“. Μέρος 1ον από 3.
***Λάμβδα / Λάμδα / Λάβδα : Το γράμμα “Λ”, που στα σήματα “μορς” αντιστοιχεί με το γράμμα “L”, σημαίνεται με τελεία -παύλα-τελεία-τελεία (. _ . . ) και σημαίνει «Κρατήστε αμέσως το πλοίο σας» . Το έγχρωμο σημείο (σημαία), που σηκώνουμε στον ιστό, από το σηματοθέσιο, είναι μια σημαία, που διαιρείται σε τέσσερα ίσα τεταρτημόρια (τα προς τον ιστόν είναι , το πάνω κίτρινο και το κάτω μαύρο , τα δε δύο άλλα ,στο κυματίζον μέρος της σημαίας, είναι τα αντίθετα ,δηλαδή το πάνω μαύρο και το κάτω κίτρινο). Η φωνητική του παράσταση στα ελληνικά είναι “ΛΑΜΑ” και διεθνώς “LIMA”.
***Λάβαρο (το): Η Σημαία που φέρει παραστάσεις ζωγραφικές ή κεντητές και που κρεμιέται σε κοντάρι, ώστε να κρέμεται προς τα κάτω.
***Λαβή (η): Το χερούλι, το μέρος του αντικειμένου που ορίζεται για να το πιάνουμε και να το χειριζόμαστε. Λέγεται και «χειρολαβή».
***Λαβίδα (η): Κοινώς «τσιμπίδα» (βλέπε λέξη). Εργαλείο που χρησιμοποιούμε για την συγκράτηση/έλξη αντικειμένου.
***Λαβομάνο (το): Ο κοινώς «νιπτήρας» (βλέπε λέξη) για το πλύσιμο των χεριών. Λεγότανε και το «χέρνιβον» (βλέπε λέξη).
***Λαγκέτα (η): Η κοινή ονομασία του «απώστη» της «επωτίδας/καπονιού» (βλέπε λέξεις) , όπου ακουμπάει/αναπαύεται η λέμβος, όταν ανακρεμάται.
***Λαγουδέρα (η): Βλέπε λέξη «δοιάκι». Λαγουδέρα, λένε μερικοί το μακρόστενο (σιδερένιο ή ξύλινο) στέλεχος, που κινεί το πηδάλιο μικρού σκάφους. Ονομάστηκε έτσι επειδή μοιάζει με το ραβδί που χρησιμοποιείται στο κυνήγι των λαγών για να τους βγάλουν από το λαγούμι (λεξ. Μπαμπινιώτης).
***Λαδερό (το): Βλέπε λέξη «λαδωτήρι».
***Λάδι (το): Η κοινή ονομασία του «ελαίου». Παλιά και αποτελεσματική πρακτική, για να μετριάσουμε την ορμή των κυμάτων στην κακοκαιρία και ειδικά όταν προσεγγίζουμε ναυαγό/ους, με την διαφορά ότι, σ΄ αυτήν την περίπτωση κατάλληλα είναι τα ζωϊκά/φυτικά λάδια.
***Λάδι: Η κοινή ονομασία της κατάστασης της θάλασσας, που η ΕΜΥ χαρακτηρίζει «Γαλήνια».
***Λαδιά (η): Την λέξη αυτή την λέμε, όταν ξεπέφτει το πλοίο και η θάλασσα ηρεμεί στην υπήνεμη/σταβέντο πλευρά του. Το ίδιο συμβαίνει και κατά την «αντιμονή» (βλέπε λέξη).
***Λαδικό (το): Βλέπε λέξη «λαδωτήρι».
***Λαδόκωλος (ο): Στην «αργκό» ο ναύτης μηχανικός και κατ΄επέκταση ο μηχανικός γενικά.
***Λαδομπογιά: Η κοινή ονομασία του «ελαιοχρώματος» (βλέπε λέξη). Χρώμα για βάψιμο,ξύλινων/σιδερένιων κατασκευών, που γίνεται από χρωστικές ουσίες, λάδι (λινέλαιο κ.ά.) (κλπ.)
***Λαδωτήρι (το): Κοινώς «λαδερό», ο «λιπαντήρας», το «λαδικό» (βλέπε λέξεις). Σκεύος που το χρησιμοποιούμε για λίπανση στις μηχανές ,στα εργαλεία και όπου δει.
***Λαζαρέτο (το): Το λοιμοκαθαρτήριο (βλέπε έκφραση «κάθαρσης αγκυροβόλιο»).
***Λαζαρέτα (τα): Στο σκάφος λέμε τις αποθηκούλες, που είναι στο πίσω μέρος του σκάφους (κάτω από το κόκπιτ- βλέπε λέξη).
***Λαθραλιεία (η): Η παράνομη αλιεία (απαγορευμένα μέσα/περίοδος και είδος).
***Λαθρεμπόριο (το): «Κοντραμπάτο» στη γλώσσα των ναυτικών. Η εισαγωγή εμπορεύματος κρυφά, για αποφυγή πληρωμής δασμών.
***Λαθρεμπόριο πολέμου (το): Μεταφορά, με πλοίο ουδέτερης σημαίας, στους πολέμιους, υλικών που συντελούν στην συνέχιση του πολέμου.
***Λαθρέμπορος (ο): Ο «κοντραμπατιέρης», ο «κοντραμπατζής», (βλέπε λέξεις).
***Λαθρεπιβάτης (ο/η): Ο λαθραίος επιβάτης πλοίου, που ταξιδεύει χωρίς νόμιμες διατυπώσεις και χωρίς να πληρώσει ναύλο.
***Λάϊβ: Ζωντανή μετάδοση/παρακολούθηση. Η αυτοπρόσωπη παρουσία των συντελεστών, μπροστά σε κοινό. Η απευθείας μετάδοση. Το ζωντανό.
***Λακκούβα (η): Το «κοίλο», η «κοτύλη», η «γούβα» (βλέπε λέξεις).
***Λαίλαπας (ο): Το κοινώς «μπουρίνι» (βλέπε λέξη). Πολύ ισχυρός και ξαφνικός άνεμος, με βροχή και με χαλάζι, ο ανεμοστρόβιλος που στρέφει δεξιόστροφα, γύρω από το κέντρο νηνεμίας του και κινείται με ταχύτητα 70 κόμβων (12 Bf). Κι αυτό ισχύει για την θάλασσα. Να θυμηθούμε ότι ένας τέτοιος άνεμος «άρπαξε» την κορβέττα «Αμαλία» και την έριξε στην ΝΑ άκρα της ν.Σαλαμίνας, όπου και κατασστράφηκε κι αυτό συνέβηκε στα μέσα του 19ου αι. Και λίγη μυθολογία,»Λαίλαψ» λεγόταν ο σκύλος του Ηφαίστου.
***Λαίλαπος γραμμή (του): Λέγεται, η περί τα 300 ν.μλ. μήκους γραμμή, που λαμβάνουν χώρα, συγχρόνως, λαίλαπες στους τροπικούς , με την αλλαγή του θερμού υγρού αέρα με το δροσερό πολικό.
***Λαίλαπα μέτωπο (του): Αποτελείται από μια μακριά γραμμή μαύρων σύννεφων.
***Λαιμόδεσμος (ο): Κοινώς ο «κόμπος της γραβάτας» ή και «φιόγκος του λαιμοδέτη» (βλέπε εκφράσεις). Τον λέμε και «λαιμοδέτη». Παλιά οι ναυτικοί χρησιμοποιούσαν αυτόν τον δεσμό, για να ασφαλίσουν προσωρινά τις «σκότες» (βλέπε λέξη).
***Λαιμός ιστού (ο): Κοινώς «κολομπίρι» (βλέπε λέξη). «Λαιμό» λέμε και την λωρίδα ξηράς, το στένεμα της στεριάς, που ενώνει δύο μεγαλύτερες σε έκταση στεριές. Λαιμός είναι και ο «Ισθμός» (βλέπε λέξη).
***Λάϊνερ (το): Το πλωτό μέσον που εκτελεί τακτικά δρομολόγια μεταξύ λιμανιών, μεταφέροντας επιβάτες/εμπορεύματα.
***Λαίφος (το): Κοινώς το «φλέσι/φλίσι» (βλέπε λέξη). Ελαφρύ τριγωνικό ,συνήθως, πανί, που μπαίνει πάνω από την «ημιολία/επίδρομο/μπούμα» της ιστιοφόρου ναυτιλίας (βλέπε λέξεις).
***Λάμα (η): Κοινή ονομασία της «λεπίδας» (βλέπε λέξη) , που είναι μια σιδερένια ταινία , που την χρησιμοποιούμε για να συνδέσουμε δύο τεμάχια. Όμως «λάμα» λέμε και το έλασμα του μαχαιριού.
***Λαμαρίνα (η): Λεπτό έλασμα από σίδηρο, που κατασκευάζεται βιομηχανικά και χρησιμοποιείται, ως κύρια ύλη, για την κατασκευή πλοίων. Απ΄αυτήν έχει προκύψει και η λέξη «λαμαρινίαση» (βλέπε λέξη), που είναι μια μορφή κατάθλιψης των ναυτικών, όπου το άτομο δεν θέλει να βγει εξόδου και του αρέσει να μένει ένδον στο καράβι.
***«Η λαμαρίνα όλα τα καίει», είναι μια έκφραση, που κυκλοφορεί ανάμεσα στους ναυτικούς των σιδερένιων πλοίων και υπονοεί την αντοχή/υπερνίκηση των δυσκολιών της καθημερινότητας.
***Λαμαρινίαση (η): ‘Ετσι αποκαλούν οι ναυτικοί των πλοίων, την αγάπη τους να μένουν «ένδον» στο πλοίο.
***Λάκα (η): Το βερνίκι.
***Λάκτισμα (το): Λέγεται και η απότομη οπισθοδρόμηση του όπλου κατά την βολή.
***Λαμινάρια (τα): Γένος φυκών της θάλασσας.
***Λαμνοκόπι (το): Η ώθηση του σκάφους, τραβώντας τις/τα «κώπες/κουπιά».
***Λαμνοκόπος (ο/η): Το άτομο που «λάμνει/τραβάει» κουπιά. Ο/η κωπηλάτης.
***Λάμνω: Κωπηλατώ (ομηρ. ελαύνω νήα=κινώ το σκάφος με κουπιά)
***Λάμνω ανάποδα: Ανακρούω. Τραβάω τα κουπιά με τέτοιο τρόπο ώστε το σκάφος μου να κάνει ανάποδα, να αναποδίσει.
***Λαμπάς (ο): Ο «πυρσός» , αλλά κι η «μαλαστούπα» που φτιάχνανε παλιά στα πλοία (βλέπε λέξεις).
***Λαμπίκο: Πεντακάθαρα.
***Λαμπραντόρ ρεύμα (το): Στον Β. Ατλαντικό, πολύ ψυχρό θαλάσσιο ρεύμα, σαν ποτάμι, που πηγάζει από τον Αρκτικό Παγωμένο ωκεανό, διατρέχει κοντά τις ακτές της Καναδικής χερσονήσου του Λαμπραντόρ, απ΄ όπου και η ονομασία του και σβήνει λίγο πιο κάτω από την άκρα Χαττέρας, στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ.
***Λαμπρός άνεμος (ο): Έτσι αποκαλούσαμε τον άνεμο των 5Bf (17-21 κόμβους). Η ΕΜΥ τον χαρακτηρίζει σήμερα ως «μέτριο» με την θάλασσα «ταραγμένη» και μέτρια κύματα, πολλά «προβατάκια» και σπάνια πίτυλος.
***Λανθάνουσα θερμότητα (η): Η θερμότητα που χρειάζεται για να μετατραπεί το νερό θερμοκρασίας βρασμού, σε ατμό της ίδιας θερμοκρασίας.
***Λάντζα (η)Κοινώς η «λάντσα» (βλέπε λέξη). Μικρό ανοικτό συνήθως σκάφος, σαν μια μεγάλη βάρκα, αυτοκινούμενη, με μηχανή ,που εξυπηρετεί τα πλοία («αρόδο», στη «ράδα», στα αγκυροβόλιά τους) και για μικρές αποστάσεις.(Βλέπε και λέξεις «Ακατος» και «Αλάντσια»).
***Λαντζάνα (η): Λέγεται και «αλτζάνα» . Το «ρύμα», ένα «μονόπλοκο» χοντρό σχοινί , που παλιά χρησιμοποιούσαμε για ρυμουλκήσεις αλλά και όρμιση. (Βλέπε λέξεις).
***Λάντζο (το): Η σκληρή βούρτσα που καθαρίζουμε το κατάστρωμα του πλοίου.
***Λάντσα (η): Βλέπε λέξη «λάντζα».
***Λαντσιόνι (η): Λεγόταν και «λαντιόνα». Μεγάλη βάρκα -φορτηγίδα του ιστιοφόρου ναυτικού .
***Λάντσο (το): Η κοινή ονομασία της «προπέτειας» (βλέπε λέξη). Η κλήση της «στείρας/κοράκι της πλώρης» προς πρώρα και του «ποδοστήματος/κοράκι της πρύμης» προς πρύμα, σχετικά με την τρόπιδα του σκάφους.
***Λαντσόνι (το): Κανονιοφόρος άκατος.
***Λαοθάλασσα (η): Κοσμοπλημμύρα.
***Λαπάτσα (η): Η κοινή ονομασία του «αμβόλου» (βλέπε λέξη), που στην ναυπηγική λέγεται, το κομμάτι του ξύλου/σίδερου, που χρησιμοποιείται για ενδυνάμωση των ιστών και των κεραιών.
***Λαπάτσας το δέσιμο: Ονομάζεται το «σύμβολο/επίδεσμος/ληγαδούρα» που κάνουμε για να ενώσουμε δύο ή περισσότερα σχοινιά ή αντικείμενα με λεπτό σχοινί.
***Λαργάρω: Βλέπε λέξη «αλαργεύω».
***Λάριξ (το): Κωνοφόρο φυτό, ρωσικής προέλευσης, (βλέπε «λάρτζινο).
***Λάρτζινο (το): Λέγεται και «Λάριξ» (βλέπε λέξη). Ένα είδος ξυλείας σκαφών που χρησιμοποιείται στο «περίβλημα/πέτσωμα», στα καταστρώματα και για γενική χρήση.
***Λάσκα: Κέλευσμα προς τους χειριστές των κάβων, να τους μειώσουν την ένταση, να τους καλουμάρουν/χαλαρώσουν/ξεσφίξουν. Είναι συνώνυμο του «καθές» (βλέπε λέξη).
***Λάσκα αρία το πηδάλιο: Π.χ. Λάσκα «τροχαλώς/γρήγορα» το πηδάλιο, για να μην τσουγκρίσουμε.
***Λασκάδα (ταξιδεύω): Πλέω «ανοιχτή πλαγιοδρομία», «φορός», «εύφορος», «χυτά», με τον άνεμο να έρχεται στα πανιά από 105° – 135° πράσινο ή κόκκινο μέσω πρώρας, (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Λασκάρω: Χαλαρώνω ,ξεσφίγγω, παρεώ, αφήνω υπό έλεγχο όμως.
***Λασκάρισμα (το): Η ενέργεια του ρήματος «λασκάρω». Καλουμάρισμα (βλέπε λέξη).
***Λασκάρω σιγά-σιγά: Εάν είναι να φουντάρουμε σε μεγάλο βάθος, καλόν είναι να λασκάρουμε την άγκυρα αρκετά («άϊ μπότζι»), κοντά στον βυθό και μετά να κάνουμε «φούντο/πόντισον» (βλέπε λέξεις).
***Λάσκο (το): Το χαλαρό.
***Λάσπη (η): Ένα μείγμα νερού με χώμα/σκόνη/πηλό, ένα μείγμα από γεώδη υλικά. (βλέπε και λέξη «ιλύς» και έκφραση «ιλυώδης βυθός»). Τον βυθό αυτόν τον κατατάσσουμε στην κατηγορία των «επίβολων» (βλέπε λέξη) βυθών, δηλαδή σ΄ αυτήν την κατηγορία, που λέμε ότι η άγκυρά μας «κρατά καλά» . Νάχουμε υπόψη μας ότι, ο «λασπώδης βυθός», καμιά φορά, μας δυσκολεύει/ακυρώνει την ανάσπασή της άγκυρας. Θυμάμαι το 1964 με το Α/Τ ΔΟΞΑ, στον όρμο Βαθιού της ν. Σάμου, που αναγκαστήκαμε να ξεκλειδώσουμε την μια μας καδένα και να την αφήσουμε, να την «ψαρέψουμε» μετά, γιατί έπρεπε να αποπλεύσουμε και η άγκυρα δεν ξεκόλλαγε απ΄ τον βυθό και κώλωνε τον εργάτη (ήτανε ,βλέπετε, ηλεκτροκινούμενος και όχι ατμοκινούμενος).
***Λατίνι (το): «Ιστίο/πανί», τριγωνικού σχήματος, με ευρύ «πόδωμα/ποδιά» (το κάτω μέρος), οξεία γωνία στην «κορυφή» (το πάνω μέρος) και προσδεδεμένο σε «κεραία/αντένα», που είναι τοποθετημένη λοξά, ως προς τον «ιστό/κατάρτι». Ο «ποδίσκος/μπάνιο» του πανιού, βλέπει προς πλώρα και ο «ποδεώνας/ μπούνια» βλέπει προς πρύμα. Το «λατίνι», το πρώτον, το χρησιμοποίησαν οι Λατίνοι, εξ ου και το όνομα.(Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Λάφσα (η): Μια άλλη ονομασία του «νυχιού» (βλέπε λέξη) της άγκυρας
***Λάφυρο (το): Το αντικείμενο που ανήκει στον εχθρό και το αρπάζουμε και γίνεται δικό μας. Η «λεία» (βλέπε λέξη).
***Λέβα: Κέλευσμα που σημαίνει αίρε/σήκωσε/τράβα.
***Λεβάδα (η): Ο «κυματογενής αφρός», ο «αφρίτης»,(βλέπε λέξεις).
***Λεβάντε (το): Η Ανατολή.
***Λεβάντερ (ο): Ονομασία ανέμου στην Ισπανία (στενό Γιβραλτάρ και ανατολικές ακτές Ισπανίας), που πνέει σαν βορειοανατολικός (ΒΑ) ,βασικά το καλοκαίρι και είναι ασθενής/μέτριος με έξαρση καμιά φορά.
***Λεβάντες ή Λεβάντης (ο): Όρος της κοινής ναυτικής μας γλώσσας, που σημαίνει τον ανατολικό άνεμο και που επισήμως, η ναυτική του ονομασία είναι «Απηλιώτης» (βλέπε λέξη). «Λεβάντες» ,όπως μου είπαν, καθιερώθηκε από τους Ενετούς (η Ανατολή ιταλιστί είναι Levante), όταν κατείχαν την Κρήτη και με βάση την Candia (Ηράκλειο), ονομάτισαν τους καιρούς. Ο «λεβάντες» είναι ισχυρός
ανατολικός άνεμος και πνέει συνήθως το φθινόπωρο και την άνοιξη (την εποχή αυτή είναι ονομαστός για τις φουρτούνες του στο νοτιοανατολικό Αιγαίο). ΣΧΟΛΙΟ: Την ίδια, περίπου, εποχή στις ανατολικές ακτές της Ισπανίας πνέει ένας ανατολικός άνεμος, ονόματι «levandes”, που είναι θυελλώδης και αναφέρεται ως επικίνδυνος.
***Λεβαντιέρα (η): Στην ναυτική «αργκό» λέμε τον απαλό «λεβάντη».
***Λεβαντίνος (ο): Το άτομο που προέρχεται από την Ανατολή, ειδικά το λέμε για τους ευρωπαίους που είναι εγκαταστημένοι στα παράλια τής Μ. Ασίας και τής Μέσης Ανατολής .
***Λεβάρω: Σημαίνει αίρω, σηκώνω (άγκυρα, παραγάδι κλπ.) , υψώνω (σημαία κλπ.), τραβάω (κάβο, καδένα, κλπ.). Λέμε, «λέβα την μπαρούμα» και εννοούμε «τράβα το σχοινί της βάρκας».
***Λεβεντοπνίχτρα (η): Χαρακτηρισμός της θάλασσας, γιατί «πνίγει» τους λεβέντες.
***Λέβης (ο): Ο «λέβητας», το «καζάνι» του πλοίου (βλέπε λέξεις) όπου γίνεται η παραγωγή ατμού.
***Λέβητας (ο): Βλέπε «λέβης».
***Λεβητόκαρφα (τα): Βλέπε λέξη «κοινωμάτια».
***Λεβητοποιός (ο): Ο «καλατζής» (βλέπε λέξη). Αυτός που κατασκευάζει «λέβητες/καζάνια».
***Λεβητοποιείο (το): Το εργοστάσιο/εργαστήριο κατασκευής «λεβήτων/καζανιών».
***Λεβητοστάσιο (το)¨ Το διαμέρισμα του πλοίου που είναι τοποθετημένοι οι «λέβητες/καζάνια».
***Λεβιάθαν (ο): Μυθολογικό βιβλικό θαλάσσιο τέρας. Ένα γιγαντιαίο φίδι που συμβολίζει το χάος, την κακία και την δύναμη του νερού. Χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά, για να περιγράψει το παντοδύναμο κράτος (Thomas Hobbes ο φιλόσοφος/συγγραφέας).
***Λεηλατώ: Διαρπάζω, κάνω πλιάτσικο.
***Λεία (η): Το «λάφυρο», το «κούρσος», η «πειρατεία» (βλέπε λέξεις). Αυτό που αφαιρείται από τον εχθρό. Ότι εγκαταλείπεται από αυτόν. Στον καιρό του πολέμου η κατάσχεση πλοίου με το φορτίο του, από έναν εμπόλεμο.
***Λεία αρμολογία (η): «Πέτσωμα» με ίσια «μαδέρια» (βλέπε λέξεις).
***Λείος άνεμος (ο): Ονομάζεται ο στρωτός άνεμος, αυτός που η έντασή του δεν έχει αυξομειώσεις.
***Λειψυδρία (η): Η έλλειψη νερού.
***Λεκάνη (η): Λέγεται και «υφαλολεκανοπέδιο» (βλέπε λέξη). Ονομάζεται έτσι, η βαθειά κοιλότητα του βυθού σε σχήμα ,περίπου, κυκλικό.
***Λεκάνη (η): Η θαλάσσια περιοχή στην οποία παρατηρείται, η έντονη κινητικότητα των υδάτινων μαζών.
***Λεκάνη (η): Η περίκλειστη θάλασσα, όπως η της Μεσογείου.
***Λεκάνη απορροής (η): Η «κοίτη του ποταμού» (βλέπε έκφρραση)..
***Λεμβαρχείο (το): Στην ουσία είναι μία εγκατάσταση που περιλαμβάνει «λεμβόλκιο» ή και «λεμβώνα» (βλέπε λέξεις) καθώς και συνεργείο επισκευής των «λέμβων/βαρκών» .Επίσης έχει ενδιαιτήσεις για το προσωπικό της εγκατάστασης και τα πληρώματα των λέμβων.
***Λέμβαρχος (ο): Ο υπεύθυνος για την συντήρηση της «λέμβου/βάρκας», που την πηδαλιουχεί κι όλας, ο «βαρκάρης».(Βλέπε λέξεις)
**Λεμβίτης (ο): Άλλη ονομασία «εφολκίτης». Αποδίδεται στο πλήρωμα της «λέμβου/βάρκας». Αυτοί χωρίζονται σε «δεξιόκωπους» και «αριστερόκωπους» και είναι οι «πρόκωποι», «αντιπρόκωποι», «μέσοι», «αντιεπίκωποι», «επίκωποι». (Βλέπε λέξεις).
***Λεμβοδρομία (η): Αγώνες ταχύτητας μεταξύ «λέμβων/βαρκών» είτε είναι κω- πήλατες, είτε είναι ιστιοπλοούσες.
***Λεμβολόγιο (το): Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Λιμένων αριθμ.23, η λέξη «λέμβος» μετονομάστηκε σε «μικρό σκάφος» και το «Λεμβολόγιο» σε «Βιβλίο Εγγραφής Μικρών Σκαφών (Β.Ε.Μ.Σ.)» όπου εγγράφονται τα άφρακτα (μη κουβερτωμένα) κατά το όλο ή το μεγαλύτερο τμήμα τους πλωτά μέσα, δηλαδή οι λέμβοι/βάρκες.
***Λέμβος (η): Κοινώς η «βάρκα». Στις Σχολές όπου φοιτούν οι αυριανοί άνθρωποι της θάλασσας, διδάσκεται το μάθημα «Εφόλκια – Πρωρατικά», όπου τα «εφόλκια» είναι οι βάρκες και τα «πρωρατικά» είναι τα πάσης φύσεως «σχοινιά»-«συρματόσχοινα»-«λεμβούχοι»-«κόμποι»-«ιστοί»-«ιστία»-«αμματίσεις»-«κλίμακες» και ότι γενικά ανήκει στην επιστασία των αρμενιστών. (Βλέπε λέξεις). Λέμβος/βάρκα/εφόλκιο ονομάζεται ένα μικρό σκάφος, χωρίς κατάστρωμα , που κινείται με τα κουπιά ή με το πανί ή με μηχανή/προπέλα ή και με συνδυασμό αυτών. Ανάλογα με την χρήση ,δίνεται κι ένας επιθετικός προσδιορισμός, όπως «περιπάτου», «αλιευτική/ψαράδικη», «συγκοινωνίας» «σωσσίβια» κλπ. Θα πρέπει όμως να πούμε ότι, στα διάφορα μέρη, από την άποψη του σχήματος και του προορισμού, έχουν διάφορα ονόματα, στην ντοπιολαλιά, όπως πχ στο Μεσολόγγι λέγεται «πριάρι», στην Πρέβεζα/Ναύπακτο «κανώτο», στη Σάμο «κορήτα» κ. α. και να μην ξεχνάμε τον «πάκτωνα» που τόσα προσφέρει στον εξωτερικό καθαρισμό του σκάφους. Τις «αλιευτικές/ψαράδικες» βάρκες τις ξεχωρίζουμε σε «διχτιάρικες» και «παραγαδιάρικες». Αυτές έχουν ένα μικρό πρόστεγο ,που το λέμε «καμπουνίδι», με μία τρύπα κοντά στη «στείρα/κοράκι της πλώρης» , τον «ρούμπο» , που μπαίνει μέσα ο ψαράς για το «πυροφάνι/περφάνι» ή για το «καλάρισμα/λεβάρισμα» των παραγαδιών ή και για το «βόλαγμα», δηλαδή την δημιουργία θορύβων για να ξυπνήσουν τα ψάρια . Αυτός ο «ρούμπος» μου φέρνει ενοχλητικές αναμνήσεις ,απ΄ όταν μάζευα νυχτιάτικα τα παραγάδια, στο νησί με την βάρκα μας, παιδί ακόμα και πρηζόντουσαν τα γυμνά μου χέρια από τις θαλάσσιες ψαλίδες (έτσι έμαθα στο νησί, να αποκαλώ τις «σκολόπεντρες» που είναι οι σαρανταποδαρούσες της θάλασσας). (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
Οι λέμβοι/βάρκες , ως μικρά σκάφη που είναι, συμμορφώνονται με τους Διεθνείς Κανόνες Αποφυγής Σύγκρουσης (ΔΚΑΣ) στη θάλασσα.
***Λέμβος (η): Έτσι ονομάζεται και το σκάφος τού αερόστατου.
***Λέμβος κλιμακωτής αρμολογίας (η): Βάρκα με πέτσωμα από καβαλικευτά μαδέρια (βλέπε και «κλιμακωτή αρμολογία»)..
***Λέμβος λείας αρμολογίας (η): Βάρκα «ισιοπετσωμένη» (βλέπε λέξη).
***Λέμβος οξύληκτος (η): Η βάρκα, που πλώρα-πρύμα είναι μυτερή.
***Λεμβουργείο (το): Είναι είναι ένα μικρό ναυπηγείο για βάρκες, όπου ειδικοί ξυλουργοί , οι «λεμβουργοί/καραβομαραγκοί», απασχολούνται με την ναυπήγηση/επισκευή των λέμβων/ξύλινων μικρών σκαφών. Σήμερα, η στροφή προς τα πλαστικά σκάφη, τα έχει προσθέσει κι αυτά, κοντά στα ξύλινα μικρά σκάφη. Τέτοιο είναι και το «λεμβουργείο» του Ναυστάθμου Σαλαμίνας . Έναν τέτοιο τόπο συνηθίζεται να τον αποκαλούμε «ταρσανά» ή και «καρνάγιο».
***Λεμβουργός (ο): Ο «καραβομαραγκός», ο «ναυτομαραγκός», ο «ναυτοξυλουργός» (βλέπε λέξη).
***Λεμβούχος (ο): Κοινώς ο «βαρκάρης». Ο ιδιοκτήτης και ο επαγγελλόμενος τον κωπηλάτη της βάρκας. Αυτός ο επαγγελματίας είναι εφοδιασμένος με «ναυτικό φυλλάδιο».
***Λεμβούχος (ο): Κοινώς «βαρδαλάντσα», ονομάζεται η κεραία ,που αρθρούμενη με το εσωτερικό της άκρο, στη πλευρά του πλοίου και κατάλληλα προσδεδεμένη , εκτείνεται κάθετα προς το διάμηκες, όταν το πλοίο αγκυροβολεί/προσδένει σε σημαντήρα , με σκοπό να «φιλοξενήσει» τα πλωτά μέσα επικοινωνίας ,όπως είναι οι λέμβοι. Τα διάφορα «καλώδια» που την στερεώνουν σε θέση λειτουργίας είναι: Ο «ορθωτήρας» που την κρατά οριζόντια, οι «ολκοί» που την ακινητοποιούν στην οριζόντια θέση, ο «χειραγωγός» που στηρίζει τα επί της «βαρδαλάντσας» ακροβατούντα μέλη των πληρωμάτων των λέμβων , στην αποεπιβίβασή των σ΄ αυτές. Τέλος , από αυτήν κρέμονται «ανεμόσκαλες», για την αποεπιβίβαση στις λέμβους , που καταλήγουν σε «αγκύλη/γάσα» με «ψέλλιο/ροδάντζα» για την πρόσδεση του «ρυματίου/μπαρούμα» της λέμβου. Διάβασα ότι στην ιστιοφόρα ναυτιλία είχαν και μια πρόσθετη χρησιμότητα, δηλαδή κατά την «ουριοδρομία» και μέχρι την «φορό» (με τον άνεμο από 105°-195° πράσινο/κόκκινο μέσω πλώρας), δενόταν στο ακροκέραιο του προσήνεμα ανοιγμένου λεμβούχου, ο «πρόπους/η προσήνεμη σκότα» του « παρακατίου» (κοινώς η «μούρα/πρόπους της σκουπαμάρας/ παρακατίου ».
***Λεμβωδία (η): Έτσι λέγεται ο περίπατος με την βάρκα και με τραγούδια. Η «βαρκαρόλα» (βλέπε λέξη).
***Λεμβώλκιο (το): Κοινώς η «σκεπαστή». Είναι ένα υπόστεγο με κεκλιμένο επίπεδο και δοκούς όπου ανελκύονται οι βάρκες για φύλαξη/επισκευή.
***Λεμβώνας (ο): Κοινώς «βαρκορεμίζα» ή «βαρκοστάσια». Είναι κι αυτό ένα υπόστεγο, με την διαφορά ότι το δάπεδό του είναι η επιφάνεια της θάλασσας, με ικανό βάθος βυθού ,σε τρόπο ώστε να φυλάγονται οι βάρκες πλέουσες.
***Λένες (οι): Η κοινή ονομασία των «αμμωδών υφάλων», που δεν είναι άλλοι παρά αμμόλοφοι με χαλίκια και πέτρες ,ακίνητοι στο βυθό.
***Λεντία (η): Σημαίνει τον «πλαγιοδέτη» . Δένω «λεντία» σημαίνει «πλαγιοδετώ» το πλοίο. Το βρήκα και με την ονομασία «σπρινγκ», πλην όμως η έννοια της «λεντίας/πλαγιοδέτη» είναι διάφορος , όπως αναφέρεται στα εγχειρίδια και αποτύπωσα εδώ, από την έννοια του «σπρινγκ», το οποίο αποκαλούμε κι αυτό «πλαγιοδέτη» (εκφράζει το «το πλάγιο», το «λοξό»), ενώ η ονομασία
των «κάβων» «σπρινγκ», όπως και το όνομά τους, έχουν ως έργο, να ελέγξουν την κίνηση/θέση του σκάφους, στην θέση όπου «παραβάλλει/πλευρίζει». Είναι, θα έλεγα, ένας κάβος ελέγχου της κίνησης του πλοίου. Η αλήθεια είναι ότι, η λέξη «σπρινγκ» είναι η μοναδική που ακούγεται και δεν την έχω ακούσει μεταφρασμένη στα Ελληνικά.(Βλέπε λέξεις και ειδικά στις ενότητες «κάβοι πρόσδεσης» και «σπρίνγκ κάβοι») .
***Λεπίδα (η): Βλέπε λέξη «λάμα».
***Λεπτή βροχή (η): Η «ψιχάλα» (βλέπε λέξη)
***Λεπτός άνεμος (ο): Λέμε έτσι τον χαρακτηρισμένο από την ΕΜΥ ως «μέτριο» άνεμο (2 Bf, 4-6 κόμβους) , με την κατάσταση της θάλασσας ως «ήρεμη» και με μικρά κυματίδια με κορυφές ,που όμως δεν έχουν αφρό.
***Λεσεντζάρω: Εξαποστέλλω, απελευθερώνω.
***Λέσι (το): Κοινή ονομασία του «σκελετού» του σκάφους, δηλαδή της «τρόπιδας/καρένας», των «αγκοιλίων/στραβόξυλων», της «στείρας/κοράκι της πλώρης», του «ποδοστήματος/ποδόσταμο/κοράκι της πρύμης» κλπ .
***Λεύγα ναυτική (η): Απόσταση 3 ναυτικών μιλίων (3 Χ 1.852 μ.), ενώ η λεύγα ξηράς ισούται με 3 μίλια ξηράς (3 Χ 1.609 μ.).
***Λευκαύγεια (η): Είναι το μέτρο της ανακλαστικότητας μιας επιφάνειας ή ενός σώματος. Ένα μέρος της ενέργειας που λαμβάνει η Γη από τον ήλιο, απορροφάται και ένα άλλο γυρίζει πίσω στο διάστημα, ανακλάται. Καθώς λιώνουν οι πάγοι και τα χιόνια, που έχουν μεγάλη ανακλαστικότητα, μειώνεται και η συνολική ανακλαστικότητα της Γης.
***Λευκαυγής (ο/η/το): Τ ο άτομο/πράγμα που εκπέμπει λευκό φως.
***Λευκή λαίλαπα (η): Η κοινή ονομασία του μετεωρολογικού φαινομένου της
«πέμφιγος» (βλέπε λέξη). Οι «σπηλιάδες/σπιλιάδες/ριπαίος άνεμος» που
κατεβαίνει ορμητικά από τις απότομες ακτές, αφρίζει την θάλασσα και της δίνει κατάλευκη όψη, από τους αφρούς. Στο Αιγαίο την συναντάμε, ειδικά με «μαγκιόρους» βοριάδες και νοτιάδες. Μια ,απ΄τις φορές, ήταν όταν με γερό βοριά ,έπλεα «μ΄αντιμονή κατ΄ισχύον» στο Μυρτώο κι έψαχνα να βρώ αγκυροβόλιο καταφυγής, όταν ,ω!! του θαύματος , ανακάλυψα τον όρμο Κουταλά στη ν.Σέριφο. Κούνια που με κούναγε!! Μπήκα μέσα και βγήκα, άρον-άρον, καθώς στο φως του εφίστιου , ήταν περασμένα μεσάνυχτα, φάνταζε ένα άσπρο πράγμα σ΄όλη την επιφάνεια της θάλασσας και στην ανοιχτή γέφυρα δεν μπορούσες να συνεννοηθείς, απ΄τον φοβερό αέρα των σπηλιάδων.
***Λευκό σχοινί (το): Το ακέδρωτο/ακατράμωτο σχοινί (βλέπε λέξεις).
***Λευκοθέα (η): Θεότητα της θάλασσας (Μυθολογία).
***Λευκονότος (ο): Ονομαζόταν από τους αρχαίους ο ανοιξιάτικος Ν άνεμος, κατά την διάρκεια του οποίου έχουμε αίθριο ουρανό(ίσως γι αυτό).
***Λέων(ο): Ονομασία του λιμανιού του Πειραιά κατά τον μεσαίωνα (Porto di Leone), που την όφειλε στους περίφημους μαρμάρινους λέοντες που απήγαγαν οι Ενετοί. Και μια και λέμε την λέξη «Λέων» μούρχεται στο μυαλό το αντιτορπιλικό συνοδείας «ΛΕΩΝ», που ήμουνα Κυβερνήτης για 1,5 χρόνια περίπου και που πέρασα τον περισσότερο καιρό περιπολώντας τα ανατολικά μας σύνορα, με πλεύσιμες μέρες , που προσέγγισαν τις 300. Ήταν μια πολύ ωραία περίοδος της ζωής μου και συνδέθηκα στενά με το πλήρωμα του πλοίου, γεγονός ότι διατηρώ στενές σχέσεις ακόμα και τώρα, δηλαδή μετά από 42 χρόνια.
***Ληγαδούρα (η):Κοινή ονομασία της «δετηρίας» (βλέπε λέξη). Επιπρόσθετα θα γράψω ότι, στο κάτω μέρος της «ληγαδούρας», της στολής του ναύτη, συνηθιζόταν να προσδένεται ο ναυτικός σουγιάς του ναύτη.
***Ληγαδούρες (οι)): Κοινή ονομασία των «επιδέσμων» (βλέπε λέξη). Αυτές τις διακρίνουμε σε «ίσιες ληγαδούρες» ,όπως είναι ο «πλατύδεσμος» (βλέπε λέξη) και σε «ληγαδούρα τσαπράζι» , όπως είναι ο «στραγγαλόδεσμος» (βλέπε λέξη).
***Ληγάρω: Επιδένω με δετηρία/ληγαδούρα.
***Ληγάρω σάγουλα = Δένω «δετηρία/ληγαδούρα» (βλέπε λέξεις).
***Ληνός (ο): Η «σκάτσα», το «κοίλωμα», επίσημα η «εντορμία». Η αυλάκωση (τετράγωνη ή ορθογώνια) , που χρησιμοποιείται για να εφαρμόζει η μια σανίδα στην άλλη.(Βλέπε λέξεις)
***Λίβας (ο): Ποιος δεν θυμάται το εμβατήριο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» και τα λόγια των στίχων « Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν/ σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά/ με κανόνια τις πόλεις χαλάσαν/ μας ανάψαν φωτιές στα χωριά». Ο «λίβας» είναι άνεμος διαφόρων διευθύνσεων και κυρίως δυτικής διεύθυνσης ,θερμός και ξηρός ,ενοχλητικός στον άνθρωπο και καταστρεπτικός στην γεωργία. Κατά τη ναυτική παράδοση της Μεσογείου, ο «λίβας ή γαρμπής» είναι νοτιοδυτικός άνεμος. Το όνομα λίβας προέρχεται από τη λέξη «Λιψ» και συνδέεται με το γεγονός ότι, φαινομενικά πνέει από τη Λιβύη. Το όνομα «γαρμπής» προέρχεται από το βενετικό garbin, που με την σειρά του προέρχεται από το αραβικό «garbī» = δυτικός. Ο «λίβας» είναι κατά βάση ένας άνεμος ήπιας ταχύτητας και πνέει σε όλη τη διάρκεια του έτους. Στη θάλασσα, μπορεί να επιφέρει μπουρίνια και θαλασσοταραχή, αλλά συνήθως δεν διαρκεί πάνω από μία-δυο μέρες. Επίσημα λέγεται «Λιψ» και δεν είναι άλλος από το «νοτιοδυτικό» άνεμο που φέρει την σύντμηση «ΝΔ».
***Λιβάρι (το): Βλέπε λέξη «βιβάρι». Το ιχθυοτροφείο. Το λένε και «γιβάρι».
***Λιβοζέφυρος (ο): Η επίσημη ονομασία του «πουνεντογάρμπη» (βλέπε λέξη), δηλαδή του δυτικού-νοτιοδυτικού ανέμου, που φέρει την σύντμηση «ΔΝΔ» .
***Λιβόνοτος (ο): Η επίσημη ονομασία του «οστριογάρμπη» (βλέπε λέξη), δηλαδή του νότιο-νοτιοδυτικού ανέμου, που φέρει την σύντμηση «ΝΝΔ».
***Λίβρα (η): Ταυτόσημη με την «λίμπρα» (βλέπε παρακάτω).
***Λιβυρνίς (η): Κοινώς η «μπελού» (βλέπε λέξη). Τύπος πολεμικού πλοίου κε κουπιά και πανιά της ιστιοφόρου ναυτιλίας.
***Λίγο ταραγμένη : Έκφραση χαρακτηρισμού της κατάστασης της θάλασσας με αριθμ. 3, από την ΕΜΥ, που αντιστοιχεί στην ένταση ανέμου 3 Bf (7-10 κόμβοι), με χαρακτηρισμό ως «ασθενής» και όπου το ύψος κύματος , στην ανοιχτή θάλασσα, είναι 0,5 – 1,25 μέτρα ( Μικρά κυματίδια , που αρχίζουν να σπάνε και εμφανίζεται αφρός λείας μορφής, ίσως και μεμονωμένα «προβατάκια»).
***Λιθολογικός χάρτης (ο): Ο χάρτης όπου, κάθε είδος βυθού σημειώνεται με δικό του χρώμα. Οι χάρτες αυτοί χρησιμεύουν για την προσγείωση των σκαφών και στην αλιεία, γιατί ανάλογα με την σύσταση του βυθού, ζουν τα είδη των ψαριών.
***Λιθορριπή (η): Όρος που χρησιμοποιείται στην ελληνική βιβλιογραφία για να δηλώσει λιμενικές κατασκευές, υποβρύχιες ή επιφανειακές από φυσικούς ή τεχνητούς ογκόλιθους, που σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργούν ως «κυματοθραύστες» (βλέπε λέξη). (Ελληνική Τεχνική Προδιαγραφή ΕΛΟΤ ΤΟ 1501-09-05-02-00:2009).
***Λιθόσφαιρα (η): Το στερεό μέρος της γης, με το οποίο ασχολείται η «Γεωλογία».
***Λικνιζόμενο (το): Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζουμε τον αργό καν βραδύ «διατοιχισμό» (μπότζι) του σκάφους , ενώ τον γρήγορο και βίαιο τον χαρακτηρίζουμε με τον όρο «σκληρός» (βλέπε λέξη).
***Λικνίζω: Κουνώ ρυθμικά και απαλά.
***Λίκνιση της σελήνης(η): Ή σελήνη παρουσιάζει συνεχώς την ίδια εικόνα προς την γη, όμως επειδή «κουνιέτα/λικνίζεται» λίγο, έχει κατορθωθεί η παρατήρηση των περίπου 4/7 της επιφάνειάς της.
***Λιμάνι (το): Κοινή ονομασία του «λιμένος» (βλέπε λέξη).
***Λιμάνι φόρτωσης (το): «Καργαδούρος» (βλέπε λέξη).
***Λιμεναρχείο (το): Δημόσια υπηρεσία που διοικεί το λιμάνι και την ζώνη του χειμέριου κύματος.
***Λιμενάρχης (ο): Αλλή ονομασία «καπιτάνο δε πόρτο» (βλέπε έκφραση). Ο προϊστάμενος της «Λιμενικής Αρχής» (βλέπε έκφραση).
***Λιμένας (ο): Βλέπε λέξη «Λιμήν».
***Λιμένας κλειστός (ο): Αρχαίος όρος (βλέπε «κλειστός λιμένας»), που αποδίδει το λιμάνι που περιλαμβάνεται στην οχύρωση της πόλης, όπως το λιμάνι του Πειραιά ,της Ναυπάκτου κλπ. Στην σημερινή εποχή η έκφραση αυτή αποδίδεται στο λιμάνι που είναι κλειστό για το εμπόριο.
***Λιμενεργάτης (ο): Ο εργάτης του λιμανιού.
***Λιμενικά έργα (τα): Η έκφραση αυτή αναφέρεται στα τεχνικά έργα των λιμένων και των λοιπών εγκαταστάσεων στη χερσαία και θαλάσσια ζώνη, που υποστηρίζουν αυτούς. Τα χερσαία έργα είναι εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τα πλοία/φορτία, τα δε θαλάσσια χωρίζονται σε 2 μεγάλες κατηγορίες και είναι τα εσωτερικά (προβλήτες/κρηπιδώματα για το άραγμα των πλοίων, ναύδετα και κρηπιδώματα ανοιχτής θαλάσσης) και τα εξωτερικά (μώλοι, λιμενοβραχίονες, κυματοθραύστες) .
***Λιμενική αρχή (η): Είναι η τοπική υπηρεσία του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής (ΛΣ-ΕΛΑΚΤ) (βλέπε εκφράσεις), που λειτουργεί στα λιμάνια και τις λιμενικές περιοχές. Τα όρια και η δικαιοδοσία της καθορίζονται με διοικητική πράξη και είναι ,σε συντομία, όλα τα λιμάνια, όρμοι, ακτές και παραλίες της περιοχής και όπου το μέγιστο χειμέριο κύμα φθάνει.
***Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή (Λ.Σ.-ΕΛΑΚΤ) (το): Είναι το ένοπλο σώμα του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και έχει αποστολή να εφαρμόζει το νόμο σε θαλάσσιες, λιμενικές και παραθαλάσσιες περιοχές, την τάξη, την θαλάσσια κυκλοφορία, την προστασία του περιβάλλοντος, την προστασία ζωής στη θάλασσα (SAR), την καταπολέμηση λαθρεμπορίου, ναρκωτικών και παράτυπης μετανάστευσης, καθώς και τήρηση της τάξης στα λιμάνια και τις ακτές.
***Λιμενικός (ο): Ότι αναφέρεται/ανήκει στο λιμάνι και στο Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή.
Copyright by PaSidi - Greek SailBoat Owners Association