» εκφράζεται και με την λέξη «απίκο» (βλέπε λέξη).
***Κάθετος κύκλος (ο): Ο μέγιστος κύκλος που διέρχεται από το “ζενίθ” και το “ναδίρ” κάθε τόπου. Ως “πρώτος κάθετος του τόπου” χαρακτηρίζεται ο κάθετος κύκλος που περνάει από τον απηλιώτη και τον ζέφυρο.
***Κάθετος, πρωραία (η): Η κάθετη γραμμή, στο βασικό επίπεδο αναφοράς, που περνάει από το σημείο τομής της ισάλου σχεδίασης με το επίπεδο συμμετρίας του πλοίου.
***Κάθετος, πρυμναία (η): Η κάθετη γραμμή, στο βασικό επίπεδο αναφοράς, που περνάει από τον άξονα περιστροφής του πηδαλίου.
***Καθήκον (το): Μια λέξη με βαρύνουσα σημασία για τους εργάτες της θάλασσας και όχι μόνον. Είναι η υποχρέωση να κάνεις αυτό που πηγάζει από τη συνείδηση/κοινωνία/θρησκεία/πολιτεία/ηθικό νόμο/έθιμο, την ύπαρξή σου, σαν μέλος μιας κοινωνίας.
***Καθηλώ: Κοινώς “καρφώνω”.
***Καθητή (η): Η “καθετή” (βλέπε λέξη παραπάνω).
***Καθίζω το σκάφος: «Προσαράζω», “εξοκέλλω”, “εξωκείλω”, “ξώκειλα” (βλέπε λέξεις). Η «προσάραξη» του σκάφους μπορεί να γίνει ηθελημένα ή αθέλητα. Στην περίπτωση που γίνει «ηθελημένα», θα συντρέχει κάποιος λόγος και για αυτό επιλέγεται η λύση της «προσάραξης» για να αποφευχθούν χειρότερες επιπτώσεις.
***Καθιζάνω: Βυθίζομαι υπό το βάρος μου, αλλά και υφίσταμαι κάμψη , κυρτώνω (βλέπε παρακάτω λέξη “καμπύλο”). Η κατακόρυφη μετακίνηση προς τα κάτω που επιφέρει βύθιση της επιφάνειας.
***Καθίημι σχοινί: Σημαίνει “μολάρω το σχοινί”, “καλουμάρω το σχοινί”, το αφήνω να φύγει.
***Καθίημι το χαλαρό σχοινί:΄Η έκφραση σημαίνει ότι “καλουμάρω το μπόσικο σχοινί”.
***Καθιμάω: Καταβιβάζω με σχοινί.
***Κάθισμα λέμβου (το): Το “σέλμα”, ο “πάγκος” (βλέπε λέξεις).
***Καθισμένο πλοίο (το): Βλέπε έκφραση “καθίζω το σκάφος”.
***Καθοδική προστασία (η): Προστατεύει το σκάφος από την ηλεκτρολυτική διάβρωση, που στην περιοχή των υφάλων, λόγω της καλής αγωγιμότητας της θάλασσας, προσβάλλει άξονα , έλικα και τα διάφορα μέταλλα.
***Κάθοδος (η): Κοινώς “κουβούσι” . Άνοιγμα στα καταστρώματα/υποστρώματα του σκάφους, που οδηγεί από τα ψηλότερα στα χαμηλότερα και τούμπαλιν, για συγκοινωνία/ φορτοεκφόρτωση/αερισμό . Η “κάθοδος” φέρει γύρω-γύρω μια “βαλβίδα/παραπέτο” (“κάσα του κουβουσιού”) υπερυψωμένη, για να παρεμποδίζει την εισροή νερών, που τυχόν υπάρχουν, επί του καταστρώματος. Η “κάθοδος/κουβούσι” κλείνει με τον “καθέκτη/καπάκι” της.(Βλέπε αντίστοιχες λέξεις/εκφράσεις).
***Καθολκή (η): Έτσι ονομάζεται επίσημα η “καθέλκυση” (βλέπε λέξη παραπάνω).
***Καθορμίζω: Αγκυροβολώ για αρκετό χρόνο παραμονής “στην άγκυρα”. Αράζω. Να λάβουμε υπόψη μας ότι, με το “προσορμίζω” εννοούμε “αράζω για λίγο”, με το δε “εξορμίζω” εννοούμε “βγαίνω απ΄ το λιμάνι/όρμο”.
***Καθρέπτης (ο): Η κοινή ονομασία του “άβακα” του σκάφους (βλέπε λέξη). Άλλες ονομασίες του “καθρέπτη” είναι: “παπαδιά”, “ανάκλιντρον”, “αϊνάς” (βλέπε αντίστοιχς λέξεις).
***Καΐκι (το): Ο γνωστός τύπος σκάφους με μυτερή πλώρη και πρύμη, που εξυπηρέτησε την μικροακτοπλοϊα και κυρίως την αλιείαν.
***Καϊκιά (η): Το φορτίο που μπορεί να χωρέσει ένα καΐκι.
***Καϊκιάτικα (τα): Ο ναύλος καϊκιού.
***Καικίας (ο): Ο “γραιγολεβάντες”. Ονομασία του βορειοανατολικού (σύντμηση ΒΑ) ανέμου, από τους αρχαίους Έλληνες. Λεγότανε και “Ελλησπόντιος”. Η επίσημη, τώρα, ονομασία του είναι “Μέσης” και κοινώς ονομάζεται “Γραίγος/Γρέγος”. Χαρακτηρίζεται σαν άστατος και φορέας κακοκαιρίας.
***Καϊκοβάπορο (το): Τύπος μεγάλου καϊκιού που έχει εκλείψει πια.
***Καϊκτσής και καϊξής (ο): Ο ιδιοκτήτης καϊκιού, αλλά, κατ΄ επέκταση και το πλήρωμα του καϊκιού.
***Καινούργιος πάγος (ο): Πάγος με πάχος κάτω των 10 εκατ. του μέτρου.
***Καιρόν (η έκφραση είναι “εις τον καιρόν”): Συνηθίζεται αυτή η έκφραση από τους ναυτικούς, όταν θέλουν να ακυρώσουν το οτιδήποτε έχουν πει. Δηλαδή “Αστο να το πάρει ο καιρός”.
***Καιρός (ο)¨: Όταν λέμε την λέξη “καιρός”, βασικά, εννοούμε το σύνολο των μετεωρολογικών φαινομένων, που παρατηρούνται στην ατμόσφαιρα, σε τόπο και χρόνο. Επίσης εννοούμε την χρονική στιγμή ή διάρκεια όπως “τον καιρό εκείνον”.
***Καιρός (ο): Η γνώση των “καιρικών συνθηκών” που επικρατούν στις περιοχές, που θα εξελιχθεί ο πλους του σκάφους, αποτελούν ουσιαστικό παράγοντα και λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τον ιθύνοντα για αποφάσεις.
***Κακκαβιά (η): Η ψαρόσουπα των ψαράδων. Οι ψαράδες της Μασσαλίας-Γαλλίας, σαν γνήσιοι απόγονοι των Φωκαέων,- φτιάνουν την γνωστή μας “μπουγιαμπέσα” (bouillabaise).
***Κακκαβοπυρφόρο πλοίο (το): Βυζαντινό πολεμικό πλοίο εφοδιασμένο με το “υγρό πυρ”.
***Κακοθάλασσος (ο/η/το): Το σκάφος που κουνάει/κλυδωνίζεται εύκολα σε τρικυμισμένη θάλασσα.
***Κακοκαιρία (η): Κοινώς η “αντάρα” (βλέπε λέξη). Κακή καιρική κατάσταση, βροχή, πολύ δυνατός άνεμος, πολύ φουρτούνα κλπ. Στην “κακοκαιρία”, όταν είμαστε εν πλώ, είναι καλύτερα να θέσουμε το σκάφος σε “αντιμονή” (“τραβέρσο/”τραβέρσωμα”, με τον καιρό στη μάσκα) και να μειώσουμε ταχύτητα, σε σημείο που να πηδαλιουχείται το σκάφος ή να “ποδίσουμε”, να πλεύσουμε με “αντιμονή κατ΄ισχύον”, με τον καιρό “δευτερόπρυμα”, να μειώσουμε ταχύτητα ώστε να πλέουμε με μικρότερη ταχύτητα από αυτήν του κύματος και πάντως όχι κάτω απ΄το μισό (δύσκολη – κουραστική -επιδέξια πηδαλιούχηση). Στην κακοκαιρία και ειδικά στην διάσωση “ανθρώπου στη θάλασσα”, να υπολογίζουμε και την χρήση λαδιού, που συντελεί στην αποφυγή δημιουργίας απότομων κορυφών και θραύσεως των κυμάτων (όχι καύσιμα λάδια στη διάσωση ανθρώπου).
***Κάλα (τα): Η λέξη είναι από την αρχαία φράση “έρρει τα κάλα” που εσήμαινε “”πάνε τα πλοία, βούλιαξαν” κι εμείς την λέμε καμιά φορά, για να δηλώσουμε την καταστροφή.
***Καλάδα (η): Η ¨ψαριά”, τα “δίχτυα ψαρέματος” (βλέπε λέξεις).
***Καλάϊ (το): Άλλη κοινή ονομασία του κασσίτερου (βλέπε λέξη παρακάτω).
***Καλαμέτο (το): Έτσι ονομάζουμε κοινώς τα λεπτά σχοινιά μέχρι12 χιλιοστά του μέτρου διάμετρο.
***Καλαμήθρα (η): Την λέγανε και “πετροκαλαμήθρα”. Έτσι ονομαζότανε η μαγνητική βελόνα στα πρώτα της στάδια.
***Καλάμι (το): Κοινή ονομασία της “καλαμίδας αλιείας”. Την λέμε και “καλαμίδι” και δεν είναι άλλο, απ΄ το ψαράδικο καλάμι, το ψαροκάλαμο .
***Καλαμίνα (η): Ο ηλεκτρολύτης που τοποθετείται κοντά στην προπέλα για την αποφυγή διάβρωσης, (“Σμιθσονίτης”, όπως αναφέρεται στη Wikipedia).
***Καλαμίτα (η): Μαγνητική βελόνη. Η βελόνη της πυξίδας (βλέπε και “καλαμίτις”).
***Καλαμίτις (ο): Πριν από την μαγνητική βελόνα, τον χρησιμοποιούσαν οι ναυτικοί ως ναυτική πυξίδα. Ήταν ένα κομμάτι καλαμιού, γεμάτο με μαγνητικό οξείδιο του σίδερου, που επέπλεε σε μια λεκάνη νερού. Το καλαμάκι αυτό, γυρνούσε και προσανατολιζότανε στην κατεύθυνση βορρά-νότου, λόγω των μαγνητικών ιδιοτήτων του υγρού, που είχε. Την ονομασία “πετροκαλαμήθρα” ,που είπαμε και παραπάνω, την έδωσαν οι ναυτικοί απ΄τα Ιόνια νησιά.
***Καλάνκα (ο): Ο μικρός όρμος. Κάτι σαν την “αγκάλη” (βλέπε λέξη).
***Καλαντάρι (το): Το ημερολόγιο.
***Καλάρισμα νερών (το): Η διαρροή.
***Καλάρω: Ποντίζω/ρίχνω/μαϊνάρω τα δίχτυα της ψαρικής μου στη θάλασσα. Στα ιστιοφόρα σημαίνει «λύνω τα σχοινιά και τα αφήνω να πέσουν ή κατεβάζω την κεραία/αντένα , προκειμένου να πέσει η ταχύτητα ή να σταματήσει το σκάφος. Λέμε όμως και “καλάρει ο γραίγος ανοιχτά”, για τον άνεμο και εννοούμε ότι ανοιχτά στη θάλασσα, πνέει άνεμος γρέγος/γραίγος/μέσης/βορειοανατολικός (ΒΑ). Μεταφορικά το “καλάρω” σημαίνει “τον καταφέρνω”.
***Καλάρω: Διαρρέω.
***Καλάρω τα πανιά: Σημαίνει ότι “κατσάρω”/”δένω τις σκότες” των πανιών (βλέπε λέξη “κατσάρω”).
***Καλατζής (ο): Ο κασσιτερωτής χαλκωμάτων, ο γανωτής.
***Καλαφάτης (ο): Ο διανάκτης (βλέπε λέξη).
***Καλαφάτης (ο): Ο τεχνίτης που ασχολείται με την πλήρωση των αρμών (βλέπε λέξη) του σκάφους.
***Καλαφατίζω: Γεμίζω τα κενά των αρμών/σχισμών. Πισσάρω τα κενά. Βατεύω τους αρμούς.
***Καλαφάτισμα (το): Το γέμισμα των σχισμών (ρωγμών) των σκαφών, που πραγματοποιείται με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα.
***Καλέμα (το): Έτσι λέγεται το φαινόμενο της “κυματωγής” (βλέπε λέξη παρακάτω), που παρατηρείται στις ακτές του Μαρόκου.
***Καλέμι (το): Εργαλείο για να κόβουμε.
***Καλές θάλασσες (οι): Ευχή για αυτούς που πρόκειται να ταξιδέψουν με σκάφος. Βλέπε και λέξη “ευπλοία”.
***Καλζέτα (η): Μια ονομασία της “πλεκτής” (βλέπε λέξη).
***Κάλι (το): Η ποτάσα, που χρησιμοποιείται για καθαρισμό.
***Καλία (η): Είδος διπλής πολεμικής πιρόγας των ιθαγενών της Πολυνησίας, μήκους μέχρι 27 μέτρα. Φέρει πανί, που το κρατάνε δύο κεραίες.
***Καλίμπρα (η): Μοντέλο που χρησιμοποιούνταν στα ναυπηγεία για τη συναρμολόγηση των τμημάτων μιας ναυτικής κατασκευής.
***Καλίμπρο (το): Το διαμέτρημα του κανονιού και γενικά του όπλου που πυροβολεί.
***Καλιοντζής (ο): Ναύτης επίλεκτος του ιστιοφόρου πολεμικού ναυτικού της Τουρκίας.
***Καλκάνι (το): Η κοινή ονομασία της “κορώνης” (βλέπε λέξη παρακάτω).
***Κάλμα (η): Η γαλήνη ,η ήσυχη θάλασσα.
***Καλόγεροι (οι): Έτσι ονομάζουν οι ναυτικοί μας βραχονησίδες, που είναι μεμονωμένες. Μερικοί τις λένε “απονήσια”, οι δε αρχαίοι τις έλεγαν “αποσπάσματα”.
***Καλοκαίρι (το): Η κοινή ονομασία του “θέρους” (βλέπα λέξη).
***Καλοκαιρία (η): Καλός καιρός (το λέει και η λέξη), η ευδία.
***Καλοκαιρινά πανιά (τα): Η κοινή ονομασία των “θερινών ιστίων” (βλέπε έκφραση).
***Καλοκαιρινός (ο/η/το): Ο θερινός. Ο αναφερόμενος στο καλοκαίρι, καθώς και αυτός που χρησιμοποιείται/χρησιμεύει κατά το καλοκαίρι,όπως καλοκαιρινό παντελόνι.
***Καλόπρυμνο σκάφος (το): Το σκάφος που έχει ωραία πρύμη.
***Καλοριφέρ (το): Η κοινή ονομασία του “θερμοπομπού” (βλέπε λέξη).
***Καλόσφυρα (η): Κοινώς “ματσόλα του πατερναρίσματος”. Λέγεται και “τυπάς”. Είδος ξύλινου ή πλαστικού σφυριού με αυλάκι στη ράχη του.(βλέπε λέξεις).
***Καλούμα (η): Η κοινή ονομασία του “κάθες” (βλέπε λέξη παραπάνω). Χρησιμοποιείται αντί του “κάθες” και λέμε “κάνε καλούμα”, όταν θέλουμε να λασκάρουμε λίγο και ελεγχόμενα τον κάβο, την σκότα του πανιού , την καδένα της άγκυρας και κάθε καλώδιο υπό ένταση.
***Καλουμάρισμα (το): Όρος που σημαίνει το λασκάρισμα με έλεγχο.
***Καλουμάρω: Μας έρχεται απ΄το ιταλικό “calare” και σημαίνει παρεώ, μειώνω, ελαττώνω, αφήνω .
***Καλούμο (το): Το “έκταμα”, το “κάθεμα” (βλέπε λέξεις).
***Καλούμπα (η): Το λέμε και “καλούμα” και είναι ο σπάγγος που χρηιμοποιούμε για να πετάξουμε τον χαρταετό.
***Καλούπι (το): Περίγραμμα-υπόδειγμα, που χρησιμοποιούσαν στα ναυπηγεία, για να κοπούν τα κομμάτια, για την κατασκευή πανομοιότυπων πλοίων.
***Καλούπι οκίου (το): Κοινή έκφραση του “στορέα των οφθαλμών” (βλέπε έκφραση). Αυτό το “καλούπι” ενώνει , στο όκιο την εξωτερική πλευρά του πλοίου με το κατάστρωμα του “πρόστεγου”/”καμπούνι” και δέχεται την “άτρακτο”/”αδράχτι” της άγκυρας, όταν την μασχαλίζουμε/στερεώνουμε, μετά την αγκυροβολία.
***Καλπάκι (το): Είδος καλύμματος του κεφαλιού χωρίς γείσο.
***Κάλυκας (ο): Μεταλλική θήκη κυλινδρικού σχήματος, μέσα στην οποίαν μπαίνει η γόμωση/πυρίτιδα του βλήματος.
***Κάλυμμα (το): Το “σκέπασμα” για προστασία από την υγρασία. Άλλες ονομασίες “πουκάμισο”, “έλυτρον” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις) .
***Κάλυμμα (το): Για ορισμένα αντικείμενα χρησιμοποιούμε τις λέξεις “πώμα”, “καπάκι”, “φελλός” κ.α. που δηλώνουν ότι, φράζουν την είσοδό τους (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κάλυμμα καπνοδόχου (το): Κοινώς “τάπα της τσιμινιέρας” (βλέπε λέξεις).
***Κάλυμμα πάγου (το): Λέμε τον μόνιμο πάγο μιας μεγάλης επίπεδης επιφάνειας.
***Καλύπτομαι υπό ιστίων: Κοινώς “φορτσάρω τα πανιά” (βλέπε έκφραση)..
***Καλύπτρα (η): Κοινώς “κουκούλα” (βλέπε λέξη παρακάτω). Με την “καλύπτρα”, που είναι ένα κομμάτι από ύφασμα, καλύπτουμε το κεφάλη μας γενικά, προκειμένου να το προστατεύσουμε ή να το αποκρύψουμε. Την λέξη “κουκούλα” την χρησιμοποιούμε και στην θέση της λέξης “κάλυμμα”.
***Καλύπτω: Σκεπάζω.
***Καλύπτω: Κρύβω, αποκρύπτω, όπως η σελήνη τον ήλιο και τούμπαλιν, στις εκλείψεις. Έχουμε όμως και τις αναλαμπές των φάρων στη ναυσιπλοΐα, όπου “κρύβουν”, κατά κάποιο τρόπο, διαλειμματικά την θέση του φάρου το βράδυ και το χαρακτηριστικό αυτό, ονομάζεται “Διαλείποντες” (Occulting/Occ), διάρκειας μεγαλύτερης ή ίσης του σκότους.
***Καλώδιο (το): Ο μικρός «κάλως/κάβος» με μέτριο πάχος. Επίσης “καλώδιο” ονομάζεται η δέσμη συρμάτων, ντυμένη με μόνωση, που χρησιμοποιούμε σαν αγωγό του ηλεκτρικού ρεύματος. Η λέξη «καλώδιο» είναι μια άλλη ονομασία του “κάβου” (βλέπε λέξη παραπάνω

**Καλώδια (τα): Κοινώς “σερβίτσια” (βλέπε λέξη).Ονομάζονται όλα τα σχοινιά που χρησιμοποιούνται για τον χειρισμό των πανιών (τα αγόμενα) στο ιστιοπλοϊκό σκάφος, σε αντίθεση με τα μόνιμα δεμένα ( τα ξάρτια).
***Καλωδιακό πλοίο (το): Το ειδικό πλοίο για πόντιση/αναζήτηση/ανεύρεση βλαβών/ανέλκυση/επισκευή υποβρύχιων καλωδίων.
***Κάλων ανασύρω:΅Σηκώνω “γούμενα”/”παλαμάρι”/χοντρό και βαρύ σχοινί.
***Κάλως (ο): Κοινώς ο “κάβος” το σχοινί (βλέπε παραπάνω λέξη “κάβος”). Ουσιαστικά “κάλως” (κοινώς “γούμενα” ή “παλαμάρι”) ονομαζότανε το χοντρό και ισχυρό φυτικό σχοινί, με εννέα (9) έμβολα , γύρω στους δώδεκα (12) δακτύλους (30 εκατ.του μέτρου) περιφέρεια , που ήταν πολύ δύσχρηστο. Οι ονομασίες “γούμενα” και “παλαμάρι” έμειναν, να εκφράζουν το πολύ χοντρό σχοινί, που πλέον σπανίζουν, με την ύπαρξη των συρματόσχοινων και των βιομηχανικών σχοινιών.
***Κάλως παρολκής (ο): Κάβος ρυμούλκησης πλωτού ναυπηγήματος από τις όχθες και γενικά από την στεριά.
***Κάλως ρυμούλκησης (ο): Τα “αγόμενα” (βλέπε λέξη) ρυμουλκίου.
***Κάμα (η): Η κοινή ονομασία του “κνώδακα” (βλέπε λέξη παρακάτω). Επίσης “κάμα” λέγεται και το εγχειρίδιο με δίκοπη ευθεία λεπίδα που καταλήγει σε μύτη και λαβή χωρίς προφυλακτήρα .
***Καμάκι (το): Έτσι συνηθίζουμε να λέμε την “τρίαινα” που είναι μια “περόνη” με μύτες σαν άγκιστρα. Το “καμάκι”, σαν είδος ψαρέματος, ήταν από τις πρωτογενείς ανθρώπινες τέχνες.
***Κάμαρα (η): Η κοινή ονομασία του “θαλάμου” (βλέπε λέξη) στις βάρκες, που είναι ο πρυμνιός χώρος,κοντά στον πηδαλιούχο για τους επιβάτες.
***Κάμαρα (η): Η “καμπίνα” (βλέπε λέξη παρακάτω) στα σκάφη, το δωμάτιο. Λέγεται και “κάμαρη”.
***Καμαρί (το); Ο θαλαμίσκος .Λέγεται και “καμαρίνο” (βλέπε λέξη)
***Καμάρι (το): Λέγεται και η “εξέδρα”, αν και με την λέξη “καμάρι” εννοούμε το συναίσθημα της αυτοπεποίθησης/ικανοποίησης.
***Καμάρι (το): Τα “ζυγά”, κοινώς “καμάρια” (στον πληθυντικό). Τα εγκάρσια δοκάρια που στηρίζονται επάνω στις “ζυγοδόκες” και επάνω τους καρφώνεται το κατάστρωμα (βλέπε λέξεις).
***Καμάρες (οι): Η κοινή ονομασία θολωτών κοιλοτήτων σε απότομες ακτές που τις λέμε και “στεφάνια κουφαλωτά”.
***Καμαριέρης (ο/η): Ο “θαλαμηπόλος”, ο “καμαρότος” (βλέπε λέξεις). Επιμελείται τις ενδιαιτήσεις.
***Καμαρίνο (το): Βλέπε λέξη “καμαρί”.
***Καμαρότος (ο): Ο “θαλαμηπόλος” στο καράβι.
***Καμέλα (η): Την λένε και “γκαμέλας”. Η κοινή ονομασία του “κυλικείου” στα πλοία (βλέπε λέξεις).
***Καμί-Κάζε: Ιαπωνική λέξη που σημαίνει “θεϊκός άνεμος” και δόθηκε στους Ιάπωνες εθελοντές ναυτικούς αεροπόρους , που συνεχίζοντας τις παραδόσεις των σαμουράϊ, προσφέρθηκαν εκουσίως στην υπέρ της πατρίδας θυσία.
***Κάμιλος (ο): Σχοινί μακρύ και παχύ, όπως η “γούμενα/παλαμάρι/κάλως” (βλέπε λέξεις). Το διάβασα στην εγκυκλοπαίδεια.
***Καμινάδα (η): Η κοινώς λεγόμενη “τσιμινιέρα”, η “καπνοδόχος” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κάμνω ρουμπί: Έκφραση της πλεύσης με πανιά, που σημαίνει ότι “αντηνεμώ” (βλέπε λέξη), με σκοπό να στρέψω πιο γρήγορα το σκάφος.
***Καμουφλάζ (το): Διεθνής όρος που σημαίνει την προσπάθεια απόκρυψης/παραπλάνησης από την πραγματικότητας.
***Καμουφλάρω: Παραλλάσσω, συγκαλύπτω.
***Καμπάνα/Κύμβαλο (η/το): Στο Παράρτημα ΙΙΙ (Τεχνικές Λεπτομέρειες Συσκευών Ηχητικών Σημάτων) του Διεθνούς Κανονισμού Αποφυγής Συγκρούσεως (ΔΚΑΣ) στη θάλασσα, περιγράφονται οι απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν, για να ανταποκριθούν στα παραγγελλόμενα με τον Κανόνα 35 του ΔΚΑΣ (Ηχητικά σήματα σε περιορισμένη ορατότητα).
***Καμπάνα (η): Η κοινή ονομασία του “κώδωνα” (βλέπε λέξη παρακάτω).Την “καμπάνα” την λέμε και “κώδωνα” και “σήμαντρο” (βλέπε λέξη). Υπάρχει και μια μικρή καμπάνα που σημαίνει τις ώρες της βάρδιας.
***Καμπάνα (η): Με την λέξη αυτή χαρακτηρίζεται και η άκρια του “σπινακόξυλου” (βλέπε λέξη), που στερεώνεται στο κατάρτι του ιστιοπλοϊκού.
***Καμπανέλι (το): Λέγεται και “μπαμπαδέλι”. Είναι ο μικρός “κιονίσκος”, ο “ποδοδέτης”, πάνω στον οποίον δένεται η “σκότα” του πανιού, κατά την “ιστιοδρομία”, (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καμπανίσιο (το): Το συνοδό πλοίο.
***Καμπή (η): Ακούγεται και “κούρμπα” (βλέπε λέξη). Το ΄”κύρτωμα” (βλέπε λέξη) , η στροφή του πλου σε στενά ύδατα, που καμιά φορά, η διαμόρφωση της στεριάς επάνω στη στροφή, εμποδίζει την ορατότητα. Ο ΔΚΑΣ (Διεθνείς Κανόνες Αποφυγής Σύγκρουσης) αφιερώνει τον “Κανόνα” 9 για την περίπτωση και ιδιαίτερα την παράγραφο (στ) που έχει ως ακολούθως:(στ) Κάθε πλοίο που πλησιάζει σε στροφή (καµπή) ή σε περιοχή κάποιου στενού διαύλου ή θαλάσσιου διαδρόµου, όπου υπάρχει πιθανότητα να κρύβονται από κάποιο παρεµβαλλόµενο εµπόδιο άλλα πλοία, πρέπει να ναυσιπλοεί µε ιδιαίτερη ετοιµότητα και προσοχή και να εκπέµπει (σφυρίζει) το κατάλληλο σήµα, όπως αυτό καθορίζεται στον κανόνα 34(ε). Αυτός ο “συριγμός” μας έσωσε κάποια φορά, που πλέαμε στο στενό της Κυνοσούρας-Ψυττάλειας , για να βγούμε στον Σαρωνικό κόλπο.
***Καμπυλότητα (η): Είναι το πόσο μια καμπύλη γραμμή αποκλείνει από την ευθεία.
***Καμπίνα (η): Ο θαλαμίσκος το πλοίου.
***Καμπινέ (το): Κοινή ονομασία του “αφοδευτηρίου” ή “αποχωρητηρίου”(βλέπε λέξεις). Ακούγεται και “καμπινές”, “τουαλέτα”.
***Κάμπιο (το): Το συνάλλαγμα.
***Καμπούνι (το): Η κοινή ονομασία του “προστέγου” (βλέπε λέξη) στα σκάφη.
***Καμπτή ραφή (η): Η κάμψη του ελάσματος, εκεί που καρφώνεται, για να μην έχει προεξοχές εξωτερικά.
***Καμπύλο (το): Το κυρτό,το κοίλο αντικείμενο. Η μετατροπή του ευθέος σώματος σε καμπύλο. Εδώ θα πούμε για το “sagging” (σάγγινγκ) και το “hogging” (χόγγινγκ). Δυστυχώς, οι προσπάθειές μου να βρω την αντίστοιχη ελληνική ορολογία, δεν απέδωσε καρπούς. Ακούγεται η λέξη “σακκούλιασμα” και για τα δύο. Ουσιαστικά είναι μια “κάμψη” του πλοίου, διότι το “σάγγινγκ” είναι κάμψη προς τα μέσα (φόρτωση στο μέσον του πλοίου, με αποτέλεσμα να έχουμε μεγαλύτερα βυθίσματα στο μέσον απ΄ ότι πλώρα-πρύμα) , ενώ το “χόγγινγκ” είναι το αντίθετο, δηλαδή κάμψη προς τα έξω ( φόρτωση στα πλωριά και στα πρυμιά αμπάρια, με αποτέλεσμα, στην πλώρη και στην πρύμη να έχουμε μεγαλύτερα, του αναλογούντος, βυθίσματα). Ίσως η λέξη “κύρτωση”, με την διευκρίνηση “πάνω” (κύφωση/καμπούρα) και “κάτω” (κοιλιά/σακκούλιασμα, όπως ακούγεται) να ήταν κάποια λύση.
***Κάμψη (η): Το “λύγισμα” ή “κλίση”, που είναι αποτέλεσμα καθέτων δυνάμεων ή ροπών σε ένα μακρόστενο σώμα. Είναι η ενέργεια και το αποτέλεσμα του “κάμπτω”.
***Κάναβος (ο): Ο γνωστός “καμβάς” (βλέπε λέξη), ένα είδος λινάτσας.
***Καναβάτσο (το): Το λέμε και “καναβάτσα” και γράφεται και με δύο “νν”.. Σκληρό αραιοϋφασμένο ύφασμα από καννάβινα νήματα. Το χρησιμοποιούμε για σακιά. (Βλέπε και λέξη “κειρίωση”).
***Καναλέτο (το): Το μικρό “κανάλι” (βλέπε λέξη παρακάτω). Το αυλάκι.
***Κανάλι (το): Η κοινή ονομασία του “διέκπλου”. Πάντως είναι ένα “αμφίγειο”, μια στένωση θάλασσας ανεξαρτήτου εύρους. ΄Ενας πορθμός. Μια “διώρυγα”.(Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κανάρης Κωνσταντής: Ο ένδοξος πυρπολητής/μπουρλοτιέρης του 1821 και πρωθυπουργός μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους.
***Κανάτι (το): Η κοινή ονομασία του “κώθωνα”. Το κύπελλο , η κούπα.
***Κάνγουες ή και γκάνγουες (ο): Επίσημα η “κλίμακα” (βλέπε λέξη παρακάτω) επικοινωνίας του πλοίου με την στεριά.
***Κανδηλιέρι (το): Το στήριγμα, ο ορθοστάτης.
***Κάνθαρος (η): Κοινώς “μαούνα της φαγάνας” (βλέπε έκφραση). Φορτηγίδα για την εναπόθεση του βούρκου, που βγάζουν οι “βυθοκόροι/φαγάνες” (βλέπε λέξεις) από τον βυθό.
***Κάνιστρο (το): Το λέμε και “κονσέρβα” (βλέπε λέξη παρακάτω). Είναι ένα δοχείο που μπορεί να χωρέσει μια ποικιλία υλικών. Τα ¨κάνιστρα” τα χρησιμοποιούμε στις “Αναπνευστικές συσκευές κλειστού κυκλώματος” που μέσω ενός κυκλώματος (κάνιστρα νατρασβέστου), καθαρίζεται ο εκπνεόμενος αέρας από μας. Οι συσκευές αυτές χρησιμοποιούνται από τα αγήματα πυρκαγιάς για ευνόητους λόγους.
***Κάννη (η): Ο σωλήνας των πυροβόλων όπλων.
***Κανθήλιο (το): Βλέπε παρακάτω έκφραση “κάσα του κουβουσιού”. Το προστατευτικό/προφυλακτικό σκέπασμα.
***Κανθήλιο (το): Κοινώς η “φούσκα” (βλέπε λέξη). Το προστατευτικό/προφυλακτικό του τροχού, στα τροχήλατα σκάφη.
***Κανθήλιο της πηδοδόκης (το): Κοινώς η “φούσκα του τιμονιού” (βλέπε και έκφραση). Το προφυλακτικό εισροής νερών, στο σημείο που εξέρχεται ο άξονας του πηδαλίου,δηλαδή από την “πηδοδόκη” (βλέπε λέξη).
***Κανθός τρόπιδας(ο): Κοινώς η “χαραματιά της καρίνας”, όπου προσαρμόζονται τα “μαδέρια” (βλέπε λέξη) του “πετσώματος” (βλέπε λέξη) στο ξύλινο σκάφος.
***Καννάβινο σχοινί (το ): Το φυτικό σχοινί που γίνεται από τις ίνες κάνναβης. Σήμερα το μόνο καννάβινο σχοινί που υπάρχει στα πλοία είναι το “τρισίλιο” (βλέπε λέξη) , ένα λεπτό σχοινάκι για “περιτύλιγμα/πατρωνάρισμα” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καννοκιάλι (το): Η κοινή ονομασία του ναυτικού “τηλεσκοπίου”. Λέμε , όμως, και την ναυτική “διόπτρα” (βλέπε λέξεις).
***Κανό (το): Το μονόξυλο που λέμε. Βάρκα μικρών διαστάσεων και ελαφριά, συνήθως για έναν κωπηλάτη.
***Κάνοε (το) : Κοινώς το “κανό” που χρησιμοποιείται στους κωπηλατικούς αγώνες και χειρίζεται από έναν κωπηλάτη. Το λέμε “κάνοε” για να το ξεχωρίζουμε από τα κοινά “κανό”.
***Κανόνας (ο): Κοινώς ο “χάρακας” η “ρήγα”. Εργαλείο με το οποίο ελέγχουμε την ευθυγραμμία μιας επιφάνειας και σύρουμε ευθείες γραμμές.
***Κανονάτα (η): Ο “κανονιοβολισμός” (βλέπε λέξη).
***Κανόνι (το): Το πυροβόλο (βλέπε λέξη).
***Κανονιέρα (η): Βλέπε λέξη “κανονιοφόρος”.
***Κανονιέρης (ο): Ο “πυροβολητής” (βλέπε λέξη). Το συναντάμε και “κανονιέρος”.
***Κανονιοβολισμός (ο): Κοινώς “κανονίδι”. Η βολή του πυροβόλου/κανονιού (ενός ή και πολλών). Το λέμε και “βομβαρδισμός” (βλέπε λέξη).
***Κανονιοστοιχία (η): Σειρά παρατεταγμένων πυροβόλων.
***Κανονιοφόρος (η): Το λέμε και “Βάρις” και “κανονιέρα”(βλέπε λέξεις).Τύπος μικρού πολεμικού πλοίου, συνήθως με λίγα “ύφαλα” (βλέπε λέξη) για να μπορεί να προσεγγίζει στις ακτές . Στο Π.Ναυτικό, είχαμε δύο τέτοια πλοία με τον χαρακτηρισμό «Αποβατικό Υποστηρίξεως» (ΑΒ/ΥΠ) και στο ένα από αυτά, ήμουνα Κυβερνήτης, για πρώτη φορά στην ναυτική μου ζωή.
***Κανονισμός Αποφυγής Συγκρούσεως στη θάλασσα (ο): Ο Διεθνής Κανονισμός Αποφυγής Συγκρούσεως στη θάλασσα ή συντετμημένα “ΔΚΑΣ”, αποτελείται από 38 “Κανόνες” με τα ακόλουθα “Παραρτήματα”: α) “I” “Θέσεις και Τεχνικές λεπτομέρειες Φανών και Σχημάτων”, β) “II” “Πρόσθετα σήματα για αλιευτικά που αλιεύουν πολύ κοντά μεταξύ τους”, γ) “III” “Τεχνικές Λεπτομέρειες Συσκευών Ηχητικών Σημάτων” και δ) “IV” “Σήματα Κινδύνου” .
***Κανονισμός Συναγερμού και γυμνασίων στα εμπορικά πλοία (ο): Η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α, αρ.φύλλου 125, 30.8.1984) περιέχει τα αντικείμενα που επιγράφονται με σκοπό “την συνεχή ετοιμότητα των πληρωμάτων, για να αντιμετωπίσουν μια έκτακτη ανάγκη”. Για τα Πολεμικά Πλοία η έκτακτη ανάγκη είναι μέρος της εκπαίδευσής τους.
***Κάνουλα (η): Η κοινή ονομασία του “κρουνού” (βλέπε παρακάτω λέξη).
***Κανσελάρω: Ακυρώνω, διαγράφω.
***Καντηλίτσα (η): Κόμπος σχοινιού. Την λέμε και “κρεμάθρα” (βλέπε λέξη παρακάτω). Το “πρέπει” του ναυτικού και όχι μόνον. Κρατά καλά σε όλα τα σχοινιά, αδιάκριτα αν είναι φυτικά ή βιομηχανικά. Θα ξεχωρίσω την “καντηλίτσα στο μέσον του σχοινιού”, γιατί είναι ένας πολύ χρήσιμος κόμπος.
***Καντηλίτσα (η): Επίσης, έτσι αποκαλείται και η συσκευή που αναρτάται στα πλευρά/ξάρτια του πλοίου, για ένα άτομο, προς εκτέλεση εργασιών.
***Καντίνα (η): Τόπος που μπορείς να βρείς, τρόφιμα/είδη καπνού-υγιεινής κλπ. σε προσιτές τιμές. Λειτουργούν στα πλοία και στα στρατόπεδα.
***Καντίνι (το): Λέξη που χρησιμοποιείται για να εκφράσει το “μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια”.
***Καντούνι (το): Η γωνία , που λέμε.
***Καντσελάρω: Ακυρώνω, σβήνω.
***Κάνω πανιά: Εκπεταννύω. Με το ρήμα αυτό, εννοούμε ότι ανοίγω τα πανιά, προκειμένου να αρμενίσω.
***Καουτσούκ (το): Το ελαστικό κόμμι. Μία από τις σπουδαιότερες πρώτες ύλες στον κόσμο. Το είπαν έτσι γιατί οι ιθαγενείς της νοτίου Αμερικής το έλεγαν “caa ochu” , που σημαίνει “δάκρυ του ξύλου”.
***Κάπα: Η έκφραση είναι “αλά κάπα” και σημαίνει ότι “αντηνεμώ” τα πανιά μου χειριζόμενος τους “κερούλκους/σκότες” κατάλληλα. Δηλαδή φέρνω τα πανιά μου σε τέτοια θέση, που το σκάφος μου να “κάνει ανάποδα”, να κολώσει που λέμε. (βλέπε λέξεις).
***Κάπα (η): Ο πρόσθετος ναύλος, ο επίναυλος.
***Καπάκι (το): Η κοινή ονομασία του “καλύμματος” (βλέπε λέξη παραπάνω).
***Καπάκι (το): Κοινή ονομασία του “καθέκτη” (βλέπε λέξη παραπάνω).
***Καπάρο (το): Η προκαταβολή.
***Καπάρω: Άλλη μια κοινή ονομασία του “αντηνεμώ” (βλέπε λέξη “κάπα”).
***Καπελλάγιο (το): Το “τραχήλωμα” (βλέπε λέξη) του ιστού, το δέσιμό του με “ψαλιδιά” (βλέπε λέξη).
***Καπελλάρω: Βάζω “γάσα”/”αγκύλη” στον λαιμό του ιστού.
***Καπέλλο (το): Η κοινή ονομασία του “πίλου” (βλέπε λέξη).
***Καπελώνω: Βάζω τους “κάβους” στις “δέστρες/μπίντες” (βλέπε λέξεις), για να δέσει το σκάφος στο αραξοβόλι.
***Καπετάν (ο): Η σύντμιση της λέξης “καπετάνιος”. Είναι τίτλος και τον βάζουμε μπροστά απ΄ το όνομα και λέμε π.χ. “καπετάν Νικόλας”. Μάλιστα ,θεωρείται και τιμή να αποκαλέσουν κάποιον “καπετάνιο”, γιατί πράγματι είναι η αναγνώριση της ναυτοσύνης και της γνώσης του ατόμου περί τα άρμενα/αρμένισμα γενικά.
***Καπετάνιος (ο): Ο Κυβερνήτης (βλέπε παρακάτω λέξη) ενός πλοίου, ο Πλοίαρχος αλλά και ο Οπλαρχηγός του ένοπλου σώματος. Η λέξη ,όπως γράφει και η εγκυκλοπαίδεια, προέρχεται από το βυζαντινό “Κατεπάνω”, τίτλο που δινόταν στον Κυβερνήτη ενός πλοίου (αξίωμα πολιτικό και στρατιωτικό) . Φυσικά έχουμε και την “Καπετάνισσα”, την γυναίκα Κυβερνήτη/Πλοίαρχο του σκάφους και την Οπλαρχηγό και να μην ξεχνάμε ότι την γυναίκα του καπετάνιου την αποκαλούμε “καπετάνισσα”.
***Καπιστρόδεσμος (ο): Κόμπος γενικής χρήσεως,εύκολος και αρκετά ασφαλής. Συνηθίζεται να δένουμε το χαλινάρι του ζώου ,αλλα είναι γενικής χρήσης.
***Καπιτάνα (η): Το πλοίο του ναυάρχου.
***Καπιτάνο δε πόρτο (ο): Ο λιμενάρχης.
***Καπιτάνος (ο): Ο καπετάνιος (βλέπε λέξη).
***Καπιτουλάρω: Συνθηκολογώ.
***Καπλαμάδες πανιού(οι): Τα “επιρράμματα” (βλέπε λέξη) του ιστίου.
***Καπλαμάς (ο): Η επιπλάκωση, οι πολλές στρώσεις λεπτής πλάκας ξύλου.
***Καπνιά (η): Η κοινή ονομασία της “αιθάλης”. Την λέμε και “φούμο” ή και “αθάλη”(βλέπε λέξεις).
***Καπνιστήριο (το): Ειδικός χώρος για τους “θεριακλήδες”.
***Καπνογόνα (τα): Συσκευές που παράγουν καπνό προκειμένου να αποκρύψουν κινήσεις από τον εχθρό. Εκτός αυτού, έχουμε και τα καπνογόνα βεγγαλικά, που χρησιμοποιούμε για επισήμανση και μάλιστα διαφόρων χρωμάτων καπνού.
***Καπνογόνα πυρομαχικά (τα): Είναι πυρομαχικά ειδικής χρήσης και δεν σκοπεύουν στην καταστροφή του εχθρού, αλλά στη δημιουργία σύγχυσης.
***Καπνοδόχος (η): Κοινώς “φουγάρο” ή “τσιμινιέρα” (βλέπε λέξεις). Εγκατάσταση για απορρόφηση του καπνού που παράγεται κατά την καύση και την εξαγωγή του στο ελεύθερο αέρα.
***Καπνοθάλαμος (ο): Ο θάλαμος στους ατμολέβητες, που βρίσκεται πάνω από την εστία και στον οποίον εισέρχονται τα αέρια της καύσης, πριν οδηγηθούν στην τσιμινιέρα.
***Καπνομίχλη (η): Τύπος “νέφους” που δημιουργείται κυρίως απ΄ τον καπνό. Λέγεται και “αιθαλομίχλη” (βλέπε λέξη).
***Καπνός (ο): Η εκπομπή ενός μείγματος με πυκνότητα, οσμή και αδιαφάνεια, από την καύση ενός σώματος.
***Καπονάρω: Δένω στα “καπόνια/επωτίδες” για ανακρέμαση. Επωτίζω. Το αντίθετο “ξεκαπονάρω” (βλέπε λέξεις).
***Καπόνι (το): Κοινή ονομασία της “επωτίδας” (βλέπε λέξη), που είναι ένας μηχανισμός των πλοίων, για καθαίρεση/ανακρέμαση λεμβών/σωσιβίων σχεδιών. Το γράφουμε και “καπώνι” (με “ω”).
***Καπόνι (το): Εκτός της παραπάνω ερμηνείας, “καπόνι” ονομάζουμε και ένα είδος ψαριού, που είναι μακρύ με μεγάλο κεφάλι. Επίσηςε, βρήκα, ότι “καπόνι” ονομάζεται και ο κόκορας που έχει ειδική εκτροφή.
***Κάπος (ο): Ο αρχηγός γενικά. Ο αρχηγός της φυλακής/τετράωρης βάρδειας στο πλοίο.
***Καπουτσίνος (ο): Ο “συστολεύς” (βλέπε λέξη), το σχοινί που υπάρχει, για να μαζευτεί το πανί της ιστιοφορίας.
***Καπύρωση (η): Το στρέβλωμα των ξύλων, λόγω θερμοκρασίας και ξηρασίας.
***Καραβάνα (η): Είναι η ονομασία του σκεύους σίτισης στον στρατό ξηράς. Στο ναυτικό το σκεύος σίτισης είναι ένας δίσκος, με τα αναγκαία χωρίσμτα για τις διάφορες τροφές.
***Καραβέλα (η): Ιστιοφόρο επιβατηγό πλοίο του 13ου αι. Με “καραβέλα” πήγε στην Αμερική ο Κολόμβος.
***Καράβι (το): Το ευμέγεθες ιστιοφόρο πλοίο και γενικά κάθε πλοίο, είτε αυτό είναι μηχανοκίνητο είτε είναι ιστιοφόρο.
***Καράβι (το): Οι ναυτικοί μας, έχουν δώσει την ονομασία “καράβι”, αλλά και παραλλαγές αυτής, σε νησίδες/βραχονησίδες, που από μακρυά μοιάζουν με “καράβια” ως “Καράβι”, “Καράβια”, “Καραβόπετρα””, “Πετροκάραβο”.
***Καραβιά (η): Το φορτίο, η ποσότητα ή τα άτομα που μπορεί να μεταφέρει ένα
πλοίο. Λέμε «καραβιές-καραβιές ήρθε ο κόσμος», για να πούμε ότι ήρθε πολύς κόσμος.
***Καραβίσιος: Λέμε την λέξη, όταν θέλουμε να εκφράσουμε ότι, αυτός σχετίζεται με καράβι, όπως ο «καραβίσιος καφές» , αλλά και στην φράση “στο πλήρωσα καραβίσιο”, όταν θέλουμε να πούμε ότι, το αντικείμενο που πήραμε, μας φάνηκε ακριβό.
***Καράβολας (ο): Λέγεται και “καράβολος” ή “καραβόλι”. Είναι ο κοχλίας (βλέπε λέξη) και στην ουσία το σαλιγκάρι αλλά και το οποιοδήποτε σπειροειδές διακοσμητικό σχέδιο.
***Καραβομαραγκός (ο): Ο τεχνίτης που κατασκευάζει ξύλινα σκαριά. Άλλες ονομασίες “λεμβουργός”, “ναυτομαραγκός” και “ναυτοξυλουργός” (βλέπε λέξεις).
***Καραβόπανο (το): Η κοινή ονομασία του “ιστιόπανου” (βλέπε λέξη). Το λένε έτσι, γιατί μ΄ αυτό γινόντουσαν τα πανιά των πλοίων και ήταν από χοντρό νήμα. Και τώρα έχει μείνει η ονομασία και την λέμε, όταν θέλουμε να εκφράσουμε το χοντρό και σκληρό ύφασμα.
***Κάραβος (ο): Τύπος βυζαντινού σκάφους.
***Καραβόσκαρο (το): Τύπος πλοίου με “ημιολικά/τραπεζοειδή” πανιά της ιστιοφόρου ναυτιλίας. Ο χαρακτηρισμός “καραβόσκαρο” έμεινε για να εκφράζει τις αντοχές ενός ατόμου στη ζωή ,όπως τις αντέχει το καλό/γερό καράβι στις φουρτούνες.
***Καραβόσκυλος (ο): Ο σκύλος του πλοίου, αλλά και εκείνα τα μέλη του πλοίου που σπάνια βγαίνουν στη στεριά. Επίσης, μεταφορικά, το λέμε και για ναυτικό, που έχει περάσει τη ζωή του στη θάλασσα. Ο θαλασσόλυκος.
***Καραβοστάσι (το): Η κοινή ονομασία του “ύφορμου” (βλέπε λέξη). Ένας μικρός όρμος. Μία “αγκάλη” (βλέπε λέξη), που λένε κι οι ψαράδες μας. Η ονομασία “καραβοστάσι”, μας λέει η εγκυκλοπαίδεια, είναι όρος βυζαντινός και “σημαίνει τον ύφορμο, κατάλληλο για πρόσκαιρη παραμονή πλοίων-στάση καραβιών”. Στο “καραβοστάσι” μπορούν να βρούν καταφύγιο πλοία μικρά και με ορισμένες καιρικές συνθήκες. Ακόμα μικρότερο είναι το “μανδράκι” (βλέπε λέξη).
***Καραβόσχοινο (το): Το λέμε και «καραβόσκοινο». Ονομασία που δίνουμε στο χοντρό σχοινί για ναυτική χρήση.
***Καραβοτσακίζομαι: Ναυαγώ και μεταφορικά έχω περιπέτειες, καταστρέφομαι.
***Καραβοφάναρο (το): Η κοινή ονομασία της “πυρσωρίδας” (βλέπε λέξη). Το “καραβοφάναρο” είναι ένα πλοίο μόνιμα αγκυροβολημένο κοντά σε θαλάσσιο κίνδυνο, που τον επισημαίνει, την ημέρα, με επιγραφές στα πλευρά του και την νύχτα με ισχυρό φανό. Μεταφορικά λέμε “Έμεινε καραβοφάναρο το πλοίο” όταν αυτό, ξεμείνει από προωθητική δύναμη.
***Καραμοσάλι (το): Κοινή ονομασία της “αμφιδέτησις” (βλέπε λέξη). Ακούγεται και “καραμουσάλι”. Τρόπος αράγματος ενός σκάφους/βάρκας προκειμένου να ανεμίζει. Σε μέρη που συχνά γυρνάει ο καιρός, καλόν είναι, αφού φουντάρουμε το σίδερο και ασφαλίσουμε το έκταμα στην πλώρη , να δώσουμε μια μπαρούμα στη στεριά και να την δέσουμε/ασφαλίσουμε εκεί. Μ΄αυτόν τον τρόπο ανεμίζει το σκάφος/ βάρκα μας . Την ονομασία “καραμοσάλι/καραμουσάλι/καραμουσέλι” φέρει και ο κρίκος της “αμφιδέτησις” (βλέπε λέξη).
***Καραμπίνα (η): Βραχύκαννο και ελαφρύ τουφέκι.
***Καραμποτίνι (το): Λέγεται κι έτσι το “δικτυωτό” (βλέπε λέξη).
***Καραντίνα (η): Υγειονομική κάθαρση.
***Καραντζόβας (ο): Στην ναυτική “αργκό” ο ναύτης της Ναυτικής αστυνομίας, αλλά ακούγεται και για τους καταστρώματος (βλέπε “κατραμόκωλος” παρακάτω). Ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του μας λέει ότι «καρατζόβας = ο αγροίκος, ο άξεστος, ο βλάχος».
***Καραντί (το): Είναι η «Κατάσταση 6-8», η μεγαλύτερη διαβάθμιση της “αποθαλασσίας” σε άπνοια, όπου το ύψος του κύματος έχει τον χαρακτηρισμό “Μέγα” (γίνεται ,με άλλα λόγια, όχι μόνον σάλος αλλά και σφοδρός σάλος). Επίσης στην «αποθαλασσία» έχουμε την «Κατάσταση 1-2», που ονομάζεται «Αποθαλασσία από…π.χ. νότια», με χαρακτηρισμό του ύψους κύματος “Χαμηλά” και τέλος την «Κατάσταση 3-5», που ονομάζεται “Κουφοθάλασσα”, με χαρακτηρισμό του ύψους κύματος “Μέτρια” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καραντί (το): Ακούγεται και σαν χαρακτηρισμός του “σκαμπανέβασματος” (“προνευστασμού”) του καραβιού, λόγω της θαλασσοταραχής που συνεχίζεται και μετά την παύση του ανέμου, δηλαδή την “φουσκοθαλασσιά” (“αποθαλασσία”). (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καραντίνα (η): Η κοινή ονομασία της “κάθαρσης” (βλέπε λέξη παραπάνω). Το χρονικό διάστημα που το σκάφος κρατείται σε απομόνωση.
***Καρατάρω : Υπολογίζω προσεχτικά.
***Καρβουνιέρα (η): Κοινή ονομασία της “προτονίδας του επιδρόμου” (βλέπε λέξεις).Τριγωνικό πανί μεταξύ μεσαίου και πρυμιού ιστού.
***Κάργα: Παρότρυνση προς τους κωπηλάτες “κάργα τα κουπιά”, που σημαίνει να ταβήξουν τα κουπιά της βάρκας,με όση δύναμη έχουν.
***Καργαδούρος (ο)! Το λιμάνι φόρτωσης του πλοίου.
***Καργάρω: Εντείνω μέχρι δεν πάει άλλο. Γεμίζω μέχρι πάνω, μέχρι τα μπούνια (βλέπε λέξη)

*Καργέλι (το): Η κοινή ονομασία για το “χαλαστήριο” (βλέπε λέξη) του φλόκου.
***Κάργο (το): Το φορτίο αλλά και το φορτηγό πλοίο.
***Καρδάνειος ανάρτηση (η): Ο μηχανισμός ανάρτησης της πυξίδας του πλοίου (ανάρτηση καρδάνειος ή καρντάνο από τον ιταλό μαθηματικό Cardano), που της επιτρέπει να διατηρεί τη σωστή της θέση, παρά τις κλίσεις του πλοίου. Ο πιο γνωστός τύπος ανάρτησης είναι ο τύπος “Καρντάνο”, που χρησιμοποιεί ένα σύστημα αρθρώσεων για να επιτρέπει την ανεξάρτητη κίνηση της πυξίδας από το σκάφος.
***Καρένα (η): Βλέπε “καρίνα”.
***Καρενάγιο (το): Βλέπε λέξη “καρνάγιο”.
***Καρενάρω: Γέρνω/πλαγιάζω/κατακλίνω το σκάφος, προκειμένου να καθαρίσω/επισκευάσω την “γάστρα” του (βλέπε λέξη).
***Καρέλο (το): Το κάθισμα του κωπηλάτη , που παλινδρομεί, στις λέμβους αγώνων κωπηλασίας.
***Καρίδες (οι): Μια άλλη ονομασία των γαρίδων, που δεν ακούγεται και πολύ. Γράφεται με “ι” ,ενώ οι “καρύδες”, ο καρπός, γράφεται με “υ”.
***Κάρικο (το): Το φορτίο.
***Καρίνα (η): Η κοινή ονομασία της “τρόπιδας” (βλέπε λέξη) του σκάφους. Λέγεται και “καρένα” (βλέπε παραπάνω). Αποτελεί βασικό δομικό στοιχείο κάθε ναυτικής κατασκευής και εκτείνεται από την πλώρη έως την πρύμνη, στα ύφαλα του πλοίου.
***Καρίνα δεύτερη (η): Κοινώς “ακράπι” (βλέπε λέξη).Μερικές φορές, η “καρίνα” του σκάφους, ενισχύεται από μία επιπλέον κατασκευή, που τοποθετείται ακριβώς από πάνω της και λέγεται “δεύτερη καρίνα”. Τώρα, πάνω από την “δεύτερη καρίνα” τοποθετείται το “εσωτρόπιο” (κοινώς “σωτρόπι”), που την καλύπτει.
***Καρινάρω: Βλέπε λέξη “καρενάρω” παραπάνω,
***Καρκίνοι (οι): Όλα τα καρκινοειδή, όπως γαρίδες, καβούρια , αστακοί, καραβίδες και πάει λέγοντας, που αποτελούν ένα πολύ νόστιμο πιάτο με θαλασσινά.
***Καρλίνο (το): Τύπος στριφτού σχοινιού, που το στρίψιμο των “εμβόλων/κλώνων” του, είναι αριστερόστροφο ( να θυμόμαστε να το “σπειρώνουμε/ντουκιάρουμε” αριστερά, γιατί αλλιώς θα “συστρέψει/βερινιάσει) . (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καρνάγιο (το): Τόπος όπου τα σκάφη ανελκύονται στην στεριά προς καθαρισμό/συντήρηση/ επισκευή/φύλαξη. Το λέμε και “ταρσανά” και “καρενάγιο”.(Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καρνέ (το): Το σημειωματάριο.
***Καρπάθιο πέλαγος(το): Η έκδοση του 1953 για τα όρια των θαλασσών του Διεθνούς Υδρογραφικού Οργανισμού δεν αναφέρει τίποτα, για το “Καρπάθιο Πέλαγος” παρά μόνον για το “Αιγαίο Πέλαγος”, στο οποίο, προφανώς, συμπεριλαμβάνεται, κι αυτό όχι με βεβαιότητα (Ο Γερμανός γεωγράφος Χάινριχ Κίπερτ δίνει άλλη θεώρηση, ως γειτνιάζον με το Λύκιο Πέλαγος κλπ). Θα αναφέρω, σε συντομία, τα όρια που γράφει η εγκυκλοπαίδεια “Το Καρπάθιο Πέλαγος, το νοτιώτερο απ΄τα μικρότερα πελάγη του Αιγαίου, απλώνεται από την Κάρπαθο προς την Ρόδο ( δηλαδή το “Στενό Καρπάθου ή Διέκπλους Καρπάθου) και προς βορρά συνορεύει με το Ικάριον Πέλαγος. Περιβρέχει την Αστυπάλαια και την Κω καθώς και τα νησιά της Δωδεκανήσου, που είναι προς νότον και εισδύει στις μικρασιατικές ακτές (κόλπος Δωρίδος/Hisaronu Korfezi και κόλπος Κεραμεικού/Gokova Kofezi), συνορεύει δε, με το Λύκιον Πέλαγος”. Εγώ έχω να προσθέσω ότι, όπως το έζησα, το “Καρπάθιο Πέλαγος” περιλαμβάνει, οπωσδήποτε και τον διέκπλουν μεταξύ Καρπάθου/ Κάσου και Κρήτης. Άλλωστε και τα δελτία “Μέτεο” για την ναυτιλία, δείχνουν αυτόν τον διέκπλουν.
***Καρρέ (το): Ο “μεσόδομος” (βλέπε λέξη), τετράγωνο και όχι πάντα, διαμέρισμα του πλοίου, που χρησιμεύει ως εντευκτήριο ή εστιατόριο.
***Καρριέρα (η): Η σταδιοδρομία.
***Καρούλι (το): Η κοινή ονομασία του “καρύου” (βλέπε έκφραση “κάρυο του τροχίλου”).
***Κάρτα (η): Όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας, που σημαίνει τον ναυτικό χάρτη και μάλιστα της μεγάλης κλίμακας (Να μην ξεχνάμε ότι ο χάρτης που απεικονίζει μια μικρή περιοχή, είναι μεγάλης κλίμακας-κάρτα μεγάλο κουμπάσο, ενώ ο χάρτης που απεικονίζει μια μεγάλη περιοχή, είναι μικρής κλίμακας-κάρτα μικρό κουμπάσο) .
***Κάρτα (η): Η κοινή ονομασία του “ανεμόρρομβου” . Ένας κύκλος έχει 32 ανεμόρρομβους/κάρτες.Μία “κάρτα”=11°15΄, που υποδιαιρείται σε δύο “μισές κάρτες/μέντζα” και σε τέσσερα “καρτίνια/τσερέκια” .Λέμε “Σορόκο-κάρτα-Λεβάντε” και γράφουμε “Σ1Λ”.(βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κάρτα ή και χάρτα (η): Ο χάρτης (βλέπε λέξεις).
***Κάρτερ (το): Το περίβλημα που προστατεύει τα κινητά μέρη μιας μηχανής, ο στροφοθάλαμος (βλέπε λέξη). .
***Καρτερία (το): Το πρώτο “ατμήλατο” (βλέπε λέξη) Ελληνικό πολεμικό πλοίο, που για πρώτη φορά, στην παγκόσμια ιστορία, έλαβε μέρος σε ναυμαχία. Ήταν τροχήλατο και έφερε 4 ιστούς για βοηθητική ιστιοφορία.
***Καρτιέρης (ο): Ναυτικό όργανο. Αβάκιο (βλέπε και λέξη), που χρησιμεύει για την επίλυση προβλημάτων πλεύσεως του σκάφους.
***Καρτίνι (το): Το λέμε και ” τσερέκι” (βλέπε παραπάνω λέξη “κάρτα”). Η λέξη “καρτίνη/καρντίνη” φέρνει στο μυαλό την στροφή, στο ποίημα “Kuro Siwo” του ποιητή της θάλασσας Καββαδία. ” πως παίζει ο μπούσουλας καρντίνη με καρντίνη”.
***Κάρτο (το): Το τέταρτο της ώρας.
***Καρύδι (το): Η κοινή ονομασία του κόμπου “ακρόκομπος του ορμιδίου” (βλέπε έκφραση). Μ΄ αυτόν, αποκτά βάρος η άκρια του ορμιδίου/αρμιδιού, για να μπορέσουμε να το πετάξουμε μακριά.
***Καρυδότσουφλο (το): Το πολύ ελαφρύ σκάφος που παρασέρνεται εύκολα από τα κύματα.
***Καρύλιο (το): Κοινώς το “ράουλο” (βλέπε και λέξη “κάρυο” παρακάτω). Υπάρχει και το “σιδεροσκεπές ράουλο”, που φέρει γάντζο για την ανάρτησή του.
***Κάρυο του τροχίλου: Κοινώς “ράουλο του μακαρά”. Άλλες ονομασίες του “καρύου” είναι: “ράγουλο”, “καρούλι” και “τροχός” (βλέπε έκφραση/λέξεις).
***Καρυόκομπος (ο): Κοινώς “καρυδόκομπος” και “σαρίκι”. Κόμπος που τον κάνουμε στην άκρια του σχοινιού, για να μην μας φύγει από τον τρόχιλο, αλλά και σαν “φίμωμα” του σχοινιού. Ειδικά ο “διπλός καρυόκομπος” γίνεται στο τέλος της “μπαρμπαρέσας”, για να την κρατάμε, όταν κάνουμε “μπότσο” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Καρυόσχοινο (το): Κοινώς “τζίβα” (βλέπε λέξη). Είδος σχοινιού από τις ίνες της ινδικής καρύδας, που είναι “αβύθιστο” και το χρησιμοποιούσαμε για “πρυμνήσια/πρυμάτσα”, για ευνόητους λόγους.
***Καρφί (το): Ο ήλος, η πρόκα. Λέμε ¨”τάκανε γυαλιά καρφιά” ή “καρφί δεν του καίγεται” κ.α.
***Καρφί ξύλινο (το): Το παλούκι, ο “γόμφος” (βλέπε λέξη).
***Καρχήσιο (το): Μιά άλλη ονομασία της κοινώς λεγόμενης “κόφας” (βλέπε λέξη παρακάτω).
***Κάσα (η): Το κιβώτιο για φύλαξη/μεταφορά/προστασία αντικειμένων. Γράφεται και “κάσσα”. Την κάσα την λέμε και “κασόνι”. Ακούγεται και κουτί και “κούτα”.
***Κάσα του κουβουσιού (η): Κοινή ονομασία της “βαλβίδας της καθόδου” ή του ¨”κανθηλίου της καθόδου”, που είναι, θα λέγαμε, ο προφυλακτήρας, για αποφυγή εισροής υδάτων κ.α. από την κάθοδο.
***Κάσα του μακαρά (η): Κοινή έκφραση της “θήκης του τροχίλου”.
***Κάσα του “τσιμπουκιού” (η): Η κοινή ονομασία της “έδρας του επιστηλίου” (βλέπε λέξεις).
***Κάσαρο (το): Το “κάσαρο” ή “καμπούνι” είναι κοινές ονομασίες του “προστέγου” (βλέπε λέξη). Στο Admiralty Manual of Seamanship (Admiralty) και στη σελ. 1-6 αναγράφει, “forecastle” για το “πρόστεγο” και “poop” για το “επίστεγο” (βλέπε λέξη), στα δε ιστιοφόρα πλοία του παρελθόντος, το 04 κατάστρωμα (το επιστέγασμα της 3ης υπερκατασκευής του “επιστέγου”) , γράφει ότι αποκαλείται “after castle”. Το βρήκα γραμμένο και με δύο “σ”, ως “κάσσαρο” .
***Κάσαρο (το): Λεγόταν και “κασαρί”΄, η στεγασμένη υπερκατασκευή στο στεγασμένο πρυμναίο τμήμα των παλαιών ιστιοφόρων, όπου στο ελαφρό της κατάστρωμα, στεκόταν ο κυβερνήτης.Το “πούπι” που λέγεται στα σημερινά εμπορικά πλοία, ενώ στα Πολεμικά πλοία λέγεται αποκλειστικά “επίστεγο” (βλέπε λέξη ). Το βρήκα γραμμένο και με δύο “σ”, ως “κάσσαρο”.
***Κασέλα (η): Το κιβώτιο, το μπαούλο.
***Κάσκα (η): Το κράνος (βλέπε λέξη παρακάτω). Θολωτό καπέλο από φελλό, που φοριόταν στις τροπικές χώρες για προστασία από τον ήλιο.
***Κασκαβάλι (το): Η κοινή ονομασία της “εφηλίδας” (βλέπε λέξη). Το “κασκαβάλι” το λέμε και “τζιβί”.
***Κασκέτο (το): Το στρατιωτικό πηλήκιο (βλέπε λέξη).
***Κασόνι (το): Το κιβώτιο.
***Κασσίτερος (ο): Κοινώς το “καλάϊ” ή ο “λευκοσίδηρος”. Ο κασσίτερος όταν ενωθεί (χημικά) με τον χαλκό, δημιουργεί τον μπρούτζο, ένα πολύ σκληρό και συμπαγές κράμα. Ο μπρούτζος δεν έχει το βασικό μειονέκτημα του σίδερου, την σκουριά. Μία άλλη εφαρμογή του είναι η “επικασσιτέρωση” για να μην σκουριάζουν τα αντικείμενα (το “γάνωμα” και ο τεχνίτης λεγόταν “γανωτής” ή “γανωματής” ή “καλαϊτζής”. Σήμερα το “καλάϊ” (κοινή ονομασία του “κασσίτερου”) είναι παρόν σε όλες τις συγκολλήσεις των ηλεκτρονικών/ηλεκτρικών κυκλωμάτων και σε όλες τις ψηφιακές συσκευές.
***Καστάνια (η): Κοινή ονομασία του “επίσχεστρου” (βλέπε λέξη). Άλλες ονομασίες “καστανιόλα”,”κατοχεύς” (βλέπε λέξεις). Μηχανισμός που εμποδίζει την κίνηση προς κάποια κατεύθυνση.
***Καστανιόλα (η): Βλέπε λέξη “καστάνια”.
***Καστανιόλες (οι): Βλέπε παρακάτω λέξη “κατακλείδες”.
***Καστελόριζο (το): Η κοινή ονομασία της νήσου “Μεγίστης” της ανατολικώτερης νήσου των Νοτίων Σποράδων (Δωδεκανήσου) του Αιγαίου πελάγους. Το φρούριο.
***Κατάβαθα (τα): Πάρα πολύ βαθιά, εντελώς στο βάθος,τα κατάβαθα της γής.
***Καταβαθμός (ο): Κοινώς “σκάλα”. Είναι μέρος αλίμενο για πρόσκαιρη αγκυροβολία και σύντομη ελευθεροκοινωνία με την στεριά. Έχει την μικρότερη διαβάθμιση στην σειρά των “κολπώσεων” (βλέπε παρακάτω) και έρχεται τελευταίος μετά το “καραβοστάσι” και το “επίνειο”.
***Καταβάλλω τέλη: Σημαίνει εκτελωνίζω.
***Καταβάλλω τον εχθρό: Σημαίνει τον νικώ, τον βάζω κάτω.
***Καταβάλλω τρόπιδα: Ρίχνω καρένα.
***Καταβατικός άνεμος (ο): Τον λέμε και “αύρα των ορέων” (βλέπε έκφραση). Οι “καταβατικοί άνεμοι” που κατέρχονται/κατεβαίνουν από τα βουνά, παρουσιάζουν συνήθως μεγάλη ένταση και πνέουν καμιά φορά με μεγάλη σφοδρότητα.
***Καταβέλονα: Μια άλλη ονομασία της “κατάπρυμα” (βλέπε λέξη παρακάτω) πλεύσης της ιστιοδρομίας.
***Καταβιβάζω: Φέρνω κάτι από ψηλότερα πιο χαμηλά. Το κατεβάζω. Καθαιρώ (π.χ. καθαίρεση της οκτάκωπης βάρκας). Υποστέλλω (π.χ. υποστολή σημαίας).
***Καταβύθιση (η): Η πράξη και το αποτέλεσμα του καταβυθίζω. Η βύθιση εντελώς στο νερό του αντικειμένου, το “βούλιαγμα” (βλέπε λέξη). Το λέμε όμως μεταφορικά και για την “κατακρήμνιση”.
***Καταβύθιση των νερών (η): Όταν τα επιφανειακά νερά ζεσταίνονται, εξατμίζονται και το αλάτι τους μαζεύεται, με αποτέλεσμα να αυξάνει την πυκνότητά τους, οπότε καταβυθίζονται, για να αναδυθούν τα κρύα νερά, που αφού ζεσταθούν κι αυτά θα βυθιστούν με την σειρά τους κι έτσι θάχουμε τον συνεχή κύκλο.
***Κατάγω: Φέρω κάτι προς τα κάτω. Το χαμηλώνω.
***Καταδίωξη (η): Προσπαθώ να φθάσω κάποιον για κάποιον σκοπό.
***Καταδότης (ο): Το άτομο που χαρακτηρίζουμε σπιούνο/ρουφιάνο/καρφί και στην “αργκό” στο ναυτικό, τον αποκαλούσαμε ο “δώστης”.
***Καταδρομή (η): Έτσι ονομάζεται στον θαλάσσιο πόλεμο, κάθε επιθετική ενέργειά μας, αιφνιδιαστικού χαρακτήρα, που στρέφεται εναντίον της θαλάσσιας υποδομής του αντιπάλου.
***Καταδρομικό (το): Τύπος πολεμικού πλοίου με σκοπό την “καταδρομή” , όπως λέει και ο χαρακτηρισμός του. Ήταν ο ενδιάμεσος τύπος μεταξύ των πλοίων μάχης (θωρηκτών) και των ελαφρών σκαφών (αντιτορπιλικών).
***Κατάδυση (η): Η βύθιση στο νερό και κάτω από την επιφάνειά του. Η καταβύθιση, το βούτημα, η βουτιά, το μακροβούτι. Η κάθοδος του δύτη στον πυθμένα του βυθού. Εδώ να πούμε ότι, υπήρχε ποινή με το όνομα αυτό, που επιβαλλότανε από τα ναυτικά δικαστήρια και ήταν ,το λιγότερο , απαίσια. Ο κατάδικος δενόταν από τα χέρια και τα πόδια και τον τραβούσαν να περάσει τρείς φορές από την μια πλευρά του πλοίου στην άλλη, κάτω απ΄ την καρένα (γδερνότανε από τα κολλημένα όστρακα) και πολλές φορές πέθαινε. Το ναυτικό μας δεν δέχθηκε ποτέ, να εισάγει αυτό το είδος της ποινής, τα δε άλλα ναυτικά την κατάργησαν στα μέσα του 19ου αι.
***Καταδύτης (ο) και καταδύτρια (η): Το άτομο που κάνει καταδύσεις.
***Καταδυτικό μηχάνημα (το): Έτσι χαρακτηρίζεται κάθε συσκευή, που παρατείνει την παραμονή του δύτη στο βυθό του νερού.
***Καταιγίδα (η): Η καταιγίδα είναι ένα μετεωρολογικό φαινόμενο, που το συνοδεύουν αστραπές, κεραυνοί, μερικές φορές χαλάζι και σχεδόν πάντα με έντονη βροχόπτωση και ισχυρούς ανέμους. Εδώ να πούμε ότι, η ταχύτητα του ανέμου προς την ταχύτητα μετακίνησης του κύματος έχει ένα λόγο 4 προς3, προσεγγιζόντως.
***Καταγίδα/Σφοδρή θύελλα (η): Είναι o χαρακτηρισμός της βαθμίδας «10» της κλίμακας Beaufort . Κατ΄αυτήν, η ταχύτητα του ανέμου κυμαίνεται στους 48-55 κόμβους και παρατηρούνται κύματα πολύ υψηλά, λευκές ραβδώσεις αφρού κατά την διεύθυνση του ανέμου και ο «πίτυλος» (βλέπε λέξη) μπορεί να επηρεάσει την ορατότητα. Έχω πάρει μια γεύση από την κατάσταση αυτής της θάλασσας.
***Καταιγίδα πολύ σφοδρή (η): Είναι ο χαρακτηρισμός της βαθμίδας «11» της κλίμακας Beaufort. Κατ΄ αυτήν , η ταχύτητα του ανέμου κυμαίνεται μεταξύ 56-63 κόμβους και παρατηρούνται εξαιρετικά υψηλά κύματα, ο αφρός των κυμάτων καλύπτει την επιφάνεια, η δε ορατότητα είναι πολύ μειωμένη.
***Καταιγισμός (ο): Στην πυροβολική είναι η δραστική βολή πολλών πυροβόλων.
***Καταιονιστήρας (ο): Κοινώς το “τηλέφωνο του ντους”, η «ντουζιέρα» ή απλά το “ντους”. Εξακοντίζει και διασπείρει το νερό. Το ίδιο ισχύει και για τον αέρα.
***Κατακάθετος (η): Κατά την διαδικασία της άπαρσης του αγκυροβολημένου πλοίου και όταν το βιράρισμα της “καδένας” φέρει την άγκυρα “απίκο”, ακριβώς κάτω απ την πλώρη μας, τότε ο “ναυκλήρος/λοστρόμος”, το γνωστοποιεί στην γέφυρα του πλοίου με την λέξη “κατακάθετος”. Η διαδικασία θέλει την γέφυρα, να είναι συνεχώς ενήμερη της κατάστασης της εισολκής “καδένας/άγκυρας” κι έτσι η “ομοχειρία προστέγου”, γνωστοποιεί τον αριθμό “αμμάτων/κλειδιών” στη θάλασσα, το γεγονός που η άγκυρα ήρθε “παρακάθετος”, μετά “κατακάθετος” και περιμένει την εντολή “ανάσπα” ,για να την ενημερώσει στη συνέχεια επί της πορείας, με τις λέξεις “ξενέρισε” (βγήκε απ΄το νερό) – “μασχαλίστηκε” – “στερεώθηκε”, για να ακολουθήσει από την γέφυρα η εντολή της “διάλυσης της άπαρσης”. (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κατακλείδες (οι): Κοινώς “καστανιόλες” (βλέπε λέξη). Μικροί μοχλοί στη βάση του “εργάτη” (βλέπε λέξη) που τον εμποδίζουν να αναστρέψει.
***Κατακλίνω πλοίο: Κοινώς “καρενάρω” (βλέπε λέξη παραπάνω). Κάνω κάποιο από όρθιο να πλαγιάσει, πλαγιάζω από την μια πλευρά το πλοίο, προκειμένου να προβώ στον καθαρισμό των υφάλων του.
***Κατάκλιση πλοίου (η): Το πλάγιασμα επί της μιας πλευράς.
***Κατάκλιση (η): Ακόμα ηχεί στα αυτιά μου ο ήχος της σάλπιγγας και το κέλευσμα “σάρωση – κατάκλιση” στη Σχολή. “Κατάκλιση” που σημαίνει το πλάγιασμα στο κρεβάτι, το ξάπλωμα.
***Κατάκλιτο πλοίο (το): Το αποτέλεσμα του “κατακλίνω πλοίο” (βλέπε παραπάνω).
***Κατακλύζω: Πλημμυρίζω,καλύπτω με νερό.
***Κατάκλυση (η): Η πλήρωση με νερό κάποιου διαμερίσματος για σβέση/περιορισμό πυρκαϊάς ή άλλο λόγο.
***Κατάκλυστος υπό υδάτων (ο): Γεμάτος νερά.
***Κατάκολο (το): Το τελευταίο χωνί του γρίπου ψαρέματος.
***Κατακολπίζω: Μπαίνω, εισέρχομαι σε όρμο.
***Κατακόρυφη Δομή Ατμόσφαιρας (η): Η ατμόσφαιρα αποτελείται από στρώματα, που στον ισημερινό έχουν μεγαλύτερο πάχος, στους πόλους το μικρότερο και στην εύκρατη ζώνη το ενδιάμεσο. Αυτά είναι: α) Η Τροπόσφαιρα (το πρώτο στρώμα, σε ύψος 8 χλμ. στους Πόλους και 18 χλμ. στον Ισημερινό), είναι το σημαντικότερο και συμβαίνουν, σχεδόν όλα, τα καιρικά φαινόμενα, β) Η Στρατόσφαιρα γ) Η Μεσόσφαιρα δ) Η Ιονόσφαιρα και ε) Η Εξώσφαιρα.
***Κατακόρυφη αδιαβατική θερμαθμίδα (η): Ονομάζεται η μείωση της θερμοκρασίας, σε συνάρτηση με το ύψος, μέσα στην “τροπόσφαιρα” (βλέπε παραπάνω “κατακόρυφη δομή ατμόσφαιρας”)
***Κατακόρυφοι τομείς φανών των σκαφών (οι): Στην παράγραφο 10 του Παραρτήματος Ι του ΔΚΑΣ αναγράφεται με λεπτομέρειες η “κατακόρυφη τοποθέτηση και διαστήµατα µεταξύ φανών”, στην δε παράγραφο 10 οι “κατακόρυφοι τομείς των φανών” των σκαφών.
***Κατακόρυφος γωνία ασφαλείας (η): Όταν είμαστε υποχρεωμένοι να παραπλεύσουμε μια περιοχή με ναυτιλιακούς κινδύνους , μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την “κατακόρυφο γωνία ασφαλείας”. Προϋπόθεση, να υπάρχει καταφανές σημείο και να υπάρχουν τα στοιχεία ύψους του.
***Κατακόρυφος τόπου (η): Είναι η διεύθυνση της βαρύτητας, που συναντά το σημείον ζενίθ του τόπου στην ουράνια σφαίρα.
***Κατακρημνίσματα (τα): Στην μετεωρολογία η ονομασία αυτή αντιπροσωπεύει τα νέφη, την βροχή, το χιόνι , το χαλάζι.
***Καταμέτρηση (η): Οι “καταμετρήσεις” στα πλοία είναι η “ολική χωρητικότητα” και η “καθαρή χωρητικότητα” (βλέπε εκφράσεις).
***Καταμαράν (το): Ένα σκάφος με δύο παράλληλες “γάστρες” (βλέπε λέξη) ίσου μεγέθους. Προσφέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα, ταχύτητα και λιγότερη αντίσταση στη θάλασσα σε σχέση με τα παραδοσιακά μονόγαστρα σκάφη. Ξεκίνησε σαν αλιευτική σχεδία των ιθαγενών της Καραϊβικής και επεκτάθηκε στην σημερνή μορφή. Εμένα με κάνει σκεπτικό η διαφορά του τύπου του κύματος του Ατλαντικού και του Αιγαίου που φτιάχτηκαν για να αντιμετωπίσουν.
***Κατάμπαρο (το): Ο χώρος κάτω από τον “κουραδόρο” (βλέπε λέξη παρακάτω).
***Κατανάλωση (η): Είναι η ποσότητα του καυσίμου, που καίει η μηχανή ανά ίππο και ώρα.
***Κατάντη (το): Προς την διεύθυνση ροής του ρεύματος.”Ανάντη”, το αντίθετο, (βλέπε λέξη), (downstream-opposιte- upstream, H.O.Pub.No.220).
***Κατάντης(ο): Ο κατηφορικός, ο επιρρεπής.
***Κάταντης (ο/η) και το “κάταντες”: Αυτός που έχει κλίση. Το “κάταντες” χρησιμοποιείται για να δηλώσει και τον γκρεμό.
***Καταξεριάς (ο): Ο «νοτιάς/όστρια» (βλέπε λέξη), που συνοδεύεται από υψηλές θερμοκρασίες.
***Κατάορτσα : Τελείως πάνω στον καιρό, η ιστιοδρομία.
***Καταπακτή (η): Το άνοιγμα στο δάπεδο του πλοίου, που κλείνει με πόρτα οριζόντια και οδηγεί, συνήθως, σε αμπάρι.
***Καταπέλτης (ο): Ήταν αρχαία πολεμική μηχανή, που εκσφενδόνιζε βέλη/λίθους κλπ. Σήμερα, λέμε “καταπέλτη” την κατασκευή εκείνη που ανοιγοκλίνει και επιτρέπει την επιβίβαση και αποβίβαση οχημάτων από οχηματαγωγά πλοία. Ως “καταπέλτης απονήωσης” χρησιμοποιήθηκε ο συγκεκριμένος μηχανισμός, για να εκτινάσσει τα φερόμενα επί του καταστρώματος του πολεμικού πλοίου αεροπλάνα. Ακούγεται και με την ονομασία “ράμπα” (βλέπε λέξη).
***Καταναγκαστική εργασία (η): Η “αγγαρεία (βλέπε λέξη).
***Καταπλέω: Φθάνω κάπου χρησιμοποιώντας την υδάτινη οδό. Λέμε και “αριβάρω” ή “φθάνω” ή “έρχομαι” ή “αφικνούμαι”. Εάν χρησιμοποιήσουμε την ποταμίσια οδό, τότε στην περίπτωση που πλέουμε σύμφωνα με την ροή του ποταμού, λέμε “καταπλέω” και στην αντίθετη περίπτωση, λέμε “αναπλέω”.
***Καταπληξία (η): Κοινώς το “σοκ” (shock) (βλέπε λέξη). Η αιφνίδια κατάρρευση του οργανισμού μας.
***Κατάπλους (ο): Ο ερχομός/άφιξη του σκάφους στον προορισμό του.
***Κατάπλωρα: Τοπικός προσδιορισμός που σημαίνει το “ακριβώς στην πλώρη” ή και “πρώραθεν” (βλέπε λέξεις).
***Καταπολεμώ: Καταβάλλω (βλέπε λέξη παραπάνω) με πόλεμο.
***Καταποντίζομαι: Βυθίζομαι, πνίγομαι π.χ. Το πλοίο καταποντίστηκε .
***Καταποντίζω: Καταβυθίζω στο υγρό στοιχείο. Η πράξη “καταπόντιση” και το αποτέλεσμα “καταποντισμός”.
***Κατάπρυμα: Ακριβώς πίσω μας, στην κατεύθυνση της πρύμης μας. “Πρύμνηθεν” (βλέπε λέξη).
***Κατάπρυμα: Ονομασία πλεύσης κατά την “ιστιοδρομία”/”αρμενισιά”, που σημαίνει ότι, έχουμε τον αέρα να μας έρχεται από 165° – 195° πράσινο ή κόκκινο, μέσω πρώρας. Άλλες ονομασίες αυτής της πλεύσης είναι: “Πρύμα” και “Εξ Ουρίας”.(Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κατάπλωρα: Ακριβώς στην πλώρη. Μπροστά μας. Πρώραθεν.
***Κατάρτι (το): Η κοινή ονομασία του “ιστού” (βλέπε λέξη). Άλλες ονομασίες είναι: “΄Αλμπουρο”, “Άρμπουρο”, “Άρμπορο”. Κάθε κατάρτι, λόγω μήκους, αποτελείται από τρία έως τέσσερα μέρη. Το σύνηθες ήταν με τρία μέρη και με ονομασίες: “Στήλη” (κοινώς “κολόμπα”) το κατω-κάτω. Ακολουθεί από πάνω του, το “μέγα επιστήλιο” (κοινώς “μεγάλο τσιμπούκι) και πιο πάνω ,το τελευταίο, το “μικρό επιστήλιο” (κοινώς “μικρό τσιμπούκι”). Αυτά είναι τα τρία μέρη που αποτελούν το “κατάρτι”. Αν τώρα αποτελείται από δυο μέρη το πρώτο ονομάζεται “στήλη” (κοινώς “κολόμπα”) και το δεύτερο “επιστήλιο” (κοινώς “τσιμπούκι”.
***Κατάρρους (ο): Λέγεται η κάθοδος των κυμάτων με βοή στις πλευρές των βράχων που σπάνε.
***Κατάσαρκα: Κοινώς “ζακετόνι”. Σημαίνει, αμέσως απάνω στο δέρμα του σώματος, π,χ. λέμε ότι οι ψαράδες μας φοράνε και το καλοκαίρι “κατάσαρκα” μάλλινη φανέλα, γιατί μαζεύει την υγρασία της θάλασσας.
***Κατάσβεση (η): Η πλήρης σβέση της φωτιάς.
***Κατασβεστήρας (ο): Ο πυροσβεστήρας.
***Κατασιγαστήρας (ο): Κοινώς ο “σιλανσιέ” (βλέπε λέξη). Διάταξη που “πνίγει” τον κρότο των εκρήξεων της μηχανής.
***Κατασκοπεία (η): Η επισταμένη παρατήρηση εκ του αφανούς.
***Κατάσταση (η): Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε/λαμβάνει χώραν το οτιδήποτε. Η θέση ανθρώπου/πράγματος σε δεδομένο χρόνο/τόπο.
***Κατάσταση θαλάσσης (η): Όταν αναφερόμαστε στον θαλάσσιο κυματισμό, χρησιμοποιούμε δύο όρους, την “κατάσταση θαλάσσης” και την “αποθαλασσία”. Η “κατάσταση θαλάσσης” με την βαθμολογία και τον χαρακτηρισμό, αναφέρονται σε κύματα που γίνονται υπό την επήρεια του ανέμου, στο ανοικτό πέλαγος και σε πλήρως ανεπτυγμένη θάλασσα, γιατί σε περιορισμένες θαλάσσιες περιοχές, σε κόλπους κλπ, ή κοντά στις ακτές, με άνεμο που πνέει από την ξηρά προς τη θάλασσα, τα ύψη κύματος είναι μικρότερα και οξύτερα (Θυμάμαι τον αντιπλοίαρχο ναυπηγό, που μας έκανε μάθημα στην Σχολή και μας έλεγε ότι, όταν έχουμε κάποιον άνεμο, που πνέει από την ξηρά προς την θάλασσα, ο κυματισμός θα λάβει την μορφή, που αντιστοιχεί στην δύναμη του ανέμου ,σε απόσταση 50 ν.μλ. από την ακτή και στην διεύθυνση προς την οποίαν πνέει ο άνεμος. Επόμενο, λοιπόν, είναι ο πραγματικός κυματισμός να μην συνδέεται με τον επικρατούντα άνεμο τη στιγμή της παρατήρησης. Τώρα ,όσον αφορά στην “αποθαλασσία”, πρόκειται για κυματισμό που δημιουργήθηκε από άνεμο που δεν υπάρχει τώρα και η «κατάσταση» της επιφάνειας της θάλασσας χαρακτηρίζεται με βάση το ύψος του κύματος.. (Βλέπε και λέξεις “Αποθαλασσία” και “Καραντί”).
***Κατάστρωμα (το): Κοινώς “κουβέρτα” (βλέπε λέξη). Οι αρχαίοι πρόγονοί μας το αποκαλούσαν “τα ίκρια”. Το δάπεδο που καλύπτει εξωτερικά το σκαρί κάθε πλοίου. Το “κατάστρωμα” στερεώνει όλο το σκάφος και το προφυλάσσει από την εισροή νερών βροχής/θαλάσσας. Έχει κυρτή επιφάνεια, με μία ελαφριάν κλίση προς τα πρύμα, για να “αδειάζει” τα νερά βροχής/κυμάτων. “Κατάστρωμα” δεν έχουν οι βάρκες και ορισμένοι τύποι μικρών σκαφών και τα λέμε “άφρακτα” (βλέπε λέξη). Τα μεγάλα πλοία έχουν περισσότερα του ενός καταστρώματα, στα οποία το δεύτερο συνθετικό της ονομασίας τους, δηλώνει και την χρήση/αποστολή του. Εκτός, λοιπόν, του κυρίου καταστρώματος έχουμε π.χ. το κατάστρωμα απονηώσεως, το κατάστρωμα υποφραγμάτων (κουραδόρος- βλέπε λέξη παρακάτω), το κατάστρωμα γεφύρας κ.α. Να προσθέσουμε και τα “αφαιρετά” καταστρώματα, που χρησιμοποιούνται περιστασιακά για τα εμπορεύματα. Την λέξη “κατάστρωμα” χρησιμοποιούμε και για την επίπεδο επιφάνεια του προβλήτα, του δρόμου, των πεζοδρομίων, του κρηπιδώματος.

***Κατάστρωμα αποπροσνήωσης (το): Το αφιερωμένο στις πτήσεις κατάστρωμα του πλοίου.
***Καταστρώματος Αξιωματικός (ο): Στο Εμπορικό Ναυτικό αποκαλείται ο “Ναυτίλος” αξιωματικός. Στο Πολεμικό Ναυτικό αποκαλείται “Μάχιμος” αξιωματικός.
***Κατάταξη στρατολογική (η): Η καταγραφή ατόμου στην δύναμη του Πολεμικού Ναυτικού.
***Κατατομή (η): Είναι η μυτερή προεξοχή της στεριάς στη θάλασσα, αλλέως πώς η “ακρωτηριάζουσα” στεριά.
***Κατατροπώνω: Εξαναγκάζω κάποιον να τραπεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, σε φυγή.
***Καταφανής (ο/η/το): Το ολοφάνερο, αυτό που βλέπουμε εύκολα. Το “αλεώριο” (βλέπε λέξη).
***Κατάφραγμα (το): Ο θώρακας, προστασία. Ο φραγμένος, ο κλεισμένος από όλες τις πλευρές.
***Καταφυγής αγκυροβόλιο (το): Κοινώς “καραβοστάσι”/”ρεφούτζιο”/”σταβέντο-πόρτο”/”καταφύγι” (βλέπε λέξεις). Αγκυροβόλιο που έχει “επίβολο” ΄(βλέπε λέξη) βυθό ,δηλαδή “κρατά καλά”, προστασία από ανέμους ορισμένης διεύθυνσης και ξεχειμώνιασμα. Το λέμε και “αραξοβόλι” (βλέπε λέξη) , που το κληρονομήσαμε από τους λογοτέχνες.
***Καταχνιά (η): Η αραιή ομίχλη. Το “πούσι” (βλέπε λέξη). Ο βαρύς καιρός που μειώνει λίγο την ορατότητα και στη θάλασσα δεν μπορούμε να δούμε πάνω από ν. μίλι.
***Κατεβασιά (η): Δυνατό ρεύμα αέρα που προέρχεται από πάνω. Το ίδιο λέμε και για την ροή του νερού και για την απότομη /ισχυρή βροχή.
***Κατεπάνω (ο): Αξίωμα βυζαντινό που δινόταν και στον Κυβερνήτη πλοίου. Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια , η λέξη αυτή με αναγραμματισμό, γέννησε τον “καπετάνιο”, κατά ορισμένους.
***Κατεργάρης (ο): Είναι βυζαντινή ονομασία και δινόταν στα άτομα με ποινή, ας πούμε, του “κατέργου κωπηλάτη” στις γαλέρες. Στα “τσούρμα” (βλέπε λέξη) των ενετικών γαλερών κωπηλάτες ήταν Έλληνες αιχμάλωτοι αλλά και Ιταλοί από τις φυλακές. Όταν πήγαιναν να ναυμαχήσουν, δινόταν, στα ιταλικά, το κέλευσμα να αναλάβουν και οι φυλακισμένοι Ιταλοί σαν κωπηλάτες, που μεταφραζόταν από τους Έλληνες “Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του” (πηγή εγκυκλοπαίδεια).
***Κάτεργο (το): Ονομασία σε πολλά τοπωνύμια παράλια, ειδικά στις Κυκλάδες. Κι αυτά έλκουν την καταγωγή σε παραδόσεις σχετικές με σκληρότητα.
***Κατευθυνόμενα Βλήματα (τα): Τα γνωρίζουμε με την σύντμηση “Κ/Β”. Η έκφραση μιλά από μόνη της.
***Κατεύθυνση (η): “Κατεύθυνση” ενός αντικειμένου ή σημείου πάνω στη γη, χαρακτηρίζουμε τη σχετική του θέση, ως προς ένα άλλο, που θεωρείται σαν αρχή, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, ως κριτήριο, η μεταξύ τους απόσταση. “Κατεύθυνση” είναι η πορεία την οποία ακολουθεί οτιδήποτε κινείται, η φορά τής κίνησης.
***Κατεύθυνση ρεύματος (η): Είναι η διεύθυνση του ρεύματος.
***Κατευθυντήρας (ο): Εγκατάσταση με την οποία όλα τα πυροβόλα του ίδιου διαμετρήματος και προορισμού, π.χ. των 5΄΄, του πλοίου μπορούν να σκοπεύωνται/πυροδοτούνται από μια κεντρική θέση.
***Κατέχω εις: Εκφραση που αντιστοιχεί στο “πιάνω εις”, που σημαίνει ότι προσεγγίζω με το πλοίο για μικρό χρονικό διάστημα σε μια περιοχή.
***Κατεψυγμένη ζώνη (η): Δηλαδή η ζώνη του “αρκτικού” και του “ανταρκτικού” (βλέπε έκφραση “Ζώνες της γης”).
***Κατηγορίες πλοίων (οι): Τα πλεούμενα γενικά θα πρέπει να τα χωρίσουμε σε τρείς μεγάλες κατηγορίες, όπως είναι τα πολεμικά, τα εμπορικά, τα βοηθητικά (ως πλωτός γερανός, πλοηγίδα κλπ) και τα ειδικού σκοπού (ως φαρόπλοια, ωκεανογραφικά, αναψυχής).
***Κατοπτεύω: Βλέπω/ παρατηρώ εξεταστικά από σημείο ψηλότερα.
***Κατοχέας (ο): Κοινώς το “φρένο” ή και η “καστάνια” (βλέπε λέξεις).
***Κατράμι (το): Κοινή ονομασία της “κεδρίας” (βλέπε παρακάτω λέξη). Άλλες ονομασίες είναι: “υγρόπισσα”, “ξώπισσα” και “πίσσα ρευστή”. Η παχύρρευστος “πίσσα”, (βλέπε λέξη).
***Κατραμώνω: Κεδρώνω (βλέπε λέξη).
***Κατραμόκωλος (ο): Στην ναυτική “αργκό” είναι ο ναύτης της κουβέρτας/καταστρώματος. Τον λένε και ο “καρατζόβας” σε αντίθεση με τον μηχανικό που ακούγεται “λαδόκωλος” (βλέπε λέξεις).
***Κατσάρω: “Ποδόω”, δηλαδή, δένω/έλκω το πανί της ιστιοφορίας με τον “πόδα/σκότα” του (βλέπε αντίστοιχες λέξεις). Λέμε “κατσάρω την σκότα” και εννοούμε ότι “δένουμε την σκότα”.
***Κατσιφάρα (η): Είναι η ομίχλη, η καταχνιά.
***Κατσούλα (η): Ακούγεται και σαν “κάλυμμα” (βλεπε παραπάνω λέξη).
***Κατσώνης Λάμπρος (ο): Θρυλικός Έλληνας θαλασσομάχος του 18ου αι. Το όνομά του έφερε ένα υποβρύχιο, που με Κυβερνήτες ,αρχικά τον πλωτάρχη Α. Σπανίδη και μετέπειτα τον αντιπλοίαρχον Β. Λάσκον, κατέγραψε σελίδες δόξας και βυθίστηκε στις14 Σεπ.1943, βόρεια της νήσου Σκύρου από γερμανικό καταδιωκτικό.
***Κάττυμα (το): Κοινώς η “σόλα” ή και η “μετζοσόλα”(βλέπε λέξεις), το παχύ δέρμα.
***Κατώτατη ρηχία (η): Η φάση της “ρηχίας” (βλέπε λέξη), έχει ένα σημείο, όπου η στάθμη της θάλασσας βρίσκεται, από πλευράς ύψους, στο κατώτατό της σημείον, κάτω της μέσης ημερήσιας στάθμης.
***Κατώτερα νέφη (τα): Τα νέφη που είναι κάτω από το ύψος των 2.000 μ. είναι τα “στρώματα” (stratus, S), οι “στρωματοσωρείτες” (stratokumulus, Sc) και τα “μελανοστρώματα (nimbostratus, Ns) (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κατωτέρα ρηχία (η): Το ίδιο ισχύει ,όπως παραπάνω στην ¨”κατωτάτη ρηχία”, με την διαφορά ότι τώρα αφορά στο κατώτερό της σημείον.
***Κατώτερη ατμόσφαιρα (η): Είνα η “τροπόσφαιρα” και η “τροπόπαυση”.(βλέπε λεξεις).
***Καυνίας (ο): Η ονομασία του βόρειου ανέμου κατά τους Ρόδιους.
***Καυσαέρια (τα): Τα αεριώδη προϊόντα της καύσης του πετρελαίου.
***Καύση (η): Με την “καύση” του καυσίμου επιτυγχάνεται η μετατροπή του σε θερμότητα με μεγάλη θερμοκρασία.
***Καύσιμα (τα): Χαρακτηρίζονται , γενικά, όλα εκείνα τα σώματα (στερεά/υγρά/αέρια), που η καύση τους μας δίνει θερμότητα/ενέργεια.
***Καυστήρας (ο): Συσκευή που χρησιμοποιείται για την ψέκαση/εκτόξευση καυσίμου στην εστία καύσης.
***Καφαλτί (το): Το λιτό γεύμα των ψαράδων της πεζότρατας στον «κωλοβρέχτη» (βλέπε λέξη), δηλαδή ψωμί με ελιές και κρεμμύδι.
***Καφάσι (το): Βλέπε λέξη “καφασωτό”.
***Καφασωτό (το): Το “δικτυωτό” (βλέπε λέξη) . Πλέγμα δοκών, που χρησιμεύει για αερισμό/φωτισμό/έλεγχο εσωτερικών χώρων και όχι μόνον του πλοίου.
***Καχληκοσωροί (οι): “Καχλήκια” είναι κοινώς τα “χαλίκια”. Οι “καχληκοσωροί” είναι συγκέντρωση χαλικιών, βοτσάλων, κοχυλιών κλπ., σ΄ ένα είδος “αναχώματος”, που αποτελεί έναν παράλληλο φραγμό προς την ακτή. Μοιάζει με τις “θίνες” (βλέπε λέξη) αλλά δεν είναι, γιατί η “θίνα” αποτελείται από άμμο βασικά. “Καχληκοσωροί” όμως, σαν φρύδια, σχηματίζονται και στον βυθό της θάλασσας και όχι σε μεγάλα βάθη, που σιγά-σιγά στερεοποιούνται, αυξάνονται και γίνονται λωρίδα στεριάς, που λέγεται “προσχωματικό βέλος” (βλέπε έκφραση), όπως είναι το βόρειο μέρος του προλιμένα της Λευκάδας.
***Καψάλισμα (το): Κοινή ονομασία της “επίκαυσης”π.χ. λέμε το “καψάλισμα της πλέουσας” και εννοούμε ότι θα “καψαλίσουμε/κάψουμε ελαφρά, θα τσουρουφλίσουμε την πλέουσα του σκάφους.
***Καψόνι ή καψώνι (το) : Σε γενικές γραμμές είναι η ανεπίσημη τιμωρία και ταλαιπωρία ατόμου. Στη Σχολή το λέγαμε η «νίλα» (βλέπε λέξη) και μπορώ να πω ότι, ήταν κυρίως σωματική αλλά και λεκτική, ανεπίσημη όμως, καταπόνηση , σαν τιμωρία-σωφρονισμό – εκπαίδευση -ταλαιπωρία , που, ακριβώς επειδή ήταν ανεπίσημη, άγγιζε τα όρια της υπερβολής, σε κάποιες περιπτώσεις.
***Καψύλιο (το): Κοινώς το “καψούλι”, Το λέμε και “έκκαυμα¨(βλέπε λέξη). Μικρή μεταλλική κάψα που περιέχει εκρηκτική ύλη και πυροδοτεί τα πυροβόλα όπλα. «Καψούλι» όμως ονομάζεται και ο μεταλλικός ή πλαστικός δακτύλιος, που λειτουργεί ως επένδυση για τις τρύπες , που τον λέμε στο ναυτικό «οφθαλμό/πορτούζι» (βλέπε λέξεις).
***Κβαντομηχανική (η): Στηρίζεται στην αντίληψη ότι κάθε στοιχειώδες σωματίδιο είναι σύγχρονα σωματίδιο και κύμα (κυματομηχανική-βλέπε λέξη παρακάτω.).
***Κ.Ε.Β.Ο.Π. (το) Κέντρο Εκπαίδευσησς Βαρέων Όπλων Πεζικού.
***Κεδρώνω: Κατραμώνω (βλέπε λέξη), Αλείφω με “κεδρία/κατράμι”.
***Κειριώ: Κοινώς “φασινάρω” (βλέπε λέξη). Τυλίγω το σχοινί με λινάτσα για να το προστατεύσω.
***Κειρίωση (η): Κοινώς “φασίνα” του σχοινιού. Είναι η περιτύλιξη του σχοινιού, για την υγρασία, με οθόνη (“καναβάτσο” – βλέπε παραπάνω λέξη)
***Κεδρία (η): Κοινώς “κατράμι” (βλέπε λέξη παραπάνω). Απόσταγμα ρητινούχων ξύλων που ξεραίνεται γρήγορα. ‘Όταν την ζεσταίνεις ρευστοποιείται και γίνεται “πίσσα” (βλέπε λέξη).Παλιά ήταν απαραίτητη για το “παλάμισμα” (βλέπε λέξη) των ξύλινων πλοίων.
***Κεκλιμένο επίπεδο (το): Κοινώς “γλίστρα” (βλέπε λέξη). Αυτή είναι μία έννοια, γιατί υπάρχει και το “κεκλιμένο επίπεδο” που βγάζουμε το σκάφος για μικροεπισκευές/καθαρισμό.
***Κεκορεσμένος ατμός (ο): Λέγεται έτσι από το χαρακτηριστικό ότι, ο χώρος στον οποίον περιέχεται, έχει κορεστεί με ατμό (υγρό ή ξηρό).
***Κέλευσμα (το): Το πρόσταγμα, η διαταγή, η εντολή, το παράγγελμα. Στο Πολεμικό Ναυτικό στα πλοία, του κελεύσματος, προηγείται από τα μεγάφωνα του πλοίου συριγμός, με την σφυρίχτρα του ναύτη σηματωρού, για να ακολουθήσει η εκφώνηση του κελεύσματος ή ο χειρισμός/υπηρεσία. Η διαδικασία αυτή είναι κατάλοιπο του ιστιοφόρου ναυτικού, γιατί έπρεπε να προσέξουν τα κελεύσματα και οι ναύτες στα κατάρτια/πανιά (να σκεφτούμε τον θόρυβο από τον αέρα και απ΄τα ξάρτια, εκεί πάνω).
***Κελευστής (ο): Βαθμός Υπαξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος. “Κελευστής” ονομαζόταν και ο αξιωματικός που έδινε τον ρυθμό στους κωπηλάτες στο Ναυτικό των αρχαίων Ελλήνων.
***Κελήτιο (το): Κοινώς “πασσαρίτσα” . Είναι ο μικρός “κέλης” (βλέπε παρακάτω).
***Κέλης (ο): Κοινώς “πασσάρα” ή και “γιολ”(βλέπε λέξεις). Βάρκα του Κυβερνήτη ή για κατεπείγουσες δουλιές. Μακρυά-κομψή-ελαφριά-ταχεία με πρύμη “αβακωτή” (βλέπε λέξη) και σε κάθε πάγκο, με έναν κωπηλάτη (είχε 5-7 κωπηλάτες).
***Κελί (το) φυλακών: Μικρό δωμάτιο μέσα στο οποίο κρατούνται οι φυλακισμένοι.
***Κέλυφος (το): Το εξωτερικό περίβλημα του κύτους του σκάφους. Το λέμε και “πέτσωμα (βλέπε λέξεις).
***Κενοκοπώ: Δουλεύω άεργα. Χωρίς να παράγω έργο.
***Κενό (το): Όταν λέμε “κενό” εννοούμε ότι σε ένα χώρο αεροστεγή , έχουμε αφαιρέσει τον αέρα και έχει μηδενική πίεση.
***Κενός χώρος (ο): Λέγεται σε μια δεξαμενή πλοίου, ο ελεύθερος χώρος, που αφιερώνεται στη διαστολή του φορτίου και στην συγκέντρωση των αερίων ,όταν γίνεται πλήρης φόρτωση.
***Κεντρική Γραμμή (η): Ο διαμήκης νοητός άξονας του σκάφους από την πλώρη μέχρι την πρύμη, που χωρίζει απόλυτα συμμετρικά ένα σκάφος, στο δεξί και αριστερό μέρος.
***Κεντρική σταθμίδα (η): Οι “σταθμίδες” (κοινώς “μπραγκάτσες”- βλέπε λέξη) είναι χαλύβδινα δοκάρια, κατά το διάμηκες του πλοίου, για να ενισχύσουν τον πυθμένα του σκάφους.
***Κεντρικός νομέας/πόστα (ο): Στη θέση αυτού του νομέα μετριέται στο μέγιστο πλάτος.
***Κέντρο άντωσης του πλοίου (το): Το σημείο όπου εφαρμόζονται οι δυνάμεις, που ωθούν το πλοίο προς τα πάνω και είναι αντίθετες από τις δυνάμεις του βάρους.
***Κέντρο βάρους του πλοίου (το): Το σημείο εφαρμογής της συνισταμένης του βάρους, με βάση τα βάρη και την θέση όπου φορτώνονται.
***Κέντρο Πλευρικής Αντίστασης (το): Είναι το κέντρο εφαρμογής της συνισταμένης ολικής υδροδυναμικής δύναμης στα ύφαλα.
***Κέντρο πλευστότητας (το): Το κέντρο εφαρμογής της βαρύτητας ενός σώματος, που επιπλέει και περί το οποίο ταλαντεύεται ,υπό την επήρεια δυνάμεων που ασκούνται εξωτερικά.
***Κέντρο Πρόσπτωσης (το): Είναι το κέντρο εφαρμογής της συνισταμένης ολικής αεροδυναμικής δύναμης στα πανιά.
***Κεραία (η): Κοινώς η “αντέννα/αντένα” (βλέπε και λέξη). Στα πλοία έχουμε π,χ. την κεραία του ασυρμάτου. Κατά την ναυτική ορολογία “κεραία” (“επίκριον” των αρχαίων) λέμε ένα μακρύ -κυλινδρικό ξύλο που δένεται απάνω του το πανί (ιστίο).
***Κέρας (το): Κοινώς “πίκι” (βλέπε λέξη). Ξύλινη αντέννα, που εκτείνεται από την κορυφή του άλμπουρου, περίπου, για τις “ημιολίες” (βλέπε λέξη) και γενικά για τα τραπεζοειδή πανιά. . Στη ναυτική τακτική, είναι τα δύο άκρα των πτερύγων του στόλου ,όταν τα πλοία σχηματίζουν γραμμή μετώπου. “Κέρας” όμως ονομάζουμε κάθε ένα άκρο μιας κόλπωσης/λιμανιού και το χαρακτηρίζουμε δεξιό/αριστερό τω εισπλέοντι/ εισερχομένω ή το προσδιορίζουμε με τις διευθύνσεις του ορίζοντα (Β,ΒΑ,Α κλπ). Επίσης “κέρας” λέμε και την “μπουρού” με την οποίαν εκπέμπουμε ηχητικά σήματα , ειδικά στην ομίχλη.
***Κερατίας (ο): Ψάρι που ζει στις αβύσσους (βλέπε λέξη), που φέρει στην πλευρά, σειρά από φωτεινά σημεία.
***Κερεστές (ο): Έτσι λέγεται, κοινώς, η ναυπηγήσιμος ξυλεία και μάλιστα ο βουρκιασμένος “κερεστές”, δηλαδή η ξυλεία που έχει υποστεί την επεξεργασία της λάσπης του βυθού.
***Κερκέτης (ο): Ο “κερκέτης” κοινώς “τεσσαροχάλης” ή “αγκουρέτο” είναι μικρή άγκυρα χωρίς “στύπο” (βλέπε λέξη), με τέσσερεις βραχίονες (νύχια), για την όρμιση μικρών σκαφών και μάλιστα για βάρκες. Το “τεσσαροχάλι” , που λέμε, είναι πολύ χρήσιμο εργαλείο και για βοηθητικές δουλειές, όπως η γρίπιση στο βυθό και συνιστάται η ύπαρξή του σε κάθε σκάφος .Μ΄ αυτό, σαν αρπάγη, γάτζωναν το αντίπαλο σκάφος και η ναυμαχία μετατρεπόταν σε πεζομαχία.
***Κερκίδα (η): Κοινώς η “σαΐτα” (βλέπε λέξη), που μπαλώνουν τα δίχτυα οι ψαράδες. Μερικοί το λένε “βελόνι”.
***Κερκόποδας (ο): Είναι το παλάγκο που δένεται στην άκρια του “κέρκου/μάτσας/ράντας” για να την κρατά , όταν πλαγιάζει, στις διάφορες ιστιοφορίες (βλέπε λέξεις).
***Κέρκος (ο): Κοινώς “ράντα” ή “μάτσα” ή “μπούμα” (βλέπε και λέξεις). Επίμηκες δοκάρι/κεραία, κάθετο στο κατάρτι και πρύμνηθέν του, που αποτελεί την βάση του κυρίως πανιού με την ονομασία “μεγίστη/μαΐστρα” (βλέπε λέξη).
***Κέρκουρος (ο): Κοινώς το “κόττερο” (βλέπε λέξη παρακάτω). Ιστιοφόρο σκάφος αναψυχής, μικρού έως μετρίου μεγέθους (βρήκα ότι κυμαίνεται στα 20 μέτρα), πολυτελές. Αναφέρεται ότι ο “κέρκουρος”, στην αρχαιότητα, ήταν τύπος ελαφρού πλοίου, που ναυπηγούσαν οι Κύπριοι. Τί ξέρω!!! Το 1958 που μπήκα στην Σχολή είδα στο λεμβαρχείο για πρώτη φορά “κέρκουρο”. Ήταν μια βάρκα, με ” καθρέπτη”, όπως τις ξέρουμε, με μήκος περί τα 3,5-4 μέτρα και αφαιρετό ιστό για ιστιοφορία. Η “καρίνα” του, περί το μέσον της βάρκας, μπορούσε ο χειριστής να την ανεβοκατεβάσει και το “πέτσωμά” του ήταν από “κλιμακωτή αρμολογία/καβαλικευτά μαδέρια” (βλέπε εκφράσεις)’ για μετριασμό του μποτσαρίσματος. Στον Στόλο δεν τα είδα να υπάρχουν και τα επίσημα εγχειρίδια της ναυτικής τέχνης δεν αναφέρουν τον τύπο αυτής της βάρκας.
***Κεροίαξ (ο): Κοινώς “μαντέκι”. Το σχοινί/σχοινιά που χρησιμοποιούμε για να ανεβοκατεβάσουμε τις “κεραίες” (βλέπε λέξη παραπάνω). “Κεροίακες/μαντέκια” χρησιμοποιούμε για να ανοιγοκλείνουμε τους “λεμβούχους” (βλέπε λέξη) .
***Κερούλκοι (ο): Κοινώς “μπράτσα”. Τα λέμε και “ολκούς” της κεραίας. Τα “μπράτσα” κρατάνε οριζοντιωμένη την κεραία. “Μπράτσα” έχει και ο “λεμβούχος” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κερουλκώ: “Μπρατσάρω” (βλέπ λέξη), έλκω με σχοινί την κεραία του πανιού της ιστιοφορίας.
***Κερούχοι (ο): Κοινώς “σούστες” (βλέπε λέξη). “Σύσπαστα/παλάγκα” που κρατάνε στη θέση του, το “κέρας/πίκι”.
***Κέρσορας (ο): Τον λέμε και «δρομέα». Δείκτης θέσης στην οθόνη ραντάρ.
***Κ.Ε.Σ.Ε.Ν. (το): Κέντρο Επιμορφώσεως Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού.
***Κέστρα (η): Κοινώς η “καβίλια”. Βασικό εργαλείο για να διανοίγουμε τα “έμβολα” στις αμματίσεις των σχοινιών και γενικά για εργασίες “αρμένων”. Γενικά είναι ένας “γόμφος”, που χρησιμοποιείται για την σύνδεση δύο αντικειμένων. (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κεστρωτή αμμάτιση (η): “Μάτιση” με “καβίλια” (βλέπε έκφραση).
***Κετσές (ο): Η κοινή ονομασία του “πιλήματος”, που είναι ένα είδος υφάσματος από συμπιεσμένο μαλλί ή τρίχες. Η τσόχα , το καστόρι και συνεκδοχικά ο πίλος το καπέλλο.
***Κεφαλάρι (το): Το “τύμπανο” του “εργάτη” (τύπος “βαρούλκου”). Επίσημη ονομασία ο “κορμός” του “εργάτη”, όπου βάζουμε βόλτες τον κάβο, που θα βιράρουμε. (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κεφαλή (η): Κοινώς το “κεφάλι” (βλέπε και “ακρωτήριο”). Είδική περίπτωση προεξοχής στεριάς, που είναι πιο ψηλή στην άκρα της και έτσι σχηματίζει ευδιάκριτη κεφαλή, όπως είναι το “Κεφάλι της Παναγιάς” στον Αμβρακικό κόλπο ή η Άκρα Κεφάλι, το βορειότερο μέρος της νήσου των Αντικυθήρων, όπου στην περιοχή βρέθηκε και ο “θησαυρός” των Αντικυθήρων, κ.α.
***Κεφαλή αγκύρας (η): Το κεφάλι της άγκυρας.
***Κεφάλι του τιμονιού (το): Η κοινή ονομασία του “πηδόκρανου” (βλέπε λέξη). Το πάνω μέρος της “ρίζας” (βλέπε λέξη) του πηδαλίου.
***Κεφάλια (τα): Η κοινή ονομασία της λέξης “ακρόνηα”. Τα “κεφάλια” δεν είναι άλλα, από το πάνω άκρο της “στείρας” και του “ποδοστήματος” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κεφαλοδέτης άγκυρας (ο): Ο “μπότσος” (βλέπε λέξη) του κεφαλιού της άγκυρας.
***Κεφαλόποδα (τα): Στην κατηγορίαν αυτήν ανήκουν τα χταπόδια, τα καλαμάρια και οι σουπιές.
***Κηλίδες ηλίου (οι): Συχνά φαίνονται “σκοτεινές κηλίδες” στον ήλιο, που η συνεχής παρατήρησής των, αποδεικνύει την περιστροφή του, περί τον άξονά του. Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι, το πλήθος των και το μέγεθός τους ασκεί επίδραση στις κλιματολογικές συνθήκες της γης (μαγνητικές διαταραχές, μαγνητικές θύελλες κ.α.). Οι διαστάσεις τους μπορούν να φθάσουν τα 80.000 χλμ.(εξωπραγματικές για τα μεγέθη μας).
***Κηρυκευτικό σήμα (το): Μία λευκή τετράγωνη μεγάλη σημαία στο επίμηλο (βλέπε λέξη) του πλοίου. Κατ΄επέκταση την ονομασία “κηρυκευτικό” την παίρνει και το πλοίο που φέρει την σημαία αυτή.
***Κηρωτός μανδύας (ο): Κοινώς “νιτσεράδα” . Το “αδιάβροχο”. Το αποκαλούν και “μουσαμά”.
***Κήτη (τα): Μεταξύ των κυριοτέρων θαλάσσιων ζώων είναι τα “κήτη”, που είναι μαστοφόρα, όπως είναι οι φάλαινες , τα δελφίνια κ.α. Τα «κήτη» δεν πρέπει να συγχέονται με τα ψάρια.
***Κιάλι/κιάλια (το/τα): Κοινή ονομασία για το “τηλεσκόπιο” και τα “διόφθαλμα” (βλέπε λέξεις).
***Κιαλάρω: Βλέπω με κιάλι. Προσέχω/ξεχωρίζω με ενδιαφέρον κάτι.
***Κιβώτιο: Κοινώς “κάσσα” ή “κασσόνι” ή “κουτί” ή “σεντούκι” ή “μπαούλο”. Χρησιμεύει για φύλαξη/μεταφορά αντικειμένων, ως το”μπαούλο του ναυτικού”.
***Κιβώτιο καρίνας (το): Σε μικρά σκάφη ιστιοπλοϊκά με κινητή καρίνα υπάρχει εγκαταστημένο ένα μεταλικό κουτί, όπυ μπαινει η καρίνα όταν την ανελκύουμε.
***Κιθάρα του προβόλου (η): “Τύλοι”/τάκοι πρόσδεσης στην άκρια του «προβόλου/μπομπρέσου», προκειμένου να δένονται τα συρματόσχοινα στήριξης του προβόλου, το μουστάκι/υπήνη κ.λ.π.
***Κιγκλίδωμα (το): Τα “κάγκελα” ή η “ερκάνη” (βλέπε λέξεις ). Φράγμα από κάγκελα, προστατευτικό των επιβαινόντων στο πλοίο. Τοποθετούνται όπου δεν υπάρχει “δρύφρακτο/”παραπέττο” (βλέπε λέξεις).
***Κιλλίβας (ο): Η σταθερή βάση που υποβαστάζει το πυροβόλο.
***Κιλό (το): Το χιλιόγραμμο. Μονάδα βάρους.
***Κίνδυνος (ο): Το αναμενόμενο κακό. Για τα σκάφη,σε περίπτωση κινδύνου/ανάγκη βοήθειας, ο Διεθνής Κανονισμός προς Αποφυγή Συγκρούσεως (ΔΚΑΣ) προβλέπει (Παράρτημα ΙV):
-α)Πυροβολισμό/εκρηκτικό σήμα ανά 1΄(λεπτό),
-β) Συνεχή ήχο από οποιαδήποτε συσκευή,
-γ) Σκυταλίδες/βολίδες κόκκινες διαδοχικά,
-δ) Σήμα ραδιοτηλεγραφικό ( … _ … ) SOS του κώδικα MORSE
-ε) Ραδιοτηλεφωνικά την λέξη “MAYDAY”,
-στ) Το σήμα κινδύνου Ν.C. του Διεθνούς Κωδικα Σημάτων,
-ζ) Σήμα μεγάλης απόστασης,που είναι τετράγωνη σημαία με από πάνω ή από κάτω της μια σφαίρα ή κάτι που μοιάζει με σφαίρα,
-η) Φλόγες πάνω στο πλοίο,
-θ) Σκυταλίδα με αλεξιπτωτο,που κανει κοκκινο φως ή πυρσος χειρός κόκκινος,
-ι) Σήμα καπνού με χρώμα πορτοκαλί, ια) Βραδεία ύψωση/χαμήλωμα των τεντομένων χεριών μας και συνέχεια,
-ιβ) Το σήμα συνεγέρσεως με τον ασύρματο,
-ιγ) Το σήμα συνεγέρσεως με το ραδιοτηλέφωνο, –
-ιδ) Σήματα ανάγκης μεταδιδόμενα υπό ραδιοφάρων εντοπισμού θέσεως και
-ιε) Εγκεκριμένα σήμα εκπεμπόμενα από συστήματα ραδιοεπικοινωνιών (βλέπε και οπωσδήποτε, ΔΚΑΣ).
Τα “κινδυνεύοντα πλοία” είναι διάφορα από τα “ακυβέρνητα πλοία” για τα οποία ισχύει ο Κανόνας 27 του ΔΚΑΣ (βλέπε λέξη “ακυβέρνητο”). Σε περίπτωση “ακυβέρνητου” και “κινδυνεύοντος” πλοίου, συγχρόνως, υπερισχύει ο χαρακτηρισμός “κινδυνεύοντος”.
***Κίνδυνος συγκρούσεως (ο): Ο Διεθνής Κανονισμός Αποφυγής Συγκρούσεων στη θάλασσα, ο γνωστός “ΔΚΑΣ”, καλύπτει διεξοδικά το θέμα αυτό (Κανόνας 7 – Κίνδυνοι συγκρούσεως και Κανόνας 8 – Χειρισμοί προς αποφυγή συγκρούσεως). Εμένα , θα ηχεί πάντα στα αυτιά μου, η φωνή του Κυβερνήτη, “ΟΛΟ ΔΕΞΙΑ” , που κλήθηκε εσπευσμένα στη γέφυρα του πλοίου, για την περίσταση, εκείνη την άγρια χειμερινή νύχτα . Όταν φτάσουν “στο απροχώρητο” τα πλοία, τότε είναι το τελευταίο που μπορεί να τα σώσει από τον κίνδυνο της σύγκρουσης, ανεξάρτητα του χαρακτηρισμού τους ως “φυλάσσον ” και “φυλασσόμενος” . ΠΡΟΣΟΧΗ στους “Κανόνες” τους ΔΚΑΣ υπ΄ αριθμ. 2 και 17, που αναφέρονται στην ναυτική εμπειρία και το χειρισμό του σκάφους που έχει προτεραιότητα.
***Κινέζικη κορώνα (η): Δεσμός δύο σχοινιών ,περισσότερο διακοσμητικός.
*Κίνηση “ανάποδα” (η): Η κίνηση του σκάφους προς πρύμνα. Η αναπόδιση των μηχανών/αξόνων της έλικας με συνέπεια την αντίθετη στροφή της, από την στροφή στην προς “πρόσω” κίνηση ( Υπάρχει όμως και η περίπτωση της έλικας με μεταβλητό βήμα, όπου δεν αναστρέφει ο άξονας αλλά μεταβάλλουν κλίση τα πτερύγια της έλικας). Ο όρος “όπισθεν/οπισθοχώριση” που ακούγεται στη στεριά, είναι τελείως αδόκιμος στη θάλασσα.
***Κίνηση “πρόσω” (η): Η κίνηση του πλοίου προς τα εμπρός (βλέπε από πάνω έκφραση “κίνηση ανάποδα”).
***Κινητή Καρένα (η): Είναι ένα πτερύγιο, από ξύλο ή μέταλλο, που ή περιστρέφεται ή ολισθαίνει μέσα σε στεγανό κουτί (θήκη ή οδηγός κινητής καρένας) και εξασφαλίζει την απαιτούμενη ευστάθεια, σε κάποιους τύπους μικρών ιστιοπλοϊκών σκαφών.
***Κινητή περόνη (καβίλια): Στα παραδοσιακά ιστιοφόρα, ο σιδερένιος ή ξύλινος πασσαλίσκος που χρησιμοποιείται για την ένωση των δοκών της επένδυσης.
***Κινητήρας (ο): Κοινώς το “μοτέρ”ή “μοτόρι” (βλέπε λέξη). Αυτός που δίνει κίνηση. Η μηχανή.
***Κινητοποίηση (η): Το σύνολο των μέτρων που αποβλέπουν να λειτουργήσει ο μηχανισμός στην επιθυμητή κατάσταση.
***Κινητός τρόχιλος (ο): Λέγεται και ¨επάγων” (βλέπε λέξη). Με τον τύπο της σύνδεσης αυτής του τροχίλου /μακαρά, μπορούμε να σηκώσουμε το 2πλάσιο βάρος από την δύναμη που εφαρμόζουμε.
***Κίονας/κίων (ο): Κοινώς “μπίντα”, “μπαμπάς” και “δέστρα”. Βραχύς και ισχυρός στύλος από χυτοσίδηρο συνήθως, για το δέσιμο των κάβων και όχι μόνον. Την κοινή ονομασία “μπίντα” την άκουσα περισσότερο για τους “κίονες”, είτε στο σκάφος είτε στις λιμενικές εγκαταστάσεις. Η λέξη “δέστρα”, μου έμεινε στο μυαλό για τις “μπίντες” στην ξηρά και κατ΄επέκταση για τους “κρίκους” και τις “μάπες” που προορίζονται για το δέσιμο.
***Κιονίσκοι (οι): Τα κοινώς “μπαμπαδέλια” , όπου δένουμε/ασφαλίζουμε τις “σκότες” των πανιών στην ιστιοπλοΐα. Τα λέμε και “ποδοδέτες” και “καμπανέλια”. (Βλέπε λέξεις).
***Κιονόδεσμος (ο): Το δέσιμο του κάβου ή της καδένας στον “κίονα/μπίντα”.
***Κιορμπαστούνι (το): Μια άλλη λέξη ,που δεν ακούγεται και πολύ, του “θαλασσομάχου” (βλέπε λέξη).
***Κιοσελές (ο): Κοινή ονομασία της “βύρσας” (βλέπε λέξη). Σκληρό και χοντρό δέρμα, που χρησιμοποιείται για περικάλυψη του “ασκώματος” (βλέπε λέξη “κώπη”), καθώς και στους “ευδιαίους/μπούνια”, αν και στις μέρες μου είδα ότι, στην πλειονότητα , τα μπούνια είχαν σκληρό ενισχυμένο λάστιχο.
***Κιούρτος (ο): Κοινή ονομασία του “κύρτου” (βλέπε λέξη). (“Κύρτος” είναι η ονομασία που άκουσα σε αρκετά νησιά του Αιγαίου). Είναι ένα είδος καλαθιού και αποτελεί παγίδα ψαρέματος. Είναι από τα κυριότερα όργανα ψαρέματος, στα πολύ μεγάλα βάθη.
***Κλάδος επιτελείων (ο): Ο όρος “κλάδος επιτελείων” αναφέρεται στις οργανωτικές δομές και τις υπηρεσίες εντός των Ενόπλων Δυνάμεων (Στρατός Ξηράς, Πολεμικό Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία, Σώματα Ασφαλείας), που είναι επιφορτισμένες με τον σχεδιασμό, τον συντονισμό, την οργάνωση και την υποστήριξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων και των διοικητικών λειτουργιών.
***Κλαπέτο (το): Η βαλβίδα.
***Κλαρκ (το): Δυο λόγια για τον πολύτιμο βοηθό στις φορτοεκφορτώσεις. Είναι ένα “μανιτζέβελο” περονοφόρο ανυψωτικό όχημα. Χρησιμοποιείται για τη μεταφορά και ανύψωση βαρέων φορτίων.
***Κλάση (η): Η ομάδα των πολιτών που στρατεύονται κάθε χρόνο. Υπάρχει και η “κλάση επιστρατεύσεως” που είναι οι “‘έφεδροι”, δηλαδή αυτοί που ήδη εκπλήρωσαν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις.
***Κλειδί καδένας (το): Η κοινή ονομασία του “άμματος” (βλέπε λέξη). Λέμε π.χ. 5 κλειδιά στη θάλασσα και εννοούμε, πέντε άμματα καδένας (5Χ15=75 οργιές μήκος καδένας), ότι είναι έξω από το πλοίο, στη θάλασσα δηλαδή και η αρχή του έκτου άμματος ξεπροβάλει έξω από τον “οφθαλμό”/ κοινώς “όκιο” (βλέπε λέξη).
***Κλειδί (το): Όπως ανέφερα παραπάνω, κάθε “κλειδί/άμμα” είναι 15 οργιές μήκος. Όμως κατ’ επέκταση “κλειδί”, συνηθίζεται να λέγεται και ο “περονοφόρος κρίκος/λυόμενος κρίκος/κρίκος συνδέσεως” (βλέπε παρακάτω λέξη “κρίκος”), που συνδέει τα “άμματα/κλειδιά” της καδένας. Τα εγχειρίδια Ναυτικής Τέχνης (όχι όλα) μνημονέουν και “αγκύλια” (βλέπε λέξη) , που έχουν επίσης κοινή ονομασία “κλειδιά”, στην σύνδεση των αμμάτων, γεγονός που δεν το συνάντησα.
***Κλειδί (το): Την ονομασία “κλειδί” την δίνουμε και σε διάφορα εργαλεία, όπως ο “κάβουρας”,το “γαλλικό”, το “γερμανικό” κ.α.
***Κλειδούχος (ο): Στο πλοίο υπάρχει ένα ερμάριο που φυλάσσονται όλα τα κλειδιά των διαμερισμάτων του πλοίου που λέγεται “κλειδούχος”.
***Κλειθρία (η): Κοινώς η “κλειδαριά”, η “κλειδωνιά”.
***Κλειθροποιός (ο): Κοινώς ο “κλειδαράς.
***Κλεισίας (η): Γράφεται και η “κλισίας”.Το “θυρόπλοιο” , η “υδατοφρακτή” (βλέπε λέξεις). Είδος φράγματος στα ιχθυοτροφεία.
***Κλείσιμο (το): Στα σήματα με αναλαμπές από ένα πλοίο, λέμε “κλείσιμο”το “σήμα τέλους” που χειρίζουμε με τον “προβολέα /άλτη” (βλέπε λέξεις) του πλοίου.
***Κλειστά ύδατα (τα): Τα “εσωτερικά ύδατα”, οι λίμνες ,τα ποτάμια.
***Κλειστές πλεύσεις (οι): Λέμε τις πλεύσεις εκείνες του ιστιοφόρου σκάφους, όταν η γωνία πρόσπτωσης του ανέμου (δεξιά και αριστερά μέσω πλώρας) είναι μικρότερη των 90° και ανοικτές πλεύσεις, όταν είναι μεγαλύτερη των 90°.
***Κλειστή πλαγιοδρομία (η): Η πλεύση στην ιστιοδρομία, με το άνεμο από 055° – 075° πράσινο ή κόκκινο μέσω πρώρας. Άλλες ονομασίες αυτής της πλεύσης είναι, “εγγυτάτη” και “με την μπορίνα”, (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κλειστός λιμένας (ο): Ο όρος πρωτοεμφανίζεται τον 6ον π.Χ αι. για το οχυρωμένο λιμάνι της Σάμου.
***Κλείστρο (το): Στο πυροβολικό, λέγεται ο μηχανισμός, που επιτρέπει το κατά βούληση ανοιγόκλειμα του πίσω μέρους του πυροβόλου, για να βάλουμε το βλήμα και την γόμωση.
***Κληρούχας (ο): Προσφώνηση, στην “αργκό”, μεταξύ ομοσείρων ναυτών, που “κόλλησε” και την λέμε και μεταξύ μας, για αυτούς που γεννήθηκαν στο ίδιο/κοντινό έτος ή είμασταν την ίδια περίοδο στη Σχολή κ.α.
***Κληρουχία (η): Η “σειρά” (βλέπε λέξη). Το σύνολο των νεοσύλλεκτων ναυτών που κατατάσσονται στο Πολεμικό Ναυτικό, την ίδια χρονική περίοδο. Η λέξη “σειρά” ενώνει τους “κληρούχες” κατά τη διάρκεια της ναυτικής τους θητείας.
***Κληρωτός (ο): Ο στρατεύσιμος κάθε κλάσεως.
***Κλήση (η): Η “πρόσκληση”. Στο ναυτικό, εκτός των άλλων, χρησιμοποιείται σαν πρόκληση σε παράταξη και αναφορά παρουσίας.
***Κλίμα (το): Το “κλίμα” είναι από τα κυριώτερα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την γεωγράφιση μιας περιοχής. Σ΄ αυτό παίζει ρόλο η θερμοκρασία ,που χρησιμεύει για τον χαρακτηρισμό του (θερμές/εύκρατες/ψυχρές χώρες). Επίσης θα πρέπει να τονίσουμε τον καθοριστικό ρόλο της θάλασσας στην διαμόρφωση του κλίματος σε περιοχές πλησίον ακτών, ώστε να μιλάμε για κλίμα θαλάσσιο και ηπειρωτικό.
***Κλίμακα (η): Ο όρος αφορά στο μέσον με το οποίο γίνεται η αποεπιβίβαση στο σκάφος, αλλά και το ανεβοκατέβασμα στα υποφράγματα και τα καταστρώματα του πλοίου. Στην “κλίμακα” δίνουμε και άλλες ονομασίες, ανάλογα με το είδος και λέμε “σκάλα”, “αναβάθρα”, “ανεμόσκαλα”, “κανγουές”, “μαδέρι”.
***Κλίμακα λεμβούχου (η): Η ανεμόσκαλα του πληρώματος της βάρκας στα πλοία. Σχοινένια “κλίμακα/σκάλα” με “βαθμίδες/σκαλοπάτια ” ξύλινα, που απολήγει σε “ψέλλιο/ροδάντζα”.
***Κλίμακα μάχης (η): Στα πολεμικά πλοία λέγεται η κάθετη/όρθια σιδερένια κλίμακα , που υπάρχει σε αρκετές πλευρές/μπουλμέδες του πλοίου.
***Κλίμακα χάρτη (η): Είναι η αναλογική σχέση των διαστάσεων του γεωγραφικού χάρτη, προς το φυσικό μέγεθος της γεωγραφούμενης περιοχής. Έτσι, όταν ο χάρτης μας έχει κλίμακα π.χ. 1/1.000.000, δηλαδή ο χάρτης μας έχει μικρή κλίμακα,τότε θα περιλαμβάνει μεγάλη περιοχή. Τουναντίον ,όταν ο χάρτης μας έχει π.χ. κλίμακα 1/5.000, τότε έχει μεγάλη κλίμακα και περιλαμβάνει μικρή περιοχή.
***Κλίμακα Μποφόρ (η): Μια “κλίμακα” μέτρησης της έντασης του ανέμου,βασιζόμενη κυρίως στην παρατήρηση. Το πιο διαδεδομένο και καθιερωμένο σύστημα που υπάρχει.
***Κλίμακες και μονάδες μήκους και πλάτους στον χάρτη (οι): Στους χάρτες που χρησιμοποιούμε (μερκατορική προβολή), την “κλίμακα” του μήκους την βρίσκουμε στον πάνω-πάνω και στον κάτω-κάτω παράλληλο πλάτους του χάρτη. Την “κλίμακα” του πλάτους την βρίσκουμε στους ακραίους , δεξιά – αριστερά, μεσημβρινούς του χάρτη. Στην μέτρηση των αποστάσεων, σημασία έχει η “κλίμακα ” του πλάτους ,γιατί κάθε ένα πρώτο της μοίρας είναι και ένα μίλι. Για να αναπαραστήσουμε όμως την σφαιρικότητα της γήϊνης επιφάνειας στον επίπεδο χάρτη, που μας επιτρέπει να χαράζουμε/ τηρούμε ευθείες πορείες, παραμορφώνουμε λίγο, στον χάρτη, την γήϊνη πραγματικότητα, με συνέπεια το μίλι, να έχει μεν το ίδιο μήκος (1852 μ.), αλλά να διαφέρει σε γραμμικό μήκος. Έτσι πρέπει να θυμόμαστε ότι, όταν μετράμε με τον “κουμπάσο” μια απόσταση στο χάρτη , να χρησιμοποιούμε την αντικρυστή στην περιοχή “κλίμακα” του πλάτους, για να υπολογίσουμε τα μίλια. Σε αντίθεση θα έχουμε κάνει σφάλμα.
***Κλιμάκια (τα): Τα σκαλοπάτια γενικά.
***Κλιμακωτή αρμολογία (η): Κοινώς “καβαλικευτά μαδέρια”. Έτσι ονομάζεται η διάταξη των “επιγκενίδων/μαδεριών” του “περιβλήματος/πετσώματος/ εξωτερικού φόδρου” .
***Κλίνη (η): Κοινώς το “κρεββάτι” (βλέπε λέξη).
***Κλίνη αιωρούμενη (η): Κοινώς “μπράντα”. Η αιώρα (βλέπε λέξεις).
***Κλίνη ναυπηγική (η): Εγκατάσταση που χρησιμεύει σαν βάση για την ναυπήγηση σκαφών.
***Κλινόμετρο (το): Ενδείκτης της κλίσης του πλοίου, προς την δεξιά ή αριστερά πλευρά. Τοποθετείται στη γέφυρα και επί του διαμήκους άξονα πλώρης-πρύμης. Το βρήκα και σαν “κλισίμετρο” καθώς και ως “κλισιόμετρο” (βλέπε λέξεις παρακάτω). Οι λέξεις “κλισιόμετρο” και “κλισίμετρο” είναι γραμματικώς πιο ορθές, κατά την εγκυκλοπαίδεια και φίλο μου ναυπηγό (εμπίπτει στην αρμόδιότητά του). Τώρα, στις ναυτικές ορoλογίες του U.S.Navy και στο λήμμα “clinometer” γράφει “An instrument for indicating the degree of slope or the angle of roll or pitch of a vessel, according to the plane in which it is mounted”. To “roll”, τον «διατοιχισμό /μπότζι» ,δηλαδή την κλίση της πλευράς του πλοίου προς τα αριστερά-δεξιά (κάθετο επίπεδο) την καλύπτουμε με το “κλινόμετρο”, που έζησα στη γέφυρα των πλοίων, αλλά με το ίδιο “κλινόμετρο”, δεν καλύπτουμε την “έγκλιση” , το “pitch”, την κλίση ως προς το οριζόντιο επίπεδο, το “σκαμπανέβασμα”, την ταλάντωση του πλοίου ως προς τον διαμήκη άξονα του πλοίου, πλώρα-πρύμα, με την βύθιση της πλώρης, το μπρουμύτισμα και την “άγρια αίσθηση του ξενερώματος της προπέλας”. Στο Πολεμικό Ναυτικό που υπηρέτησα, δεν είδα “κλινόμετρο”, που να μετράει την “έγκλιση”, κάτι ας πούμε με το όνομα “εγκλισιόμετρο”, (όπως υπάρχει για την “μαγνητική έγκλιση” -βλέπε φράση- η “πυξίδα έγκλισης”) . Προφανώς, τα μεγάλα πλοία που υφίστανται καταπονήσεις, να ΄χουν κάποιο ενδείκτη της “έγκλισης”, αλλά δεν το γνωρίζω.
***Κλίππερ (το): Τύπος εμπορικού ιστιοφόρου πλοίου της περασμένης εποχής. Το επιβλητικότερο ναυπηγήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (1853) με χαρακτηριστικά: Μήκος 93,5 μ., πλάτος 16 μ., βύθισμα 10 μ., ιστοί τέσσερεις, ιστιοφορία 4.387 μ2.
***Κλίση (η): Λαμβάνω πλάγια ,γενικά, θέση. Η κλίση του πλοίου, αλλά και η κλίση του βυθού. Η λέξη “κλίση” σημαίνει την μετάθεση από την κατακόρυφο θέση, από το κάθετο επίπεδο, στην πλάγια, το πλάγιασμα δεξιά ή αριστερά . Η κάμψη το λύγισμα, το γέρσιμο, το μπρουμύτισμα, είναι η κλίση από το οριζόντιο επίπεδο και λέγεται “έγκλιση” (βλέπε λέξη). Με τις δύο αυτές καταστάσεις καλύπτουμε την συμπεριφορά του σκάφους στην φουρτούνα , αλλά υπάρχει και μία τρίτη κατάσταση, που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας και είναι η «ανάπαλση» (βλέπε λέξη), δηλαδή η ταλάντωση καθ΄ ύψος, το κοινώς λεγόμενο «ανεβοκατέβασμα».
***Κλίση κύματος (η): Ονομάζεται ο λόγος του “ύψους” διά του “μήκους” του κύματος, (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κλισίας (η): Βλέπε παραπάνω λέξη “κλεισίας”. Το μονόφυλλο πορτέλο.
***Κλισίμετρο (το): Βλέπε λέξη “κλινόμετρο” παραπάνω.
***Κλισιογράφος (ο): Όργανο που καταγράφει τις κλίσεις (διατοιχίσεις) της τορπίλλης και τοποθετείται στον κώνο γυμνασίων της τορπίλης.
***Κλισιόμετρο (το): Βλέπε λέξη “κλινόμετρο” παραπάνω.
***Κλισιοσκόπιο (το): Σκοπευτική συσκευή/όργανο των πυροβόλων όπλων.
***Κοιλιά χαμηλών πιέσεων (η): Σε μια “ύφεση” ονομάζεται η περιοχή όπου, οι βαρομετρικές καμπύλες παρουσιάζουν μεγάλη κύρτωση και παρατηρούνται έντονα φαινόμενα κακοκαιρίας.
***Κλοιός (ο): Κοινώς “σίδερα του μπαστουνιού” (βλέπε έκφραση). Σιδερένια στεφάνια που συγκρατούν το “δοράτιο/μπαστούνι” του “προβόλου/μπομπρέσου” (βλέπε λέξεις).
***Κλυδασμός (ο): Κοινώς “ρεστία”. Ο όρος “κλυδασμός” είναι ο αρχαίος όρος “ανωρροθία” και σημαίνει τον ακατάστατον και ακανόνιστον κυματισμόν, μέσα στο λιμάνι, όταν στο πέλαγος επικρατεί κατάσταση θαλάσσης “Κυματώδης έως πολύ κυματώδης” (ύψη κυμάτων έως 5 μ.), δηλαδή έχουμε χονδρή θάλασσα που λέμε.
***Κλύδων (ο): Λέμε την μεγάλη φουρτούνα, την θαλασσοταραχή, την χονδρή θάλασσα (παλιότερα σαν “κλύδων” χαρακτηρίζαμε την κατάσταση της θάλασσας με βαθμό 7 , που τώρα χαρακτηρίζεται ως “Κυματώδης έως πολύ κυματώδης”).
***Κλυδωνίζομαι: Ταρακουνιέμαι από την θαλασσοταραχή και ταλαιπωρούμαι από τη φουρτούνα .
***Κλυδώνιον (το): Λέμε την κατάσταση της θάλασσας με βαθμό 6, που προηγείται της κατάστασης “κλύδων” με βαθμό 7. Κι αυτή είναι μια “χονδρή θάλασσα” και η ΕΜΥ της αποδίδει τον χαρακτηρισμόν “Κυματώδης”.
***Κλυδωνισμός (ο): Το αποτέλεσμα του κλυδωνίζομαι. Δηλαδή, η απότομη/σφοδρή κίνηση ενός αντικειμένου, επειδή επενεργεί πάνω του μια εξωτερική δύναμη. Το ταρακούνημα. Η κίνηση πάνω – κάτω και δεξιά – αριστερά. Ο “κλυδωνισμός” ενός σκάφους, κατά την γνώμη μου, εμπεριέχει τον “προνευστασμό” (κοινώς σκαμπανέβασμα = ταλάντωση του πλοίου κατά το διάμηκες) και τον “διατοιχισμό” (κοινώς “μποτσάρισμα” = η κλίση προς την δεξιά-αριστερά πλευρά του πλοίου, δηλαδή κατά τον εγκάρσιο άξονά του . Βλέπε ναυτικές λέξεις.
***Κλωβός έλικας (ο): Το άνοιγμα μέσα στο οποίο περιστρέφεται η προπέλα.
***Κλώνος (ο): Η κοινή ονομασία στα σχοινιά, του “εμβόλου” (βλέπε λέξη). Άλλη κοινή ονομασία είναι “έμπουλο”. Με βάση την λέξη “κλώνος” έχουμε τα “τρίκλωνα” ή και “τετράκλωνα” σχοινιά, που αποτελούνται δηλαδή από τρία ή τέσσερα έμβολα.
***Κλώσμα (το): Κοινώς “σφιλάτσο” (βλέπε λέξη). Πολλά νήματα στριμμένα δεξιά μαζύ.
***Κλωσματόδεσμος (ο): Δεσμός/ένωση δύο “κλωσμάτων” (βλέπε λέξη).
***Κλωστή (η): Η κοινή ονομασία του “νήματος”. Λεπτότατο νήμα. Λέγονται και “ίνες” (την λέξη την βρίσκομε συνήθως στον πληθυντικό), καθώς επίσης την βρίσκουμε και με την ονομασία “νεύρο”.
***Κνημίες (οι): Λέγονται οι ακτίνες του τροχού στον οποίον τυλίγεται το “οιακόσχοινο”, όταν γίνεται χειρισμός του “οίακος/δοιακιού”, προκειμένου να στραφεί το “πηδάλιο” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κνώδακας (ο): Κοινώς η “κάμα” (βλέπε λέξη παραπάνω). Το λέμε και “δόντι”. Ο “κνώδακας” είναι ένας μηχανισμός, που ο άξονάς περιστροφής του δεν βρίσκεται στο κέντρο ( είναι “έκκεντρος”,δηλαδή τοποθετημένος εκτός κέντρου) , όπως ένας δίσκος ή κύλινδρος που περιστρέφεται γύρω από έναν άλλο άξονα. Χρησιμοποιείται επίσης στην αστρονομία για να περιγράψει μια τροχιά, που δεν είναι απόλυτα κυκλική.
***Κόβα (η): Έτσι έλεγαν στην ιστιοφόρο ναυτιλία, το κομμάτι της καδένας, που χρησίμευε για να αρτήσουνε τις μεγάλες κεραίες των πανιών τους. Αυτή είναι η κοινή τους ονομασία και η επίσημη ήταν “αρτάνη”, η δε ενίσχυση ήταν “παραρτάνη” (κοινώς “κόντρα κόβα”).
***Κόγχη (η): Κοινώς κοχύλι, αχιβάδα. Με την λέξη “κόγχη” ορίζουμε και το κοίλωμα το θολωτό μέρος.
***Κοίλης γόμωσης πυρομαχικά (τα): Κατηγορία διατρητικών βλημάτων.
***Κοίλο (το): Λέγεται και “ύψος κατασκευής”. Είναι η κατακόρυφη απόσταση, μεταξύ του βασικού επιπέδου κατασκευής και της πάνω όψης των “ζυγών/καμάρια”, του ανώτατου συνεχούς κασταστρώματος,που μετριέται επάνω στην πλευρά της μέσης τομής.
***Κοίλο (το): Κοίλο λέμε και το “κούφιο” (βλέπε λέξη).
***Κοίλωμα κύματος (το): Ονομάζεται το χαμηλώτερο τμήμα του κύματος.
***Κοινωμάτια (τα): Τα καρφιά της λαμαρίνας, τα λεβητόκαρφα.
***Κοίτη ανέμου (η): Με την φράση αυτή προσδιορίζουμε την πηγή του ανέμου, π.χ. ο άνεμος έχει κοίτη την χαράδρα, έρχεται από την χαράδρα.
***Κοίτη ποταμού (η): Η κοιλότητα του εδάφους που διοχετεύει τη ροή της υδάτινης μάζας του ποταμού, ο χείμαρρος και το αυλάκι.(Βλέπε και έκφραση “Δέλτα του ποταμού”).
***Κοιτώνας (ο): Κοινώς ο “θάλαμος” ενδιαίτησης, η καμπίνα του πλοίου.
***Κοκκινόκωλος (ο): Στην ναυτική “αργκό” το βρήκα να αποκαλείται ο ναύτης που είναι σκαρφαλωμένος ψηλά, καθώς και ο εγγλέζος/ευρωπαίος (στο γλωσσάρι του ποιητή Ν.Καββαδία).
***Κόκκινος (ο): Επίθετο προσριορισμού ουσιαστικου όπως “Κόκκινος βράχος” ή “Κόκκινος κάβος” κ.α.
***Κόκπιτ (το): Έτσι αποκαλούν οι φίλοι μας οι ιστιοπλόοι, το πρυμνιό μέρος διακυβέρνησης/αναψυχής ενός ιστιοπλοϊκού σκάφους. Στις ιστιοπλοούσες και μη φαλαινίδες, τον έμαθα να τον λέω “θάλαμο/κάμαρα”.
***Κολαούζο (το): Το “κοχλιοτρύπανο” (βλέπε λέξη) που ανοίγουμε τρύπα με στροφές για χρήση βιδώματος.
***Κολαούζος (ο): Το ψάρι με αυτό το όνομα , αλλά και ο “πιλότος”, αυτός που δείχνει το δρόμο και η κοινή ονομασία της “μήτρας” (βλέπε λέξη) του σχοινιού .
***Κολαούζος (ο): Έτσι ονομάζεται κοινώς και το πυράντοχο σχοινί, που συνοδεύει κάθε αναπνευστική συσκευή του αγήματος πυρκαγιάς
***Κολαρίνα (η): Μεγάλος γιακάς της ενδυμασίας των Ναυτικών Δοκίμων, των Δοκίμων Υπαξιωματικών και των Ναυτών Π.Ναυτικού και Λ.Σώματος. Φέρει τρεις λευκές γραμμές, που, σε μας, συμβολίζουν τις ναυμαχίες της Σαλαμίνας, της Έλλης και της Λήμνου.
***Κολεός ξίφους (ο): Η “θήκη” (βλέπε λέξη) του ξίφους. Κοινώς το “θηκάρι”.
***Κολλάρο (το): Η κοινή ονομασία του “δακτυλίου” (βλέπε λέξη).
***Κολλητά : Κοντά, φιλιαστά.
***Κολοβός (ο): Το γνωστό μας “μπαλαούρο”, δηλαδή η αποθήκη ναυκλήρου όπου φυλάσσονται χρώματα, σχοινιά και γενικά υλικά των “πρωρατικών” (βλέπε λέξεις).
***Κολόμπα (η): Η κοινή ονομασία της “στήλης” (βλέπε λέξη) του καταρτιού. Αυτό είναι το κάτω μέρος του καταρτιού και το πιο χοντρό.
***Κολομπίρι (το): Ο λαιμός της “στήλης” του ιστού, καθώς και του προβόλου και του κάθε επιστηλίου των ιστιοφόρων πλοίων. Έχει τετράγωνη μορφή και επί του οποίου μπαίνει το “στηλόκρανο” για να συνδεθεί το “επιστήλιο” (βλέπε λέξεις).
***Κολόνες (οι): Λέγονται και “μπουντέλια ή κίονες” (βλέπε λέξεις). Είναι στύλοι που τοποθετούνται κάτω από το κατάστρωμα και το ανακουφίζουν.
***Κολπίας (ο): Κοινώς οι “κορφιάδες”. Τοπικοί άνεμοι, με αιτία την διαφορά θερμοκρασίας ,ειδικά το καλοκαίρι. Υποδιαιρούνται σε α) “εγκολπία” – κοινώς “μπουκαδούρα”, β) “εμβάτη” – κοινώς “μπάτη”,που δροσίζει και γ) “νυκτερινή αύρα” – κοινώς “νυχτομπάτης”, που εκδηλώνεται τις πρώτες πρωϊνές ώρες και ειδικά σε στενά όπως π.χ. ο δίαυλος Ωρεών.(Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κολπίζων όρμος (ο): Μεγάλος όρμος.Κάτι μεταξύ “κόλπου” και “όρμου” (βλέπε λέξεις), π.χ. ο “κολπίζων όρμος” της Επιδαύρου ή του Πόρου (λιμάνι Πώγωνα). (Προφανώς στις μέρες μας έχει αντικατασταθεί με την λέξη “κόλπος” αφού ο εν λόγω αναφέρεται στους χάρτες ως “Κόλπος Επιδαύρου” και πουθενά ,στην πράξη, δεν γίνεται μνεία περί κολπίζοντος κόλπου).
***Κολποειδής (ής/ές): Ότι έχει σχήμα θαλάσσιου κόλπου.
***Κόλπος (ο): Με την λέξη αυτή εννοούμε την έκταση της θάλασσας/υγρού στοιχείου, που περιορίζεται, στο μεγαλύτερό της μέρος, από την στεριά, π.χ. Σαρωνικός κόλπος.
***Κόλπος ελάσσων (ο): Είναι μικρότερος του ,καθαρού ας πούμε, κόλπου, αλλά είναι μια ορολογία που απορροφήθηκε από την ορολογία “κόλπος”. Μόνο προφορικά λέμε “μικρός κόλπος”, όταν θέλουμε να εκφράσουμε τον “ελάσσονα κόλπο”.
***Κόλπος μέγας (ο): Κόλπωση μεγάλης έκτασης ,που μπορεί να συγχέεται και με θάλασσα ή με πέλαγος (Βισκαϊκός κόλπος) .
***Κόλπος του Λέοντος στη νότια Γαλλία (ο): Διάβασα ότι αποκαλείται και “Μάρε Γκρέκουμ”.
***Κόλπωμα (το): Η κοιλότητα, η εσοχή.
***Κόλπωση (η): Η είσδυση της θάλασσας/υγρού στοιχείου στη ξηρά, ανεξαρτήτου εύρους.
***Κολύμβηση (η): Κοινώς το “κολύμπι” (βλέπε λέξη). Η ικανότητα του ατόμου, γενικά, να επιπλέει και να μετακινείται κατά βούληση. Συνεκδοχικά και η αιώρηση κάθε αντικειμένου στο υγρό στοιχείο. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι,διάβασα, μάθαιναν από παιδιά κολύμβηση, παράλληλα με την μόρφωσή τους, ο δε Διογένης ο Λαέρτιος (3ος μ.Χ. αι.) έγραψε για τους μη γνωρίζοντας “μήτε νειν μήτε γράμματα” (νέω=κολυμπώ), κατά δε τον Αθήναιον (3ος π.Χ. αι.) ονομαζόντουσαν “απαίδευτοι και βάρβαροι”.
***Κολύμπι (το): Βλέπε λέξη “κολύμβηση”.
***Κόλωμα (το): Η ανάκρουση των κουπιών, η οπισθοδρόμηση.
***Κολώνω: “Αντηνεμώ/σοπράρω” (βλέπε λέξεις), χειρίζω με τις κεραίες και τις σκότες κατά τέτοιο τρόπο τα πανιά, ώστε το σκάφος να ανακρούσει, να κολώσει.
***Κομαντάντες (ο): Ο αρχηγός.
***Κομάντο (ο): Ο καταδρομέας. Ειδικό ολιγομελές σώμα που δρα με ανορθόδοξο τρόπο. Κατ΄ επέκταση χρησιμοποιείται ο όρος και στον πολιτικό βίο.
***Κόμβος (ο): Κοινώς “κόμπος” (βλέπε παρακάτω). Το δέσιμο του σχοινιού γύρω απ΄ τον εαυτό του. Κατ΄ επέκταση λέμε “κόμβο” και το δέσιμο δύο σχοινιών, όπως και το δέσιμο του σχοινιού σε κάποιο σημείο. Όμως το μεν “δέσιμο δύο σχοινιών” ανήκει στους “δεσμούς” (βλέπε λέξη), το δε “δέσιμο σε σημείο” ανήκει στα “δεσίματα” (βλέπε λέξη).
***Κόμβος ταχύτητας (ο): Στο Ναυτικό/Αεροπορία μετράμε την ταχύτητα του πλοίου σε “κόμβους” , όπου ένας “κόμβος” ταχύτητας στο υγρό στοιχείο, ισούται με δίαρμα (απόσταση στον βυθό – βλέπε λέξη “δίαρμα”) του ενός ναυτικού μιλίου (1852 μ.), π.χ. το πλοίο αναπτύσσει ταχύτητα 18 κόμβων, που σημαίνει ότι, σε μία ώρα έχει διανύσει απόσταση 18 ναυτικών μιλίων(βλέπε ναυτ.μίλι),δηλαδή το “δίαρμά”(βλέπε λέξη) του είναι 18 ν.μλ. . Η λέξη “κόμβος” σημαίνει και σημείο εκκίνησης ή συνάντησης των συγκοινωνιακών γραμμών (ποιος δεν θυμάται τον Λογοθετίδη και τον Φωτόπουλο με τί στόμφο προφέρανε την λέξη “κόμβος”, στην αξέχαστη ασπρόμαυρη ταινία του παλιού κινηματογράφου !!!).
***Κομβόι (το): Το «κονβόι», η «νηοπομπή» . Σχηματισμός αποβατικών πλοίων για εκτέλεση απόβασης. Δυνατόν το «κομβόι» να αποτελείται από ανεφοδιαστικά πλοία πάσης φύσεως.
***Κομήτης (ο): Ουράνια σώματα με μάζα/πυκνότητα ελάχιστη, με κεφάλη πολύ μεγάλο, με πυρήνα και ουρά πολύ μεγάλη ,που μοιάζει με “κόμη”.
***Κόμις (ο): Στους βυζαντινούς χρόνους “κόμις” λεγόταν ο, υπό τις διαταγές του ναυάρχου, διοικητής 3-5 δρομόνων, δηλάδή ήταν αξίωμα.
***Κομμοδόρος (ο): Ο διοικητής ναυτικής μοίρας, ο αρχιπλοίαρχος .
***Κομπάνια (η): Η αποθήκη, το “ενθέμιο” (βλέπε λέξη).
***Κομπανία (η): Η εταιρεία.
***Κομπανίσιο σκάφος (το): Το σκάφος συνοδείας.
***Κομπλάρισμα (το): Η “σύζευξη” (βλέπε λέξη), η σύνδεση ή συνένωση .
***Κομπλέ: Πλήρης. Αυτός που έχει γεμίσει, που δεν έχει χώρο ελεύθερο.
***Κομποδένω: Δένω κάτι σε κόμπο.
***Κόμπος (ο): Η κοινή ονομασία του “κόμβου” (βλέπε παραπάνω). Ο απλός κόμπος λέγεται επίσημα “ανάσταλμα” (βλέπε λέξη).
***Κονάρδα (η): Το εθνόσημο.
**Κόφα (η): Η κοινή ονομασία του “θωρακίου” (βλέπε λέξη).
***Κόχη (η): Η γωνία γενικά.
***Κοχλίας (ο): Κοινώς η “βίδα” (βλέπε λέξη). Στέλεχος με σπείρωμα που το βιδώνουμε.
***Κοχλίας ατέρμωνας (ο): Οι εγκοπές του εφαρμόζουν σε αντίστοιχες εγκοπές οδοντωτού τροχού.
***Κοχλίας πτερυγιοφόρος (ο): Η “πεταλούδα” (βλέπε λέξη).
***Κοχλιώνω: Βιδώνω.
***Κοχύλα (η): Το όστρακο μεγάλου κοχυλιού, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ήχου. Η «μπουρού» (βλέπε λέξη).
***Κόψιμο των πανιών (το): Η “ιστιοποιΐα ” (βλέπε λέξη).
***Κοχλιοτρύπανο (το): Κοινώς το “κολαούζο” (βλέπε λέξη παραπάνω).
***Κόψιμο των πανιών (το): Η “ιστιοποιϊα” (βλέπε λέξη).
***Κραδασμός (ο): Η παλμική κίνηση, η “δόνηση”, το τράνταγμα, το κούνημα, το “βαϊμπρέισον”, (βλέπε λέξεις).
***Κράκουρα (τα): Οι απόκρημνοι βράχοι.
***Κράμα (το): Το μίγμα δύο ή περισσοτέρων μετάλλων. Σε περίπτωση που περιέχουν και υδράργυρο , λέγονται “αμαλγάματα”.
***Κράνος (το): Εκτός του πολεμικού κράνους, το σημερινό κράνος χρησιμοποιείται για την προστασία του κεφαλιού μας στα εργοτάξια κ.λ.π. και αποκαλείται και “κάσκα” (βλέπε λέξη).
***Κράτα γερά : Κέλευσμα που σημαίνει “αγάντα” (βλέπε λέξη).
***Κρατά καλά: Σημαίνει “επίβολος βυθός” (βλέπε λέξη).
***Κρατέρωμα (το): Ο κοινός “μπρούντζος” (βλέπε λέξη). Το μίγμα χαλκού και κασσίτερου.
***Κράτει: Ναυτικό κέλευσμα. Δίνεται από την γέφυρα προς την μηχανή να σταματήσει την περιστροφή της προπέλας.
***Κράτει (το): Συνηθίζεται να λέγεται από τους ναυτικούς η λέξη αυτή , όταν θέλουν να εκφράσουν την διακοπή/σταμάτημα της οποιαδήποτε ενέργειας, ακόμα και ομιλίας. Την λέξη “κράτει” χρησιμοποιούμε στη φράση “δεν κάνει κράτει πουθενά”, για να δηλώσουμε ότι, το άτομο δεν το σταματά κανένα εμπόδιο.
***Κράτηση (η): Πειθαρχική ποινή, που σημαίνει στο Π.Ναυτικό την απαγόρευση εξόδου, αλλά δεν επηρεάζει την στρατολογική ή μισθοδοτική του θέση.
***Κρατητήριο (το): Χώρος όπου κρατούνται προσωρινά οι κρατούμενοι. Κάθε τόπος κράτησης.
***Κράτος παρόχθιον (το): Είναι το παράλιο κράτος, σε αντίθεση με το “μεσόγειο κράτος”.
***Κρατώ: Βαζω καστάνια, φερμάρω.
***Κρεββάτι (το): Η κοινή ονομασία του “κρεββατιού” (βλέπε λέξη).
***Κρεμάθρα (η): Η επίσημη ονομασία της “καντηλίτσας” (βλέπε λέξη παραπάνω).
***Κρεμάλα (η): Εδώ να πούμε ότι η «ληγαδούρα» (την βρήκα γραμμένη με «ι»), που φοράνε οι Δόκιμοι και οι ναύτες στην στολή τους , είναι κατάλοιπο της υπενθύμισης ότι, εάν διαπράξεις βαρύ αδίκημα, σε περιμένει κρεμάλα και καθιερώθηκε στο τότε αγγλικό ναυτικό.
***Κρεμάμενα (τα): Μια άλλη ονομασία των “εξαρτίων” (βλέπε λέξη).
***Κρεμαστά νερά (τα): Η κοινή ονομασία του χαρακτηρισμού του βυθού ως “Κρεμαστός”,όταν η κλήση του είναι απότομη.
***Κρεμαστήρας (ο): Κοινώς “μαντοπόδαρο” (βλέπε λέξη). Γερό σχοινί που καταλήγει σε “αγκύλη/γάσα/θηλειά” με “ψέλιο/ροδάτζα” για οποιαδήποτε χρήση “”αγκύρωσης/κοτσαρίσματος.
***Κρεμαστό πηδάλιο (το): Ονομάζεται το πηδάλιο που έχει μόνον ένα άξονα, που στηρίζεται και στρέφει και ο οποίος εδράζεται στην πάνω πλευρά του πηδαλίου, καθώς και στο πρυμναίο τμήμα του σκάφους.
***Κρένι (το): Γερανός περιστρεφόμενος, το περιστροφικό βίντσι στην προκυμαία. “Κρένια” με χούφτες για χύμα φορτία (σιτηρά,ορυκτά κ.ά.).
***Κρεπάρω: Σκάω από υπερβολική πίεση, έχω φτάσει στα όρια της αντοχής μου και συντρίβομαι, διαρρηγνύομαι. Λέμε “η μηχανή κρεπάρισε”.
***Κρημνώδης (ο): Απότομος.
***Κρηπίδα (η): Το τμήμα τού θαλάσσιου βυθού κοντά στην ακτή. Η υφαλοκρηπίδα.
***Κρηπίδωμα (το): Κοινώς το “μουράγιο” (βλέπε λέξη). Το ακριανό κομμάτι της προκυμαίας που γίνεται η αποεπιβίβαση και η φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων κτλ.
***Κρησφύγετο (το): Μέρος καταφυγής, το καταφύγιο (βλέπε παραπάνω ¨καταφυγής αγκυροβόλιο”.
***Κρίκος (ο): Κοινώς “χαλκάς” (βλέπε λέξη). Σιδερένιος δακτύλιος ασφαλισμένος στη στεριά ή στο σκάφος, για την πρόσδεση των καλωδίων /σχοινιών γενικά.
***Κρίκος αλύσεων (ο): Στις “αλυσίδες/καδένες” χρησιμοποιούνται “κρίκοι”, ελλειψοειδούς σχήματος, με τις εξής ονομασίες και κατασκευές:
α) ο “απλός ή κοινός κρίκος”, δηλαδή μόνον ο δακτύλιος και είναι λίγο πιο αδύνατος απ΄ τους άλλους .
β) ο “δίαδετος κρίκος”, το “θήτα” που λέμε («Θ») , που έχει στη μέση «διάπηγμα/τρέσα» , δηλαδή ένα σύνδεσμο, που εμποδίζει τον κρίκο να ανοίξει και την καδένα να πάρει “βερίνες”. Εδώ θα σημειώσω ότι, αρκετά εγχειρίδια ναυτικής τέχνης αναφέρουν το «διάπηγμα» του κρίκου, με το όνομα «διάπηγα», αλλά δεν βρήκα την λέξη αυτή, στην εγκυκλοπαίδεια και στα λεξικά που κατέχω, ενώ υπάρχει ερμηνεία για την λέξη «διάπηγμα» και σύνδεση με το ρήμα «διαπηγνύω».
γ) ο “περονοφόρος κρίκος” , που το «διάπηγμα/σύνδεσμός» του, δεν είναι ακριβώς στη μέση, για να έχει χώρο, να περνάει η “περόνη του “αγκυλίου/κλειδιού” σύνδεσης των “αμμάτων”. (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
δ) ο «λυόμενος κρίκος» (έχει αντικαταστήσει το «αγκύλιο/κλειδί» στην σύνδεση των αμμάτων της καδένας, εκτός της σύνδεσης του «δακτυλίου/ανέλου/ κουλούρας» της άγκυρας με την καδένα – η κούρμπα του κλειδιού προς το μέρος της καδένας), προκειμένου η καδένα να διέρχεται εύκολα από τα δόντια του αλυσέλικτρου. Ο εν λόγω «λυόμενος κρίκος», φέρει κι αυτός την ονομασία «κλειδί» και χρησιμοποιείται ευρέως τώρα πια. Αποτελεί, στην ουσία, ένα «διάδετο κρίκο» του οποίου το «δάπηγμα» λύνεται, όπως λύνεται και ένα μέρος της μίας πλάγιας πλευράς ,προκειμένου να γίνει η σύνδεση των αμμάτων και το ξαναδένουμε ασφαλίζοντάς τον.
***Κρίκος στρεπτήρας (ο): Κοινό “γυριστό κλειδί” (βλέπε έκφραση). Ο περιστροφικός αυτός κρίκος χρησιμεύει για να προλαβαίνει και να μην βερινιάζει η καδένα της άγκυρας.
***Κρικόδεσμος (ο): Δέσιμο του σχοινιού στον κρίκο του προβλήτα ή και γενικά σε “κρίκο”.
***Κρις-κραφτ (το): Το μικρό ταχύπλοο σκάφος. Είναι και «εμπορική ονομασία σκαφών».
***Κροκάλη/α (η): Πέτρωμα που με την τριβή (θάλασσα ή ποτάμι) αποστρογγυλώθηκε και είναι κάποιου μεγέθους. Τα μικρά τα λέμε “βότσαλα” σε αντιδιαστολή με τα “χαλίκια” που είναι ,ας πούμε ακατέργαστα. Ετσι τα έχω μάθει.
***Κρόουλ (το): Τρόπος γρήγορης κολύμβησης. Το λέμε «ελεύθερο».
***Κροσάρω: Διασχίζω και διασταυρώνω.
***Κρόταλα (τα): Όργανα ,που συγκρούονται μεταξύ των και προκαλεί θόρυβο. Παρεώνται (τα αφήνουμε στη θάλασσα υπό έλεγχο) από τα πλοία επιφανείας, για να ξεγελάσουν τις ακουστικές τορπίλλες.
***Κρόταφος (ο): Η κόψη, η άκρη κατά μήκος της πλευράς.
***Κροτίδα (η): Η τράκα,το βαρελότο.
***Κρουαζιέρα (η): Πλούς αναψυχής.
***Κρουαζιερόπλοιο (το): Η σύντμησή του τύπου αυτού του πλοίου στην ελληνική είναι Κ/Ζ και στην διεθνή Cr/S.
***Κρούβα (η): Η “επωτίδα/καπόνι/ηρακλής” (βλέπε λέξεις) που χρησιμεύει για την ανάρτηση/πόντιση/στερέωση της άγκυρας στην ιστιοφόρο ναυτιλία.
***Κρούζα (η): Η κοινή ονομασία του “διάδεσμου”, που ασφαλίζει τον δεσμό δύο σχοινιών.
***Κρουζάρω: Διαδένω, ασφαλίζω τα σχοινιά με “διάδεσμο” (βλέπε λέξη).
***Κρουζέτο (το): Από το ιταλικό “croseta”. “Κρουζέτο” λέγεται, περιφεριακά των καταστρωμάτων, μια λουρίδα τους, αφιερωμένη στην κυκλοφορία των πάσης φύσεως νερών , που πέφτουν στα καταστρώματα και που τα οδηγούν στους “ευδιαίους/μπούνια” (βλέπε λέξεις) κι από εκεί στη θάλασσα. Μάλιστα στο Πολ.Ναυτικό θυμάμαι ότι, κατ΄επέκταση, λέγαμε “κρουζέτο” και μια λουρίδα περιφερειακά και στη βάση κάθε υπερκατασκευής, που είναι σε κάθε κατάστρωμα (κι αυτό που λέω είναι “καρατσεκαρισμένο”, που θα έλεγε και η Μαλβίνα , ένα ίνδαλμα).”Κρουζέτο ” κατά την εγκυκλοπαίδεια, είναι τα “δίζυγα” των μεγάλων επιστηλίων, επί των οποίων εδράζονται οι έδρες των μικρών επιστηλίων, στην ιστιοφόρο ναυτιλία. Ακούγεται και “κουρζέτο” (βλέπε λέξη).
***Κρουνός (ο): Κοινώς “κάνουλα” ή και “ρουμπινές”(βλέπε λέξεις). Με απ΄ ευθείας εισροή απ΄ τη θάλασσα, προκειμένου περί σκάφους, προς κατάσβεση πυρκαϊάς, κατάκλιση κύτους, πυριτιδαποθήκης κλπ.
***Κρουσιφλεγής (ο): Λέγονται οι πυροσωλήνες που αναφλέγονται όταν έρχονται σε σύγκρουση.
***Κρουστικός (ο): Αυτό που έχει χαρακτηριστικό γνώρισμα την κρούση. Π.χ. οι αμυντικές νάρκες κ.α.
***Κρυπτογραφία (η): Η μέθοδος αποκρύψεως του γραπτού κειμένου.
***Κρυφό (το): Το σχοινί που τεντώνει τον “αετό” (βλέπε λέξη) του πανιού.
***Κτένες (οι): Κοινώς τα “χτένια”. Θαλάσσιος οργανισμός που το “κρέας” του εναι πολύ νόστιμο.
***Κτήσεις υπερωκεάνιες (οι): Η υπερπόντια απόκτηση.
***Κυάλια (τα): Κοινή ονομασία των “διόφθαλμων”. Γράφονται και ως “κιάλια”, τα λέμε και “γυαλιά”, “δίοπτρα” (βλέπε αντίστοιχες λέξεις). Είναι ζεύγος δύο διοπτρών, στερεωμένων συμμετρικά η μία δίπλα στην άλλη, ώστε να δείχνουν στην ίδια κατεύθυνση, επιτρέποντας στον χρήστη τους να βλέπει και με τα δύο μάτια μακρινά αντικείμενα.
***Κυανή ηλιοτυπία (η): Η κοινώς λεγόμενη “μπλου πριντ” (βλέπε λέξη).
***Κυβέρνηση πλοίου (η): Η διεύθυνση του σκάφους με το πηδάλιο και γενικώτερα η διοίκηση του πλοίου.
***Κυβερνήτης (ο/η): Το άτομο που διευθύνει γενικότερα το πλοίο. Ο “πλοίαρχος” του σκάφους. Ο “καπετάνιος” (βλέπε παραπάνω λέξη).
***Κυβερνώ ένα πλωτό ναυπήγημα: Το διευθύνω/διοικώ. Το πηδαλιουχώ. Κρατάω το τιμόνι/οιακοστρόφειο/δοίακι. Τιμονιάρω. Οιακίζω.
***Κυβικός πόδας (ο): Τον όγκο τον μετράμε συνήθως σε κυβικά πόδια. Ένα κυβικό πόδι είναι 1728 κυβικές ίντσες/δακτύλιους ή 0,028315 κυβικά μέτρα. 100 κυβικοί πόδες είναι ένας “κόρος” (βλέπε λέξη).
***Κυκλοειδείς έλικες ή κατακορύφου άξονα έλικες(οι): Χρησιμοποιούνται από ρυμουλκά, καθ΄ όσον παρέχει μεγάλη ευχέρεια στη πηδαλιούχηση και στο “πρόσω” και στο “ανάποδα”, κατά την ρυμούλκηση/ώθηση.
***Κύκλος αζιμουθιακός (ο): Ο κύκλος με μοίρες και διόπτρα, που χρησιμοποιούμε στους επαναλήπτες της πυξίδας στο πλοίο, για να παίρνουμε το “αζιμούθ” (βλέπε λέξη) των ουρανίων σωμάτων ή και τις διοπτεύσεις των αντικειμένων, επί της επιφάνειας της γης.
***Κύκλος ανταρκτικός (ο): Ο νότιος πολικός κύκλος της γης, στο πλάτος 66°33΄ Ν.
***Κύκλος αρκτικός (ο): Ο βόρειος πολικός κύκλος της γης στο πλάτος 66°33΄Β.
***Κύκλος ζωδιακός (ο): Βλέπε λέξη “Ζωδιακός”.
***Κύκλος ηλιακός (ο): Περίοδος 28 ετών , που συμπίπτουν οι ίδιες μέρες την εβδομάδας στους ίδιους μήνες.
***Κύκλος μέγιστος (ο): Ο κύκλος της σφαίρας που με κέντρο το κέντρο της σφαίρας την διαιρεί σε δύο ίσα ημισφαίρια , όπως ο “ισημερινός”.
***Κύκλος μετωνικός (ο): Περίοδος 19 ετών , που επαναλαμβάνονται οι φάσεις της σελήνης την ίδια μέρα. Πήρε το όνομα από τον Αθηναίο Μέτωνα (5ος π.Χ.αι.). Ονομάζεται και “κύκλος σεληνιακός”.
***Κύκλος νερού (ο): Ονομάζεται η μετατροπή του νερού από την υγρή κατάσταση, σε αέρια και πάλι σε υγρή. Λέγεται και “υδρολογικός κύκλος”.
***Κύκλος ορθής αναφοράς (ο): Ο μέγιστος κύκλος που διέρχεται από τους πόλους της ουράνιας σφαίρας, όπως ο ουράνιος μεσημβρινός.
***Κύκλος στροφής (ο): Ή στροφή του σκάφους κατά 360°, με το πηδάλιο σε θέση “όλο δεξιά ή όλο αριστερά”. Την γνώση της “τακτικής διαμέτρου”, δηλαδή το πόσο μετατοπίσθηκε το σκάφος, όταν κατά την στροφή έφθανε, η αλλαγή της πορείας τις 180°, το χρησιμοποιούσα, μαζύ με κάτι επιπλέον, σαν απόσταση ασφαλείας, όταν παρέπλεα ναυτιλιακούς κινδύνους και εφ΄όσον υπήρχε η δυνατότητα.
***Κυκλοφορία ανέμου (η): Ο άνεμος επιφάνειας που πνέει μέχρι το ύψος των 100 μ., επηρεάζεται από την τριβή του στις ανωμαλίες του εδάφους και της θάλασσας, κι έτσι μειώνεται η ταχύτητά του. Σ΄ ένα αντικυκλώνα (“Υ”) ο άνεμος κινείται δεξιόστροφα (σύμφωνα με την κίνηση των δεικτών του ωρολογίου, ενώ σε μια ύφεση (“Χ”) κινείται κατά την ανάδρομη φορά (αντίθετα από την περιστροφή των δεικτών του ωρολογίου).
***Κυκλοφορητής (ο): Αντλία που χρησιμοποιούμε για να πιέσουμε την κυκλοφορία του νερού.
***Κυκλώνας (ο): Λέμε “κυκλώνα” το σύστημα των ανέμων, που πνέουν γύρω από ένα βαρομετρικό χαμηλό. Οι άνεμοι αυτοί πνέουν προς το κέντρον του και κατά την ορθήν φορά (όπως οι δείκτες του ρολογιού)στην περίπτωση του νότιου ημισφαιρίου, στο δε βόρειο ημισφαίριο αντίθετα, δηλαδή κατά την ανάστροφη φορά (αντίθετα από την κίνηση των δεικτών του ρολογιού) .Οι άνεμοι στον κυκλώνα έχουν τρομερή ένταση. Αξίζει να πούμε ότι στην Ιαπωνία άρπαξαν από την θάλασσα πλοίο 2.000 τον., το σήκωσαν και το έριξαν στην στεριά.
***Κυκλώνες των τροπικών (οι): Ατμοσφαιρικές διαταράξεις που στροβιλίζονται και εμφανίζονται στους τροπικούς.
***Κυλικείο (το). Στα πλοία λέγεται “καμέλα” (βλέπε λέξη παραπάνω). Χώρος όπου παρέχονται τρόφιμα, καφέδες, αναψυκτικά και άλλα είδη.
***Κυλιστήριο (το): Κοινώς “ζεργίνα” (βλέπε λέξη). Ο τρόπος χρήσεως των σχοινιών προκειμένου να ανεβάσουμε αντικείμενο επίμηκες και κυλινδρικό.
***Κύμα (το): Κύμα ονομάζεται μια έξαρση του υγρού στοιχείου, που σπρώχνεται από τον άνεμο ή από άλλη αιτία. Το φαινόμενο του “κύματος” το έχουμε και στον αέρα, στον ήχο κλπ.
***Κύμα αβαθών (το): Το κύμα που έχει ,μάλλον, μεγάλο ύψος και σπάζει κυλιόμενο.
***Κύμα αποθαλασσίας ανατεταραγμένο (το): Σ΄αυτό το κύμα της αποθαλασσίας δίνεται ο αριθμός 9 της κλίμακας Ντούγκλας, που είναι ο ανώτερος βαθμός και αντιστοιχεί σε κατάσταση θάλασσας με την ονομασία “πολύ άγρια” . Στην κατάσταση αυτή το ύψος του κύματος ξεπερνάει τα 14 μ.
***Κύμα θραύσεως (το): Λέγεται το κύμα που κατακρημνίζεται από μεγάλο ύψος.
***Κύμα θύελλας (το): Το κύμα αυτό γίνεται, επειδή η δύναμη των ανέμων που πνέουν κυκλωνικά γύρω από την τροπική καταιγίδα, εκτοπίζουν μεγάλο όγκο νερού. . Την λένε και “μετεωρολογική παλίρροια”.
***Κύμα, κλίση (η): Ο λόγος του ύψους διά του μήκους. Όσο μεγαλώνει ο λόγος αυτός τόσο πιο κοντά είναι στο να σπάει η κορυφή.
***Κύμα, μήκος (το): Η απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών κορυφών του κύματος.
***Κύμα, περίοδος (η): Το χρονικό διάστημα που απαιτείται για διέλευση δύο κορυφών του κύματος από ένα σταθερό σημείο.
***Κύμα, ύψος (το): Η κάθετη απόσταση της κορυφής του κύματος από το κοίλωμά του. Θυμάμαι τον Πλωτάρχη καθηγητή ναυπηγίας στην Σχολή Δοκίμων, που μας έλεγε ότι «μέγιστο κύμα» του ανέμου , που πνέει συνεχώς με την ίδια ένταση, πάνω από ελεύθερη θαλάσσια επιφάνεια, δημιουργείται σε απόσταση 50 ν.μλ., περίπου, από την ακτή και προς την κατεύθυνση που πνέει ο άνεμος (μου το επιβεβαίωσε η Τεχνητή Νοημοσύνη με την παρατήρηση ότι, σήμερα τα μοντέλα κυματισμού δίνουν πιο ακριβείς τιμές, αλλά το νούμερο των ~50 ν.μλ. είναι απόλυτα ρεαλιστικό για μέτριους ανέμους.
***Κύμανση (η): Ο κυματισμός, η ταλάντωση, η παλμική κίνηση του κύματος.
***Κύματα (τα): Στην άπνοια η θάλασσα είναι ήρεμη. Όταν αρχίζει να φυσά, ο άνεμος τρίβεται στην επιφάνειά της και αρχίζει να παρασέρνει τα μόρια του νερού, οπότε σχηματίζονται ρυτίδες, που με την πάροδο του χρόνου μεγαλώνουν (αφού στα πλευρά τους η πίεση του ανέμου αυξάνει) και δημιουργούνται τα “κύματα”. Η προχώρηση του κύματος, που παρατηρούμε, είναι φαινομενική και το σχήμα μόνον μετατοπίζεται και όχι η θάλασσα/υγρό στοιχείο γενικά. Την λέξη «κύματα» χρησιμοποιούμε, για να πούμε στην ραδιοφωνία τα «ερτσιανά κύματα», στα ηλεκτρονικά τα «ηλεκτρομαγνητικά κύματα», στον ήχο τα «ηχητικά κύματα», στις ακτίνες/φως τα «φωτεινά κύματα» και στην θερμοκρασία τα «κύματα ψύχους και θερμότητας».
***Κύματα αναρρηγνύμενα : Έτσι ονομάζονται τα κύματα που οι κορυφές τους καταρρέουν επειδή προκαλείται, αυτή η κατάρρευση, από την δύναμη του ανέμου. Αυτό παρατηρείται στην ανοιχτή θάλασσα με θυελλώδη καιρό.
***Κύματα ανώμαλα: Σχηματίζονται όταν ένα δυνατό θαλάσσιο ρεύμα κινείται αντίθετα από την κατεύθυνση ενός ισχυρού κυματισμού. Τότε τα κύματα που δημιουργούνται από την σύγκρουση, αποκτούν μεγάλο ύψος και είναι επικίνδυνα.
***Κύματα βυθού (τα): Τα κοινώς λεγόμενα “τσουνάμι”. Αυτά γεννιόνται λόγω υποβρύχιας έκρηξης/κατολίσθησης και πτώσης, ικανού σε μέγεθος, ουρανίου σώματος και προχωρούν μέσα στη μάζα του θαλασσινού νερού. Έχουν τεράστια ταχύτητα και φθάνουν τα 400 ν.μλ. την ώρα, που μειώνεται όσο πλησιάζουν σε μικρότερα βάθη ,αλλά κερδίζουν σε ύψος (το 2004 στον Ινδικό, το ύψος έφτασε τα 51 μ.. Το ψηλότερο, λένε οι επιστήμονες, ήταν στην δυτική Αφρική και είχε ύψος περί τα 250 (Ε) 250 μ.. Σε κλειστή θάλασσα στην Αλάσκα, έφθασε τα 500 μ.περίπου). Το μήκος τους κυμαίνεται μεταξύ των 100-200 μ. και μπορούν να διατρέξουν περιφερειακά την γη. Τα κύματα απ΄το τσουνάμι, έχουν ιδιαίτερα καταστρεπτικές συνέπειες στις ακτές.
***Κύματα εγκάρσια και αποκλίνοντα του πλοίου: Τα γνώρισα με μία ονομασία ως “δορυφόρα κύματα”, χωρίς να γνωρίζω την πηγή (η Τεχνητή Νοημοσύνη μου γνώρισε ότι οι παλαιές ονομασίες ήταν «δορυφορικά», «συνοδά», «παρακολουθούντα» και όλες αυτές οι ονομασίες έχουν αντικατασταθεί με την λέξη «απόνερα» – βλέπε λέξη) .
Τα «απόνερα», λοιπόν, είναι τα κύματα που δημιουργούνται με την προχώρηση του πλοίου. Έτσι έχουμε ένα κύμα στην πλώρη που λέγεται «μουστάκια» , ένα σύστημα κυμάτων που αποκλίνει από την πλώρη και από την πρύμη (έχουν οξεία γωνία 19°56΄- σχηματίζουν V- την γωνία Kelvin) και τέλος ένα εγκάρσιο σύστημα , όπου οι κορυφές των κυμάτων είναι κάθετες προς την πορεία του πλοίου. Ολόκληρο το σύστημα κυμάτων αυξάνει την αντίσταση κυματισμού, η οποία γίνεται ιδιαίτερα έντονη όταν η ταχύτητα πλησιάζει την «ταχύτητα κύματος» που αντιστοιχεί στο μήκος μεταξύ πλώρης–πρύμης . (Στοιχεία Γ. Σ. Τριανταφύλλου Καθηγητής Ε.Μ.Π., Στοιχεία Ναυπηγίας Εμμ.Ν.Ζωγραφάκη, Τεχνητή Νοημοσύνη).
Υπάρχει και το «εμπρόσθιο κύμα», που είναι η ώθηση του νερού, δηλαδή όπως το πλοίο προχωρά ,ωθεί προς τα εμπρός το νερό. Είχα διαβάσει παλιά ότι, το κύμα που έκανε ένα τάνκερ σε κάποιο ποτάμι της Αμερικής, καθώς το ανέβαινε, είχε εντοπιστεί μίλια μακριά. Η απάντηση της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι:» Όταν το πλοίο προχωρά, δεν δημιουργεί μόνο κύματα. Προκαλεί και ώθηση νερού προς τα εμπρός – ένα κύμα χαμηλής συχνότητας που μπορεί να προηγείται του πλοίου. Η ώθηση της θάλασσας προς την κατεύθυνση του πλοίου («draw ahead» / «fore wave»), έχει μεγάλη πρακτική σημασία σε α) ποτάμια, β) στενούς διαύλους, γ) λιμενολεκάνες . Παλαιότερα, σε ποταμόπλοια με εμβολοφόρα ή πολύ κάθετη πλώρη, αυτό ήταν πιο έντονο και μπορούσε να παρατηρηθεί εκατοντάδες μέτρα (ακόμα και μίλια) μπροστά. Το φαινόμενο αυτό, σχετίζεται με τη μετατόπιση τεράστιου όγκου νερού από τη μάζα του πλοίου, ενισχύεται όταν η διατομή του ποταμού είναι περιορισμένη (φαινόμενο bank effect και squat) και έχει αναγνωριστεί ως αιτία διάβρωσης σε όχθες ποταμών».
***Κύματα Καταιγίδων (τα): Με την επίδραση καταιγίδας υψώνεται το επίπεδο της θάλασσας και δημιουργείται κύμα, είτε υπό την πίεση του ανέμου, είτε από την συμβολή ρευμάτων που δημιουργούνται, είτε από την χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση της καταιγίδας που αναρροφά, ας πούμε, την θάλασσα, είτε ,τέλος, από τον αθροιστικό συνδυασμό αυτών των παραγόντων.
***Κύματα παλιρροιακά (τα): Λέγονται αυτά που δημιουργούνται, σε μεγάλη θαλάσσια κυρίως επιφάνεια, από τις έλξεις Σελήνης και Ηλίου. Τα παλιρροιακά κύματα ( ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό χρησιμοποιεί και τους δύο τύπους: παλιρροιακός και παλιρροϊκός) διαφέρουν από τα παραγόμενα από τους ανέμους κύματα, γιατί στα μεν του “ανέμου” τα μόρια του νερού διαγράφουν κλειστές τροχιές μικρής σχετικά ακτίνας και η κίνησή τους ελαττώνεται γρήγορα από την επιφάνεια προς τον πυθμένα, ενώ στα “παλιρροιακά”, αντίθετα, παρατηρείται μεγάλο μήκος κύματος και η κίνηση των μορίων είναι οριζόντια, που εκτείνεται σχεδόν σε όλο το βάθος του υγρού στοιχείου. Να προσθέσουμε και μια άλλη διαφορά που είναι η περιοδικότητα των “παλιρροιακών”, που δεν υφίσταται στα προκαλούμενα από τους ανέμους. Επίσης λόγω της περιστροφής της Γης, το παλιρροιακό κύμα μετατοπίζεται στην επιφάνεια της θάλασσας και πάντα κατά διεύθυνση Ανατολής – Δύσης και να το έχουμε υπόψη μας όταν παραπλέουμε/αγκυροβολούμε περιοχές με έντονα παλιρροιακά φαινόμενα.
Να λάβουμε υπόψη μας ότι άλλο “παλιρροιακό κύμα” και άλλο τα “κύματα βυθού” (“τσουνάμι”). Τα πρώτα παρουσιάζονται με περιοδικότητα και άλλη αιτία δημιουργίας, ενώ τα δεύτερα δεν έχουν περιοδικότητα και έχουν τελείως διαφορετική αιτία δημιουργίας.
***Κύματα (τα) σε θάλασσες με μικρό βάθος: Αυτά σπάνε στην παραλία κι έτσι όταν το επόμενο κύμα, που έρχεται, συναντήσει αυτό που έσπασε και τώρα παλινδρομεί, το νερό αναπηδά μέχρι και 30 μ. . Το φαινόμενο ονομάζεται “αντιμάμαλο” (βλέπε και λέξη).
***Κύματα Στάσιμα (τα): Σχηματίζονται όταν κύματα με ίδια χαρακτηριστικά και αντίθετη κατεύθυνση βρεθούνε μαζύ, οπότε δεν έχουμε πια μετακίνηση κυματισμού.
***Κυματαναπάλσεις (οι): Καλούνται οι ανυψώσεις και οι ταπεινώσεις της επιφάνειας του υγρού στοιχείου, που παρατηρούνται σε λίμνες και σε περίκλειστες/σχεδόν περίκλειστες θάλασσες (π.χ. Κορινθιακός κόλπος) και που προξενούνται κυρίως από την μεταβολή της βαρομετρικής πίεσης (σχετικά με το θέμα βρήκα και στο διαδίκτυο αναφορά της Υδρογρ.Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού σε έκδοση της “Πρωίας” της 11ης Μαΐου 1928).
***Κυματίζω:Κάνω κύματα. Μεταφορικά “η Σημαία κυματίζει”.
***Κυμάτιο (το): Το μικρό κύμα, που δεν παρουσιάζει κανονικό μήκος/πλάτος/ύψος.
***Κυματισμός (ο): Με τον όρο αυτόν χαρακτηρίζουμε την κατάσταση της επιφάνειας του υγρού στοιχείου, που οφείλεται κυρίως στην επενέργεια της κίνησης του ανέμου. Τώρα να πούμε και μερικά εμπειρικά. Ραγδαία βροχή κάνει πιο ήρεμη την θάλασσα. Με το που ρίχνουμε λάδι, επίσης κάνουμε πιο ήρεμη την θάλασσα.Το ίδιο επτυχάνουμε με διάλυμμα σαπουνιού ή και με κομάτια πάγου.
***Κυματισμός (ο) στα αβαθή: Στα αβαθή έχουμε αύξηση του ύψους του κύματος και ανύψωση της κορυφής του, που σπάει και πέφτει από το βάρος της. Η φαινόμενη κίνησή του ελαττώνεται και το μήκος του μικραίνει. Τώρα, αν το πλοίο μας έχει την ίδια ταχύτητα με την φαινόμενη μετακίνηση των κυμάτων, τότε έχουμε μείωση της ταχύτητάς μας.
***Κυματισμός (ο), ιδιάζουσες μορφές: (1).-Όταν οι “σπηλιάδες” (βλέπε λέξη) , που εκχύνονται από τις απότομες πλευρές της στεριάς και αποκόπτουν τις ράχες των κυμάτων, που μετατρέπονται σε αφρό, προσδίνεται μια λευκή όψη στην επιφάνεια της θάλασσας. Το φαινόμενο αυτό, ονομάζεται “Λευκή λαίλαπα”. Το συναντάμε συχνά στο Αιγαίο και τη Νότια Κρήτη. (2).- Συμβολή κυμάτων: Όταν δύο ή και τρία κύματα, διαφορετικών διευθύνσεων συναντηθούν μεταξύ τους, τότε έχουμε το φαινόμενο της “συμβολής των κυμάτων”. Κατ΄αυτήν, πότε αυξάνονται τα ύψη των και πότε ελαττώνονται απότομα. Αυτό είναι το επικίνδυνο για τα σκάφη. Δεν μιλάμε για τους κυκλώνες , που όταν πέφτει αυτό το βάρος του νερού ,από το θεόρατο κύμα που δημιουργείται, πάνω στο πλοίο μας, “χάνουμε τα αυγά και τα πασχάλια” που λέμε.
***Κυματοβάλλομαι: Κατακλύζομαι από κύματα.
***Κυματογενής αφρός (ο): Ένας γλοιώδης αφρός, που δημιουργείται από το σπάσιμο των κυμάτων στη λιθοριπή του κυματοθραύστη (οι ψαράδες τον λένε “αφριτή” ή “λεβάδα” – βλέπε λέξεις) και που εμποδίζει τα ψάρια να δουν καθαρά την “μισινέζα/τρίχα” (βλέπε λέξεις) που δένουμε τα αγκίστρια.
***Κυματώδης αφρός (ο): Ο γλοιώδης αφρός που γίνεται όταν σπάνε τα κύματα στους ογκόλιθους των κυματοθραυστών. Οι ψαράδες μας τον λένε «λεβάδα» ή «αφρίτη» (βλέπε λέξεις) και με το «καλάμι» ψαρεύουν σκαθάρια και μελανούρια.
***Κυματοδρομώ: Κινούμαι στην επιφάνεια της θάλασσας με ιστιοσανίδα (γουίντ σέρφινγκ)
***Κυματοειδής μορφή (η): Το κυματιστό, αυτός που μοιάζει με κύμα.
***Κυματοθραύστης (ο): Τεχνικό έργο που κατασκευάζεται από λιθορριπές, προκειμένου να προστατεύσει ορισμένη θαλάσσια έκταση από τα κύματα/ρεύματα ή κι από παρασυρόμενα υλικά. Ο “κυματοθραύστης” μπορεί να είναι μεμονωμένος ή μαζύ και εξωτερικά ενός προβλήτα ή και παράλληλα προς την ακτή.
***Κυματόμετρο (το): Μηχανισμός που προσδιορίζει την ωστική δύναμη των κυμάτων.
***Κυματομηχανική (η): Βλέπε λέξη “κβαντομηχανική”.
***Κυματανάπαλση (η): Η διαδοχική ανύψωση και ταπείνωση της επιφάνειας των αβαθών υδάτων των περίκλειστων περιοχών.
***Κυματωγή (η): Είναι το φαινόμενο της θραύσης/σκάσιμο των κυμάτων στην ακτή και η κίνησης τους προς τα πίσω, που ονομάζεται “ανάρρους” (βλέπε λέξη).
***Κυματώδης (η): Σύμφωνα με την ΕΜΥ, αποδίδονται οι χαρακτηρισμοί ως “κυματώδης” και “κυματώδης έως πολύ κυματώδης”, στις «καταστάσεις» της θάλασσας υπ΄αριθμ.5 και 6 , που αντιστοιχούν στους χαρακτηρισμούς του ανέμου «ισχυρός» (Bf 5) και «πολύ ισχυρός» (Bf 6). Στην περίπτωση της «κυματώδους» κατάστασης ,τα φαινόμενα στη θάλασσα είναι «Μέτρια κύματα, πολλά λευκά κύματα», στην δε «πολύ κυματώδης» είναι «Μεγάλα κύματα, λευκός αφρός παντού».
***Κύμβαλο (το): Το γκονγκ, που χρησιμοποιείται συνήθως στα επιβατηγά για την αναγγελία γεύματος.
***Κύμβη (η): Μονόξυλη βάρκα, που γίνεται από ένα κορμό δένδρου, που σκάβεται/κοιλένεται, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τους ψαράδες σε λίμνες και ποτάμια. Σε μας θα λέγαμε τον “πάκτωνα” (βλέπε λέξη). Και λίγη μυθολογία: Έτσι λέγανε και την βάρκα του χάρου, με την οποίαν, αυτός, πήγαινε τις ψυχές των νεκρών στην Αχερουσία λίμνη του Άδη.
**Κυρηκευτικό (το): Η λευκή σημαία και κατ΄ επέκταση το πλοίο που φέρει το εντεταλμένο πρόσωπο, για έναρξη διαπραγματεύσεων/ανακοίνωση σπουδαίων θεμάτων. Το σήμα, η λευκή σημαία, είναι μεγάλη,τετράγωνη και επαίρεται ψηλά, μέχρι το επίμηλο (βλέπε λέξη).
***Κυρίευση (η): Η κατάκτηση.
***Κύρτη (η): Βλέπε λέξη “κύρτος”.
***Κύρτος (ο): Κοινώς “κιούρτος” (βλέπε λέξη).
***Κυρτότητα καταστρώματος (η): Το κατάστρωμα , αρχίζοντας από την κεντρική διαμήκη γραμμή του, έχει μια ελαφρά κλίση προς την θάλασσα ,προς τα δεξία και προς τα αριστερά και τούτο για να φεύγουν τα νερά προς την θάλασσα.
***Κύρτωμα (το): Η κάμψη, η καμπή, η κοιλιά του σχοινιού ή οιουδήποτε αντικειμένου.
***ΚΥ.Σ.Ε.Α. (το): Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας.
***Κύτος (το): Κοινώς “αμπάρι” (βλέπε λέξη). Είναι ο χώρος μεταξύ του “εσωτροπίου” και του κατώτατου “υποφράγματος” (βλέπε λέξεις). Στα εμπορικά πλοία περιλαμβάνει το μηχανοστάσιο, το λεβητοστάσιο. Στα πολεμικά πλοία στο κύτος, δεν περισσεύει χώρος για αμπάρια και ότι απομένει, το καταλαμβάνουν οι αποθήκες υλικού.
***Κυψελοειδές διπύθμενο (το): Λέγεται έτσι,γιατί ο χώρος των “διπύθμενων” (βλέπε λέξη), χωρίζεται με καθέτους σε μικρότερα ορθογώνια τμήματα.
***Κώδικας Ναυτικού Δικαίου (ο): Περιέχει τον νόμο που περιγράφονται, με λεπτομέρεια, τα καθήκοντα των εργαζομένων ναυτικών.
***Κώδικας Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ο): Ο Κ.Δ.Ν.Δ. ορίζει ότι “Πλοίο είναι κάθε σκάφος, προορισμένο να μετακινείται στο νερό, για μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, ρυμούλκηση, επιθαλάσσια αρωγή, αλιεία, αναψυχή, επιστημονικές έρευνες ή άλλο σκοπό.
***Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ο): Ο Κ.Ι.Ν.Δ. ορίζει ότι “Πλοίο είναι κάθε σκάφος, καθαρής χωρητικότητας τουλάχιστον 10 κόρων, προορισμένο να κινείται αυτοδύναμα στη θάλασσα”. Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό απαραίτητες προϋποθέσεις είναι: 1ον) να είναι σκάφος, 2ον) να έχει καθαρή χωρητικότητα από 10 κόρους και άνω, και 3ον) να έχει αυτοδύναμη κίνηση.
***Κώδικας σημάτων (ο): Βλέπε Διεθνής Κώδικας Σημάτων “ΔΚΣ”.
***Κώδικες Ναυτικού Δικαίου (οι): Τα πλοία διέπονται από τη νομοθεσία αφενός του Ναυτικού Δικαίου, το οποίο και διακρίνεται στο Δημόσιο Ναυτικό Δίκαιο και στο Ιδιωτικό Ναυτικό Δίκαιο, που απαρτίζουν και τα δύο σχετικούς Κώδικες (σύνολα ομοειδούς νομοθεσίας), τον Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου Κ.Δ.Ν.Δ. και τον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Κ.Ι.Ν.Δ. και αφετέρου από το Διεθνές Ναυτικό Δίκαιο.
***Κωδικοποιητής (ο): Συσκευή που μετατρέπει το απλό κείμενο σε κρυπτογραφημένο και σε συγκεκριμένο κώδικα.
***Κώδωνας πυρός (ο): Ηλεκτρικός κώδωνας, κοντά στη θέση του σκοπευτού του πυροβόλου του πλοίου, για τον συντονισμό της βολής των πυροβόλων, κατά τις ομοβροντίες.
***Κώθωνας (ο): Λέξη της αρχαίας γλώσσας, που σημαίνει την εσωτερική τεχνητή “λιμενολεκάνη” (βλέπε λέξη) κυκλικού σχήματος. Χρησιμοποιείται, όμως και σήμερα και δηλώνει κάθε εσωτερική τεχνητή ή φυσική “λιμενολεκάνη”, που επικοινωνεί με τη θάλασσα μέσω διαύλου.
***Κώθωνες (οι): Κοινώς τα “κανάτια” (βλέπε λέξη) , τα κύπελα ,οι κούπες.
***Κώλο (ο): Η έκφραση είναι “με τον κώλο” και σημαίνει ότι το σκάφος μας είναι “έμπρυμνο” (βλέπε λέξη).
***Κωλοβρέχτης (ο): Τρόπος ψαρέματος , ο γρίπος, η πεζότρατα, που πια έχει απαγορευτεί. Την θυμάμαι στην 10ετία του 1950 στο νησί, όταν οι τράτες ήταν χωρίς μηχανές και κινιόντουσαν με τα κουπιά και το τράβηγμα της καλάδας με τον κρόκο ή το φουρνέλι, ανάλογα με την ντοπολαλιά.
***Κώλον (το): Το σπάρτινο σχοινί που αποτελείται από 3-4 “μονόπλοκα” (βλέπε λέξη) σχοινιά.
***Κωλώνω: “Ανακρούομαι”, “αναποδίζω” (βλέπε λέξεις).
***Κωλυσιπλοϊα (η): Κοινώς το “εμπάργο” (βλέπε λέξη). Απαγόρευση είσπλου/έκπλου απ τα λιμάνια της επικράτειας. Μερικές φορές περιορίζεται στα εμπορεύματα.
***Κώνος μάχης (ο): Το κωνικό μέρος του βλήματος των πυρομαχικών. Εκτός τούτου, υπάρχει κώνος με καπνογόνα, εμπρηστικά, τοξικά, αερόφυλλα, συνθημάτων, οπτικών, ακουστικών .
***Κώπας απόθες: Κέλευσμα προς τους κωπηλάτες της βάρκας, να αποθέσουν τα κουπιά.
***Κώπας επίλαβε: Κέλευσμα προς τους κωπηλάτες της βάρκας, να στρίψουν εκεί που κάθονται στον πάγκο/σέλμα και να πιάσει ο καθένας το κουπί του.
***Κώπας έρειδε: Κέλευσμα προς τους κωπηλάτες της βάρκας, να κωπηλατούν πιο δυνατά , να φορτσάρουν.
***Κώπας όρθωσον: Κέλευσμα προς τους κωπηλάτες της βάρκας, να σηκώσουν όρθια τα κουπιά.
***Κώπας πτέρωσον: Κέλευσμα προς τους κωπηλάτες της βάρκας, να βάλουν τα κουπιά στις σκαλμοδόκες/σκαρμούς και παράλληλα προς την επιφάνεια της θάλασσας.
***Κώπας σχάζε και σχάζε καλώς :Κέλευσμα προς τους κωπηλάτες της βάρκας, να βάλουν μέρος της παλάμης (βλέπε λέξη) του κουπιού, κάθετης στο νερό, για να ελαττωθεί η προς τα πρόσω κίνηση της λέμβου (να σιάρουνε-βλέπε λέξη) και με το παράγγελμα “σχάζε καλώς”, να βάλουν όλη την παλάμη του κουπιού μέσα στο νερό.
***Κώπας τροπόω: Κέλευσμα προς τους κωπηλάτες της βάρκας, να βάλουν τα κουπιά στους σκαρμούς.
***Κώπη (η): Κοινώς “κουπί” (βλέπε λέξη). Αρχαία ονομασία “ερετμός”. Μοχλός, με υπομόχλιο το νερό, που αντιστέκεται στην ώθηση της”πλάτης” (κοινώς “παλάμης”) του κουπιού. Εκεί που εφαρμόζεται η αντίσταση, είναι η σύνδεση του κουπιού με την βάρκα, δηλαδή στο σημείο όπου το κουπί δένεται στο “άσκωμα” με τον “τροπωτήρα” (κοινώς “στρόμπο”) στον “σκαλμό” (κοινώς “σκαρμό”) της βάρκας (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Κωπηλασία (η): Η κοινή ονομασία της “ειρεσίας” (βλέπε λέξη) .Το τράβηγμα του κουπιού. Ο έλληνας μέγας γεωγράφος Στράβων (1ος π.Χ.αι.) τονίζει “ως ο των Ελλήνων νόμος”. Οι ψαράδες μας, την εποχή που οι τράτες είχαν μόνο κουπιά για την πλεύση τους, κρατούσαν τον ρυθμό της κωπηλασίας με τραγούδια , όπως το “κάτω στο γιαλό-κάτω στο περιγιάλι…..”.
***Κωπηλάτης (ο): Η κοινή ονομασία του “ερέτη”, Αυτός που τραβάει “κουπί” (βλέπε λέξεις).
***Κωπηλάτημα (το): Η κουπιά, μια τραβηξιά των κουπιών.
***Κωπήλατος (ο): Αυτός που έχει σαν βασικό μέσον πρόωσης τα κουπιά.
***Κωπητήρας (ο): Μια άλλη ονομασία της “επισκαλμίδας” , της κοινώς λεγόμενης “κουπαστής” (βλέπε
google-site-verification=pMH8IqIJ2ElvXgn4d1Tqgl85aKumGh2RrgLC4IeVI84