Γ

ΓΑΜΜΑ: Το γράμμα “Γ”, που στα σήματα “μορς” αντιστοιχεί με το γράμμα “G”, σημαίνεται με “παύλα-παύλα-τελεία” ( – – . ) και σημαίνει “Ζητώ πλοηγό”. Όταν σημαίνεται από αλιευτικά σκάφη, που δεν απέχουν πολύ μεταξύ των και σε αλιευτικές περιοχές, σημαίνει “Σέρνω δίχτυα”. Το έγχρωμο σημείο (σημαία) που σηκώνουμε στον ιστό, από το σηματοθέσιο, φέρει 3 κίτρινες και τρεις μπλε κάθετες λωρίδες.
***Γαβάρα (η): Επίσημα “Μυοδρόμων” (βλέπε λέξη). Ιστιοφόρο πλοίο που έφερε απλούν “δόλωνα” (“γάπια”) (βλέπε λέξεις).
***Γάβριες (οι): Βλέπε λέξη “αμείβοντες”.
***Γάδος (ο): Ο κοινώς “μπακαλιάρος”.
***Γαϊδουρόδεσμος (ο): Τον χρησιμοποιούμε για να ενώσουμε προσωρινά δυο κάβους, προκειμένου να περάσουν από το βαρούλκο ή εργάτη (βλέπε λέξεις), που βιράρει.
***Γαϊδουρόκομπος (ο): Ο επονομαζόμενος “γομαρόκομπος” από τους Γαλαξιδιώτες ναυτικούς. Σφίγγει πάρα πολύ, αλλά γλιστράει. Ακατάλληλος για σχοινιά διαφορετικού μεγέθους.
***Γάϊτα (η): Μικρασιατικό πλοιάριο, που το χρησιμοποιούσαν σε στενούς χώρους, όπως ένας κόλπος, για γρήγορη διεκπεραίωση στις απέναντι ακτές. Οι τούρκοι το ονόμαζαν “κουρίτα”. “Γάϊτα” λέμε τώρα την μακρόστενη χωρίς καρίνα, βάρκα που χρησιμοποιούν οι ψαράδες στις λιμνοθάλασσες, όπως του Μεσολογγίου.
***Γαλάζιο (το): Το χρώμα του ουρανού, το γαλανό, το γλαυκό. Δεν ξεχνάμε και το κινηματογραφικό έργο, που λεγόταν “Απέραντο γαλάζιο”!!!
***Γαλαξίας (ο): Νεφελώδης ζώνη, που διασχίζει τον ουρανό και αποτελείται από γιγαντιαία συσσώρευση αστέρων, μέχρι και πλέον των 100 δισεκατομμυρίων. Την βλέπουμε καθαρά τις ασέληνες νύχτες και μακριά από τα φώτα. Οι αρχαίοι Έλληνες τον ονόμαζαν “Ηριδανόν ποταμόν”, που, από παραφθορά, έγινε στις μέρες μας “Ιορδάνης ποταμός”.
***Γαλατικός κόλπος (ο): Ονομασία που δίνει ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων σε δύο Γαλλικούς κόλπους. Στον Βισκαϊκό κόλπο και τον κόλπο του Λέοντος. Αμφότεροι, είναι μέσα στις διηγήσεις των ναυτικών, για τις δύσκολες καιρικές τους συνθήκες. Μάλιστα , διάβασα, ότι μερικοί Λατίνοι ονομάζουν τον Κόλπο του Λέοντος ως “Μάρε Γκρέκουμ” (Είναι γεγονός ότι οι ακτές του κόλπου ήταν γεμάτες από ελληνικές αποικίες, το πολύ πάλαι ποτέ) . Και μιας και αναφερθήκαμε στη λέξη ¨Λέοντος”, να πούμε ότι, κατά τους ξένους, η παλαιότερη ονομασία του λιμανιού του Πειραιά, ήταν “Πόρτο Λεόνε”.
***Γαλεάσσα (η): Πολεμικό πλοίο του μεσαίωνα. Η εξέλιξη της “γαλέρας”. Κι αυτό χρησιμοποιούσε πανιά και κουπιά.
***Γαλέος (ο): Μικρά και άκακα σκυλόψαρα, που το νόστιμο κρέας τους το τρώμε τηγανιτό, με συνοδεία σκορδαλιάς. Γεννάνε ζωντανά παιδιά.
***Γαλέρα (η): Παλιό πολεμικό πλοίο με κουπιά και το γνωστό τετράγωνο/παραλληλόγραμμο πανί.
***Γαλέττα/γαλέτα (η): “Γαλέττα” λέμε τον ξύλινο δίσκο, στην κορυφή των καταρτιών και του ιστού της σημαίας, το “επίμηλο” του ιστού. Επίσης είναι η κοινή ονομασία του διπυρίτη (βλέπε λέξη) άρτου .Την λέμε και “τάκος”(βλέπε λέξη).
***Γαλέττα (η): Μεγάλα βότσαλα (ψήφοι-βλέπε λέξη) των ακτών, όταν έχουν σχήμα κυκλικό. Έτσι λέγεται και ο “γιαλός” (βλέπε παρακάτω λέξη),όταν υπάρχουν πολλές “γαλέττες” σ΄αυτόν. Επίσημα λέγεται “ψηφωτός¨” (βλέπε λέξη). Αυτά τα μεγάλα βότσαλα λέγονται και “κοχλιά ή χοχλιά”, (βλέπε λέξεις).
***Γαλήνη (η): Όταν για κάποιο χρόνο έχουμε άπνοια, η ελεύθερη επιφάνεια της θάλασσας, παραμένει ακίνητη και τότε λέμε ότι έχουμε “γαλήνη”.
***Γαλήνη, λιπαρά: Ονομασία της “Κατάστασης της Θάλασσας”, όπου ο άνεμος είναι “0” (μηδέν) Beauford ,επικρατεί απόλυτη νηνεμία και η θάλασσα είναι γαληνιαία, κατοπτρική και εκφράζεται κοινώς ως “λάδι”, “καθρέπτης”, “τζάμι”.
***Γαλιόνι (το): Ιστιοφόρο πλοίο πολεμικό αλλά και μεταγωγικό.
***Γαλιότα (η): Τύπος ταχύπλοου πλοίου με κουπιά και πανιά. Οι Ψαριανοί τα χρησιμοποιούσαν για καταδρομές.
***Γαλόνι (το): Μονάδα μέτρησης χωρητικότητας, που ισούται με 4,54 λίτρα.
***Γαλόνια (τα): Διακριτικά του βαθμού των βαθμοφόρων του στρατεύματος.
***Γαμπάρα (η): Αλλιώς “μπάρκο”. Παλιό ιστιοφόρο τρικάταρτο πλοίο.
***Γαμπάς (ο): Ο επενδύτης/μανδύας του ναύτη.
***Γάνα (η): Η σκουριά των χάλκινων κατασκευασμάτων ,που έχει χρώμα πράσινο. Κάποτε γυρνούσε τις γειτονιές ο “γανωματής” που “γάνωνε” τα μπακίρια για να μην πιάνουν “γάνα”.
***Γάντζος (ο): Οι ονομασίες “κόρακας” και “αρπάγη” δύσκολα ακούγονται. Το “γάντζος” έχει καθιερωθεί στη ναυτική γλώσσα. Το εργαλείο αυτό, όταν το τοποθετούμε σε κοντάρι, το χρησιμοποιούμε με την ονομασία “κοντός” (βλέπε λέξη), για να συγκρατούμε/απωθούμε πλευρισμένη βάρκα. Τον “κοντός” τον λέμε και “αβάρα” (βλέπε λέξη).
***Γαντζώνω: Βλέπε “κοτσάρω”. Πιάνω γερά.
***Γάπια/γάμπια (η): Ο “δόλων” επίσημα (βλέπε λέξη). Στα ιστιοφόρα πλοία, λεγόταν το δεύτερο τετράγωνο πανί, πάνω από το κατάστρωμα και αμέσως πάνω από τη “μεγίστη”(κοινώς “μαΐστρα”), του μεγάλου καταρτιού (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Γάπιες (οι): Έτσι λεγόντουσαν με ένα όνομα κοινώς, από τους ναυτικούς, όλα μαζύ τα δεύτερα πανιά (ιστία) και των τριών καταρτιών (ιστίων).Δηλαδή, το “δολώνιο” (κοινώς “παρροκέττο”), τον “δόλωνα” (κοινώς “γάπια”) και την “δολωνίδα” (κοινώς “κοντραμεντζάνα”) (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Γαρλίνο (το): Το δίπλοκο σχοινί (στριφτό σχοινί που έχει δύο κλώνους/έμβολα/έμπουλα-βλέπε λέξεις).
***Γαρμπής (ο): Ο Νοτιοδυτικός άνεμος που έχει την σύντμηση “ΝΔ”. Επίσημα στο ανεμολόγιο θα τον βρούμε ως “Λιψ”. Θυμηθείτε το άσμα “Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν/σαν το Λίβα που καίει τα σπαρτά” ,όπου αποτυπώνεται μια κύρια ιδιότητά του. Συνήθως ,ο “γαρμπής” προκαλεί βροχή. .Στη “βουλή των ψαράδων” στη Σύρα οι ψαράδες μου είπαν “Μετά τον γαρμπή, θα φυσήξει και πάλι γαρμπής”. Διάβασα ότι, εάν μετά από περίοδο ξηρασίας φυσήξει γαρμπής (κακός-βροχερός καιρός) και είναι η περίοδος που οι αγρότες αποξηραίνουν την σταφίδα , τότε, αυτοί λένε ” Το έμαθαν οι γαρμπήδες/ πως γιόρμασαν (γίνωσαν, ωρίμασαν) οι σταφίδες .
***Γάσα (η): Η “αγκύλη” (βλέπε λέξη) .Μια μόνιμη θηλειά με αμμάτιση (βλέπε λέξη) που κάνουμε στην άκρη του σχοινιού και όχι μόνον. Για τους ναυτικούς είναι το “πρέπει” και ο μοναδικός ασφαλής τρόπος να “πιάσει” ο κάβος στη δέστρα.
***Γάστρα (η): Κοινώς “πλέουσα”. Το υποθαλάσσιο μέρος του σκάφους, δηλαδή το σύνολο του όγκου και του σχήματος του σκάφους, που είναι υπό την ίσαλο (βλέπε λέξη) γραμμή . Ο όγκος της γάστρας σε κυβικά μέτρα, κάθε φορά, ισούται με το εκάστοτε εκτόπισμα του σκάφους. Το σχήμα της γάστρας, δηλώνει και τις αρετές του πλοίου (Σχόλιο: θεωρώ σωστότερο αυτόν τον ορισμό, που δίνεται και επίσημα, αναλογιζόμενος και την προέλευση της λέξης από το “γαστήρ” (Μπαμπινιώτης) κοινώς κοιλιά.
***Γάφα (η): Την λέμε και “σκύλα”(βλέπε λέξη). Είναι ένα είδος αρπάγης, που χρησιμοποιείται για να συγκρατήσει την καδένα της άγκυρας και όχι μόνον.
***Γέγοντι τω ιστίω (έκφραση): Σημαίνει “φούσκα το πανί”.
***Γείσο (το): Το λεγόμενο και “μπόρ”. Το μέρος του καπέλου, που σκιάζει το πρόσωπο και προστατεύει τα μάτια μας από τις ηλιακές ακτίνες. Κάτι σαν “αντήλιο” (βλέπε λέξη), που κάνουμε με το χέρι μας στο πρόσωπό μας. Την ίδια ονομασία φέρει και το τμήμα της στέγης που εξέχει από τους τοίχους.
***Γεμιστήρας (ο): Η φυσιγγιοφόρος ταινία.
***Γεμιτζής (ο): Ο θαλασσοδαρμένος, δηλαδή ο σωστός καραβοναύτης-γεμιτζής, αυτός που λέμε ότι είναι θαλασσόλυκος. “Γεμιτζής” όμως είναι και ο κωμικός τύπος που “ρούφηξε την θάλασσα με το κουταλάκι” και διηγείται ανύπαρκτες ιστορίες στους στεριανούς, ο “αθαλάσσωτος”, ο “ατζαμής”. Με την λέξη “γεμιτζής” ο λαός μας, λέει: “Σαράντα χρόνια γεμιτζής και πάλι τίρα-μόλα” (βίρα-λάσκα) (όταν από ανάγκη ξαναρχίζουμε το παλιό μας επάγγελμα, σε μεγάλη ηλικία) ή “Ολόρθο το φεγγάρι, δίπλα ο γεμιτζής, πλάϊ το φεγγάρι, ολόρθος γεμιτζής” (το έχουμε μετατρέψει λιγάκι και στη θέση του “γεμιτζή” βάλαμε το “καπετάνιος”. Πάντως συχνά αυτή η παροιμία βγαίνει αλήθεια. Ιδιαίτερα όταν οι μύτες της ημισελήνου είναι σε γραμμή παράλληλη προς τον ορίζοντα, πρέπει να επαγρυπνούμε για κακοκαιρία.
***Γέμοντι εκ πλαγίας: ΄Εκφραση που λέγεται, όταν το ιστιοφόρο μας πλέει στα “όρτσα” (την εγγυτάτη) και πλησιάζει πολύ προς την κύτη του ανέμου.
***Γέμος (το): Το φορτίο τoυ πλοίου.
***ΓΕΝ (το): Το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού. Η Ανωτάτη Αρχή του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδος.
***Γενικό φορτίο: Μικτό φορτίο.
***Γεντέκι (το): Ο “πάρολκος”. Το σχοινί με το οποίο παρέλκουμε ένα σκάφος από την στεριά, π.χ. όπως συμβαίνει καμιά φορά σε διώρυγα/ποτάμι.
***Γεράνι (το): Το μικρό χειροκίνητο βαρούλκο της παραλίας.
***Γερανός (ο): Κοινώς “μπίγα”, το “κρένι”. Χρησιμεύει για την ανύψωση μεγάλων/βαριών αντικειμένων και την μεταφορά τους. Υπάρχει και πλωτός “γερανός”.
***Γερδέλι (το): Ο “κάδος”, το “μπουγέλο”, ο “κουβάς” (βλέπε λέξεις).
***Γέφυρα (η): Ονομάζεται “γέφυρα” σε ένα πλοίο, η υπερυψωμένη κατασκευή, πάνω από το κύριο κατάστρωμα, που χρησιμεύει για την διακυβέρνηση του πλοίου εν πλω, δηλαδή την ναυσιπλοΐα, την επικοινωνία, την λειτουργία και την διοίκηση του πλοίου και επί πλέον για την μαχητική ικανότητα των Πολεμικών Πλοίων. Στα ιστιοφόρα πλοία λεγόταν κοινώς “μπαλκόνι”.
***Γέφυρα, απάνω : Έτσι ονομάζεται το μέρος της “γέφυρας” που περιλαμβάνει την πηδαλιούχηση και την επικοινωνία με το μηχανοστάσιο, καθώς επίσης και την πλοήγηση/διοίκηση του πλοίου με δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
***Γέφυρα, κόντρα : Έτσι ονομάζεται το μέρος της “γέφυρας” από όπου κυβερνάται ένα πλοίο.
***Γεωγραφική εμβέλεια φάρου (η): Η εμβέλεια ενός φάρου ,όπως αναγράφεται στους χάρτες, προσαυξημένη με την απόσταση εκείνη, που αντιστοιχεί στο ύψος του παρατηρητή (όσο πιο ψηλά είμαστε, τόσο πιο μακριά βλέπουμε).
***Γεωγραφικές συντεταγμένες (οι): Βασίζονται στους γήϊνους μεσημβρινούς (βλέπε λέξη) και παραλλήλους (βλέπε λέξη) και αποτελούν το “γεωγραφικό πλάτος” (φ) και το “γεωγραφικό μήκος” (λ) της θέσης πάνω στη γη. Τα ελληνικά γράμματα “φ” και “λ” είναι και διεθνώς καθιερωμένα ως σύμβολα των γεωγραφικών συντεταγμένων.
***Γεωγραφικό μίλι (το): Άλλως “ισημερινό μίλι” ,είναι το ανάπτυγμα τόξου του ισημερινού, που ισούται με 1855 μ.. Χρησιμοποιείται στη μελέτη θεμάτων ,που αφορούν σε μεγάλης εκτάσης επιφάνειες της γης.
***Γεωστροφικός άνεμος (ο): Ο άνεμος που πνέει στα στρώματα της ατμόσφαιρας, που δεν επηρεάζονται από την τριβή με την επιφάνεια της γης.
***Γιαννάκια (τα): Ειρωνικά, οι νεοσύλλεκτοι ναύτες. Γενικά όμως και στις άλλες Ένοπλες Δυνάμεις, ισχύει αυτό. Πάντως, και λαϊκά σημαίνει τον αφελή, τον κουτούτσικο και γι΄ αυτό λέμε “Σαράντα πέντε Γιάννηδες , ενός κοκκόρου γνώση” ,καθώς επίσης “Κόψε δένδρο κάμε Αντώνη κι από πλάτανο Μανώλη, κι΄ αν ρωτάς και για τον Γιάννη, όποιο ξύλο νάναι κάνει”. Όπως καταλαβαίνετε είμαστε γεμάτοι από “παροιμίες” που αφορούν στον “Γιάννη”, για να πούμε και μια τελευταία “Γειά σου Γιάννη, τι κάνεις – κουκιά σπέρνω” , για τους έχοντας την “μύγα”, δηλαδή γι αυτούς που έχουν μειωμένη ακοή.
***Γιακάς (ο): Η πάνω ακμή (δίπλωμα) του πανιού.
***Γιαλός (ο): Η δημοτική ονομασία του “αιγιαλός” (βλέπε λέξη). Όταν ,οι ναυτικοί, λένε “γιαλό” εννοούν την ακτή, αντίθετα προς τα μέσα της θάλασσας που λένε “ανοιχτά”. Η λέξη “γιαλός” αναφέρεται σε πολλές παροιμίες του λαού μας ,όπως “ψάρια στο γιαλό”( όταν κάποιος δίνει υποσχέσεις που δεν τηρεί),”Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό” (μην ενδιαφέρεσαι αν θα αναγνωριστεί η ευεργεσία σου) και άλλες πολλές.
***Γιαλώνω: Το λέμε όταν θέλουμε να δείξουμε ότι πλέουμε προς ή κοντά στις ακτές.
***Γιβάρι (το): Βλέπε λέξη “βιβάρι”.
***Γίγγλυμος (ο): Τα αρσενικά “βελόνια” του πηδαλίου. Τα λέμε και “θαιροί” επίσημα. Άλλες ονομασίες του “γίγγλυμος” είναι ο “μεντεσές”,ο “στροφέας”(επίσημα). Τον “μεντεσέ” τον έχω ακούσει και ως “σπανιολέτα”.
***Γιόγκα (η): Παλιό κινέζικο ιστιοφόρο με τρεις ιστούς, αρχικά πολεμικό και μετά εμπορικό.
***Γιώτ (το): Η “θαλαμηγός”.Το πολυτελές σκάφος που χρησιμοποιείται για αναψυχή.
***Γκάης (ο): Σχοινί/συρματόσχοινο/αλυσίδα για καθοδήγηση /συγκράτηση φορτωτήρων και φορτίων.
***Γκαμέλα (η): Βλέπε λέξη “καμέλα”.
***Γκαπαρί (το): Το λένε οι ναυπηγοί και εννοούν το αχνάρι του καραβιού. π.χ. “καράβι με όμορφο γκαμπαρί” που μεταφράζεται σήμερα σε “όμορφο σκαρί”.
***Γκέτα (η): Η περικνημίδα που φορούν οι στρατιωτικοί και προστατεύει τους μύες της γάμπας από τραυματισμούς κλπ.
***Γκιαβέτα (η): Αλλιώς “τζαβέτα” ή “γόμφος” (βλέπε λέξεις). ***Γκιοστέκι (το): Η “αντηρίδα” (Βλέπε λέξη).
***Γκλίζα (η): Λέγεται και “γλίζα”.Επίσημα “ημιόλιο” (βλέπε λέξη). ***Γκράπα και Γκράππα (η): Την λέμε και “γράπα/γράππα” Το “άγκιστρο” (Βλέπε λέξη).
***Γκρήνουϊτς ώρα (η): Η ζωή μας βασίζεται στον ήλιο,που τον χρησιμοποιούμε για να μετρήσουμε τον χρόνο. Ο ήλιος περνάει από τον μεσημβρινό του τόπου κάθε φορά κι έτσι δυο συνεχόμενες διαβάσεις του, αποτελούν την ημέρα. Για να μην αλλάζει η ημέρα στην επόμενη διάβαση του ήλιου, από τον μεσημβρινό του τόπου και επομένως “μεσημεριάτικα”, αποφασίστηκε να γίνεται η αλλαγή της ημέρας τα μεσάνυχτα (όταν ο ήλιος βρίσκεται αντίθετα του μεσημβρινού του τόπου, δηλαδή 180° μακριά). Έτσι δημιουργήθηκε η ημέρα που ξέρουμε. Τώρα, έχει καθοριστεί ως πρώτος μεσημβρινός, αυτός που περνάει από το αστεροσκοπείο του προαστείου του Γκρήνουιτς και φέρει την ένδειξη “μηδέν” μοίρες (0°). Η γη έχει χωριστεί σε 24 ζώνες (“‘άτρακτοι”- βλέπε λέξη) των 15° που κάθε μία έχει την δική της ώρα ζώνης με αρχή την ώρα ζώνης μηδέν (0) που είναι και η ώρα Γκρήνουϊτς.
***Γκρίζο αεροσάβανο (το): Η ομίχλη.
***Γκρίζο (το): Το χρώμα της στάχτης,το φαιό χρώμα που βάφονται τα πολεμικά πλοία ως επί το πλείστον.
***Γκριζόλα (η): Κοινή ονομασία της “πυξιδοθήκης” της μαγνητικής πυξίδας των πλοίων.
***Γκρίφι (το): Ο “αχάτης”, ημιπολύτιμος λίθος. Οι ψαράδες λένε ότι ο βυθός είναι γεμάτος “γκρίφια” (βλέπε λέξη) και μπλέκονται τα σύνεργα της ψαρικής.
***Γκρίφια (τα): Όταν λένε οι ψαράδες μας “ο τόπος είναι γεμάτος γκρίφια” εννοούν ότι ο βυθός της θάλασσας είναι βραχώδης ,γεμάτος απολήξεις βράχων που μπλέκονται τα σύνεργα ψαρικής ,όπως καθετή, ζόγκα, παραγάδια και άλλα. Στο νησί μου λέμε “μπλέμα” κάθε περιοχή του βυθού, που μπορεί να μπλεχτούν τα σύνεργα ψαρικής, όταν λόγω βάθους δεν γνωρίζουμε τα αίτια .

ΓΑΜΜΑ: Το γράμμα “Γ”, που στα σήματα “μορς” αντιστοιχεί με το γράμμα “G”, σημαίνεται με “παύλα-παύλα-τελεία” ( – – . ) και σημαίνει “Ζητώ πλοηγό”. Όταν σημαίνεται από αλιευτικά σκάφη, που δεν απέχουν πολύ μεταξύ των και σε αλιευτικές περιοχές, σημαίνει “Σέρνω δίχτυα”. Το έγχρωμο σημείο (σημαία) που σηκώνουμε στον ιστό, από το σηματοθέσιο, φέρει 3 κίτρινες και τρεις μπλε κάθετες λωρίδες.
***Γαβάρα (η): Επίσημα “Μυοδρόμων” (βλέπε λέξη). Ιστιοφόρο πλοίο που έφερε απλούν “δόλωνα” (“γάπια”) (βλέπε λέξεις).
***Γάβριες (οι): Βλέπε λέξη “αμείβοντες”.
***Γάδος (ο): Ο κοινώς “μπακαλιάρος”.
***Γαϊδουρόδεσμος (ο): Τον χρησιμοποιούμε για να ενώσουμε προσωρινά δυο κάβους, προκειμένου να περάσουν από το βαρούλκο ή εργάτη (βλέπε λέξεις), που βιράρει.
***Γαϊδουρόκομπος (ο): Ο επονομαζόμενος “γομαρόκομπος” από τους Γαλαξιδιώτες ναυτικούς. Σφίγγει πάρα πολύ, αλλά γλιστράει. Ακατάλληλος για σχοινιά διαφορετικού μεγέθους.
***Γάϊτα (η): Μικρασιατικό πλοιάριο, που το χρησιμοποιούσαν σε στενούς χώρους, όπως ένας κόλπος, για γρήγορη διεκπεραίωση στις απέναντι ακτές. Οι τούρκοι το ονόμαζαν “κουρίτα”. “Γάϊτα” λέμε τώρα την μακρόστενη χωρίς καρίνα, βάρκα που χρησιμοποιούν οι ψαράδες στις λιμνοθάλασσες, όπως του Μεσολογγίου.
***Γαλάζιο (το): Το χρώμα του ουρανού, το γαλανό, το γλαυκό. Δεν ξεχνάμε και το κινηματογραφικό έργο, που λεγόταν “Απέραντο γαλάζιο”!!!
***Γαλαξίας (ο): Νεφελώδης ζώνη, που διασχίζει τον ουρανό και αποτελείται από γιγαντιαία συσσώρευση αστέρων, μέχρι και πλέον των 100 δισεκατομμυρίων. Την βλέπουμε καθαρά τις ασέληνες νύχτες και μακριά από τα φώτα. Οι αρχαίοι Έλληνες τον ονόμαζαν “Ηριδανόν ποταμόν”, που, από παραφθορά, έγινε στις μέρες μας “Ιορδάνης ποταμός”.
***Γαλατικός κόλπος (ο): Ονομασία που δίνει ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων σε δύο Γαλλικούς κόλπους. Στον Βισκαϊκό κόλπο και τον κόλπο του Λέοντος. Αμφότεροι, είναι μέσα στις διηγήσεις των ναυτικών, για τις δύσκολες καιρικές τους συνθήκες. Μάλιστα , διάβασα, ότι μερικοί Λατίνοι ονομάζουν τον Κόλπο του Λέοντος ως “Μάρε Γκρέκουμ” (Είναι γεγονός ότι οι ακτές του κόλπου ήταν γεμάτες από ελληνικές αποικίες, το πολύ πάλαι ποτέ) . Και μιας και αναφερθήκαμε στη λέξη ¨Λέοντος”, να πούμε ότι, κατά τους ξένους, η παλαιότερη ονομασία του λιμανιού του Πειραιά, ήταν “Πόρτο Λεόνε”.
***Γαλεάσσα (η): Πολεμικό πλοίο του μεσαίωνα. Η εξέλιξη της “γαλέρας”. Κι αυτό χρησιμοποιούσε πανιά και κουπιά.
***Γαλέος (ο): Μικρά και άκακα σκυλόψαρα, που το νόστιμο κρέας τους το τρώμε τηγανιτό, με συνοδεία σκορδαλιάς. Γεννάνε ζωντανά παιδιά.
***Γαλέρα (η): Παλιό πολεμικό πλοίο με κουπιά και το γνωστό τετράγωνο/παραλληλόγραμμο πανί.
***Γαλέττα/γαλέτα (η): “Γαλέττα” λέμε τον ξύλινο δίσκο, στην κορυφή των καταρτιών και του ιστού της σημαίας, το “επίμηλο” του ιστού. Επίσης είναι η κοινή ονομασία του διπυρίτη (βλέπε λέξη) άρτου .Την λέμε και “τάκος”(βλέπε λέξη).
***Γαλέττα (η): Μεγάλα βότσαλα (ψήφοι-βλέπε λέξη) των ακτών, όταν έχουν σχήμα κυκλικό. Έτσι λέγεται και ο “γιαλός” (βλέπε παρακάτω λέξη),όταν υπάρχουν πολλές “γαλέττες” σ΄αυτόν. Επίσημα λέγεται “ψηφωτός¨” (βλέπε λέξη). Αυτά τα μεγάλα βότσαλα λέγονται και “κοχλιά ή χοχλιά”, (βλέπε λέξεις).
***Γαλήνη (η): Όταν για κάποιο χρόνο έχουμε άπνοια, η ελεύθερη επιφάνεια της θάλασσας, παραμένει ακίνητη και τότε λέμε ότι έχουμε “γαλήνη”.
***Γαλήνη, λιπαρά: Ονομασία της “Κατάστασης της Θάλασσας”, όπου ο άνεμος είναι “0” (μηδέν) Beauford ,επικρατεί απόλυτη νηνεμία και η θάλασσα είναι γαληνιαία, κατοπτρική και εκφράζεται κοινώς ως “λάδι”, “καθρέπτης”, “τζάμι”.
***Γαλιόνι (το): Ιστιοφόρο πλοίο πολεμικό αλλά και μεταγωγικό.
***Γαλιότα (η): Τύπος ταχύπλοου πλοίου με κουπιά και πανιά. Οι Ψαριανοί τα χρησιμοποιούσαν για καταδρομές.
***Γαλόνι (το): Μονάδα μέτρησης χωρητικότητας, που ισούται με 4,54 λίτρα.
***Γαλόνια (τα): Διακριτικά του βαθμού των βαθμοφόρων του στρατεύματος.
***Γαμπάρα (η): Αλλιώς “μπάρκο”. Παλιό ιστιοφόρο τρικάταρτο πλοίο.
***Γαμπάς (ο): Ο επενδύτης/μανδύας του ναύτη.
***Γάνα (η): Η σκουριά των χάλκινων κατασκευασμάτων ,που έχει χρώμα πράσινο. Κάποτε γυρνούσε τις γειτονιές ο “γανωματής” που “γάνωνε” τα μπακίρια για να μην πιάνουν “γάνα”.
***Γάντζος (ο): Οι ονομασίες “κόρακας” και “αρπάγη” δύσκολα ακούγονται. Το “γάντζος” έχει καθιερωθεί στη ναυτική γλώσσα. Το εργαλείο αυτό, όταν το τοποθετούμε σε κοντάρι, το χρησιμοποιούμε με την ονομασία “κοντός” (βλέπε λέξη), για να συγκρατούμε/απωθούμε πλευρισμένη βάρκα. Τον “κοντός” τον λέμε και “αβάρα” (βλέπε λέξη).
***Γαντζώνω: Βλέπε “κοτσάρω”. Πιάνω γερά.
***Γάπια/γάμπια (η): Ο “δόλων” επίσημα (βλέπε λέξη). Στα ιστιοφόρα πλοία, λεγόταν το δεύτερο τετράγωνο πανί, πάνω από το κατάστρωμα και αμέσως πάνω από τη “μεγίστη”(κοινώς “μαΐστρα”), του μεγάλου καταρτιού (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Γάπιες (οι): Έτσι λεγόντουσαν με ένα όνομα κοινώς, από τους ναυτικούς, όλα μαζύ τα δεύτερα πανιά (ιστία) και των τριών καταρτιών (ιστίων).Δηλαδή, το “δολώνιο” (κοινώς “παρροκέττο”), τον “δόλωνα” (κοινώς “γάπια”) και την “δολωνίδα” (κοινώς “κοντραμεντζάνα”) (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Γαρλίνο (το): Το δίπλοκο σχοινί (στριφτό σχοινί που έχει δύο κλώνους/έμβολα/έμπουλα-βλέπε λέξεις).
***Γαρμπής (ο): Ο Νοτιοδυτικός άνεμος που έχει την σύντμηση “ΝΔ”. Επίσημα στο ανεμολόγιο θα τον βρούμε ως “Λιψ”. Θυμηθείτε το άσμα “Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν/σαν το Λίβα που καίει τα σπαρτά” ,όπου αποτυπώνεται μια κύρια ιδιότητά του. Συνήθως ,ο “γαρμπής” προκαλεί βροχή. .Στη “βουλή των ψαράδων” στη Σύρα οι ψαράδες μου είπαν “Μετά τον γαρμπή, θα φυσήξει και πάλι γαρμπής”. Διάβασα ότι, εάν μετά από περίοδο ξηρασίας φυσήξει γαρμπής (κακός-βροχερός καιρός) και είναι η περίοδος που οι αγρότες αποξηραίνουν την σταφίδα , τότε, αυτοί λένε ” Το έμαθαν οι γαρμπήδες/ πως γιόρμασαν (γίνωσαν, ωρίμασαν) οι σταφίδες .
***Γάσα (η): Η “αγκύλη” (βλέπε λέξη) .Μια μόνιμη θηλειά με αμμάτιση (βλέπε λέξη) που κάνουμε στην άκρη του σχοινιού και όχι μόνον. Για τους ναυτικούς είναι το “πρέπει” και ο μοναδικός ασφαλής τρόπος να “πιάσει” ο κάβος στη δέστρα.
***Γάστρα (η): Κοινώς “πλέουσα”. Το υποθαλάσσιο μέρος του σκάφους, δηλαδή το σύνολο του όγκου και του σχήματος του σκάφους, που είναι υπό την ίσαλο (βλέπε λέξη) γραμμή . Ο όγκος της γάστρας σε κυβικά μέτρα, κάθε φορά, ισούται με το εκάστοτε εκτόπισμα του σκάφους. Το σχήμα της γάστρας, δηλώνει και τις αρετές του πλοίου (Σχόλιο: θεωρώ σωστότερο αυτόν τον ορισμό, που δίνεται και επίσημα, αναλογιζόμενος και την προέλευση της λέξης από το “γαστήρ” (Μπαμπινιώτης) κοινώς κοιλιά.
***Γάφα (η): Την λέμε και “σκύλα”(βλέπε λέξη). Είναι ένα είδος αρπάγης, που χρησιμοποιείται για να συγκρατήσει την καδένα της άγκυρας και όχι μόνον.
***Γέγοντι τω ιστίω (έκφραση): Σημαίνει “φούσκα το πανί”.
***Γείσο (το): Το λεγόμενο και “μπόρ”. Το μέρος του καπέλου, που σκιάζει το πρόσωπο και προστατεύει τα μάτια μας από τις ηλιακές ακτίνες. Κάτι σαν “αντήλιο” (βλέπε λέξη), που κάνουμε με το χέρι μας στο πρόσωπό μας. Την ίδια ονομασία φέρει και το τμήμα της στέγης που εξέχει από τους τοίχους.
***Γεμιστήρας (ο): Η φυσιγγιοφόρος ταινία.
***Γεμιτζής (ο): Ο θαλασσοδαρμένος, δηλαδή ο σωστός καραβοναύτης-γεμιτζής, αυτός που λέμε ότι είναι θαλασσόλυκος. “Γεμιτζής” όμως είναι και ο κωμικός τύπος που “ρούφηξε την θάλασσα με το κουταλάκι” και διηγείται ανύπαρκτες ιστορίες στους στεριανούς, ο “αθαλάσσωτος”, ο “ατζαμής”. Με την λέξη “γεμιτζής” ο λαός μας, λέει: “Σαράντα χρόνια γεμιτζής και πάλι τίρα-μόλα” (βίρα-λάσκα) (όταν από ανάγκη ξαναρχίζουμε το παλιό μας επάγγελμα, σε μεγάλη ηλικία) ή “Ολόρθο το φεγγάρι, δίπλα ο γεμιτζής, πλάϊ το φεγγάρι, ολόρθος γεμιτζής” (το έχουμε μετατρέψει λιγάκι και στη θέση του “γεμιτζή” βάλαμε το “καπετάνιος”. Πάντως συχνά αυτή η παροιμία βγαίνει αλήθεια. Ιδιαίτερα όταν οι μύτες της ημισελήνου είναι σε γραμμή παράλληλη προς τον ορίζοντα, πρέπει να επαγρυπνούμε για κακοκαιρία.
***Γέμοντι εκ πλαγίας: ΄Εκφραση που λέγεται, όταν το ιστιοφόρο μας πλέει στα “όρτσα” (την εγγυτάτη) και πλησιάζει πολύ προς την κύτη του ανέμου.
***Γέμος (το): Το φορτίο τoυ πλοίου.
***ΓΕΝ (το): Το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού. Η Ανωτάτη Αρχή του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδος.
***Γενικό φορτίο: Μικτό φορτίο.
***Γεντέκι (το): Ο “πάρολκος”. Το σχοινί με το οποίο παρέλκουμε ένα σκάφος από την στεριά, π.χ. όπως συμβαίνει καμιά φορά σε διώρυγα/ποτάμι.
***Γεράνι (το): Το μικρό χειροκίνητο βαρούλκο της παραλίας.
***Γερανός (ο): Κοινώς “μπίγα”, το “κρένι”. Χρησιμεύει για την ανύψωση μεγάλων/βαριών αντικειμένων και την μεταφορά τους. Υπάρχει και πλωτός “γερανός”.
***Γερδέλι (το): Ο “κάδος”, το “μπουγέλο”, ο “κουβάς” (βλέπε λέξεις).
***Γέφυρα (η): Ονομάζεται “γέφυρα” σε ένα πλοίο, η υπερυψωμένη κατασκευή, πάνω από το κύριο κατάστρωμα, που χρησιμεύει για την διακυβέρνηση του πλοίου εν πλω, δηλαδή την ναυσιπλοΐα, την επικοινωνία, την λειτουργία και την διοίκηση του πλοίου και επί πλέον για την μαχητική ικανότητα των Πολεμικών Πλοίων. Στα ιστιοφόρα πλοία λεγόταν κοινώς “μπαλκόνι”.
***Γέφυρα, απάνω : Έτσι ονομάζεται το μέρος της “γέφυρας” που περιλαμβάνει την πηδαλιούχηση και την επικοινωνία με το μηχανοστάσιο, καθώς επίσης και την πλοήγηση/διοίκηση του πλοίου με δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
***Γέφυρα, κόντρα : Έτσι ονομάζεται το μέρος της “γέφυρας” από όπου κυβερνάται ένα πλοίο.
***Γεωγραφική εμβέλεια φάρου (η): Η εμβέλεια ενός φάρου ,όπως αναγράφεται στους χάρτες, προσαυξημένη με την απόσταση εκείνη, που αντιστοιχεί στο ύψος του παρατηρητή (όσο πιο ψηλά είμαστε, τόσο πιο μακριά βλέπουμε).
***Γεωγραφικές συντεταγμένες (οι): Βασίζονται στους γήϊνους μεσημβρινούς (βλέπε λέξη) και παραλλήλους (βλέπε λέξη) και αποτελούν το “γεωγραφικό πλάτος” (φ) και το “γεωγραφικό μήκος” (λ) της θέσης πάνω στη γη. Τα ελληνικά γράμματα “φ” και “λ” είναι και διεθνώς καθιερωμένα ως σύμβολα των γεωγραφικών συντεταγμένων.
***Γεωγραφικό μίλι (το): Άλλως “ισημερινό μίλι” ,είναι το ανάπτυγμα τόξου του ισημερινού, που ισούται με 1855 μ.. Χρησιμοποιείται στη μελέτη θεμάτων ,που αφορούν σε μεγάλης εκτάσης επιφάνειες της γης.
***Γεωστροφικός άνεμος (ο): Ο άνεμος που πνέει στα στρώματα της ατμόσφαιρας, που δεν επηρεάζονται από την τριβή με την επιφάνεια της γης.
***Γιαννάκια (τα): Ειρωνικά, οι νεοσύλλεκτοι ναύτες. Γενικά όμως και στις άλλες Ένοπλες Δυνάμεις, ισχύει αυτό. Πάντως, και λαϊκά σημαίνει τον αφελή, τον κουτούτσικο και γι΄ αυτό λέμε “Σαράντα πέντε Γιάννηδες , ενός κοκκόρου γνώση” ,καθώς επίσης “Κόψε δένδρο κάμε Αντώνη κι από πλάτανο Μανώλη, κι΄ αν ρωτάς και για τον Γιάννη, όποιο ξύλο νάναι κάνει”. Όπως καταλαβαίνετε είμαστε γεμάτοι από “παροιμίες” που αφορούν στον “Γιάννη”, για να πούμε και μια τελευταία “Γειά σου Γιάννη, τι κάνεις – κουκιά σπέρνω” , για τους έχοντας την “μύγα”, δηλαδή γι αυτούς που έχουν μειωμένη ακοή.
***Γιακάς (ο): Η πάνω ακμή (δίπλωμα) του πανιού.
***Γιαλός (ο): Η δημοτική ονομασία του “αιγιαλός” (βλέπε λέξη). Όταν ,οι ναυτικοί, λένε “γιαλό” εννοούν την ακτή, αντίθετα προς τα μέσα της θάλασσας που λένε “ανοιχτά”. Η λέξη “γιαλός” αναφέρεται σε πολλές παροιμίες του λαού μας ,όπως “ψάρια στο γιαλό”( όταν κάποιος δίνει υποσχέσεις που δεν τηρεί),”Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό” (μην ενδιαφέρεσαι αν θα αναγνωριστεί η ευεργεσία σου) και άλλες πολλές.
***Γιαλώνω: Το λέμε όταν θέλουμε να δείξουμε ότι πλέουμε προς ή κοντά στις ακτές.
***Γιβάρι (το): Βλέπε λέξη “βιβάρι”.
***Γίγγλυμος (ο): Τα αρσενικά “βελόνια” του πηδαλίου. Τα λέμε και “θαιροί” επίσημα. Άλλες ονομασίες του “γίγγλυμος” είναι ο “μεντεσές”,ο “στροφέας”(επίσημα). Τον “μεντεσέ” τον έχω ακούσει και ως “σπανιολέτα”.
***Γιόγκα (η): Παλιό κινέζικο ιστιοφόρο με τρεις ιστούς, αρχικά πολεμικό και μετά εμπορικό.
***Γιώτ (το): Η “θαλαμηγός”.Το πολυτελές σκάφος που χρησιμοποιείται για αναψυχή.
***Γκάης (ο): Σχοινί/συρματόσχοινο/αλυσίδα για καθοδήγηση /συγκράτηση φορτωτήρων και φορτίων.
***Γκαμέλα (η): Βλέπε λέξη “καμέλα”.
***Γκαπαρί (το): Το λένε οι ναυπηγοί και εννοούν το αχνάρι του καραβιού. π.χ. “καράβι με όμορφο γκαμπαρί” που μεταφράζεται σήμερα σε “όμορφο σκαρί”.
***Γκέτα (η): Η περικνημίδα που φορούν οι στρατιωτικοί και προστατεύει τους μύες της γάμπας από τραυματισμούς κλπ.
***Γκιαβέτα (η): Αλλιώς “τζαβέτα” ή “γόμφος” (βλέπε λέξεις). ***Γκιοστέκι (το): Η “αντηρίδα” (Βλέπε λέξη).
***Γκλίζα (η): Λέγεται και “γλίζα”.Επίσημα “ημιόλιο” (βλέπε λέξη). ***Γκράπα και Γκράππα (η): Την λέμε και “γράπα/γράππα” Το “άγκιστρο” (Βλέπε λέξη).
***Γκρήνουϊτς ώρα (η): Η ζωή μας βασίζεται στον ήλιο,που τον χρησιμοποιούμε για να μετρήσουμε τον χρόνο. Ο ήλιος περνάει από τον μεσημβρινό του τόπου κάθε φορά κι έτσι δυο συνεχόμενες διαβάσεις του, αποτελούν την ημέρα. Για να μην αλλάζει η ημέρα στην επόμενη διάβαση του ήλιου, από τον μεσημβρινό του τόπου και επομένως “μεσημεριάτικα”, αποφασίστηκε να γίνεται η αλλαγή της ημέρας τα μεσάνυχτα (όταν ο ήλιος βρίσκεται αντίθετα του μεσημβρινού του τόπου, δηλαδή 180° μακριά). Έτσι δημιουργήθηκε η ημέρα που ξέρουμε. Τώρα, έχει καθοριστεί ως πρώτος μεσημβρινός, αυτός που περνάει από το αστεροσκοπείο του προαστείου του Γκρήνουιτς και φέρει την ένδειξη “μηδέν” μοίρες (0°). Η γη έχει χωριστεί σε 24 ζώνες (“‘άτρακτοι”- βλέπε λέξη) των 15° που κάθε μία έχει την δική της ώρα ζώνης με αρχή την ώρα ζώνης μηδέν (0) που είναι και η ώρα Γκρήνουϊτς.
***Γκρίζο αεροσάβανο (το): Η ομίχλη.
***Γκρίζο (το): Το χρώμα της στάχτης,το φαιό χρώμα που βάφονται τα πολεμικά πλοία ως επί το πλείστον.
***Γκριζόλα (η): Κοινή ονομασία της “πυξιδοθήκης” της μαγνητικής πυξίδας των πλοίων.
***Γκρίφι (το): Ο “αχάτης”, ημιπολύτιμος λίθος. Οι ψαράδες λένε ότι ο βυθός είναι γεμάτος “γκρίφια” (βλέπε λέξη) και μπλέκονται τα σύνεργα της ψαρικής.
***Γκρίφια (τα): Όταν λένε οι ψαράδες μας “ο τόπος είναι γεμάτος γκρίφια” εννοούν ότι ο βυθός της θάλασσας είναι βραχώδης ,γεμάτος απολήξεις βράχων που μπλέκονται τα σύνεργα ψαρικής ,όπως καθετή, ζόγκα, παραγάδια και άλλα. Στο νησί μου λέμε “μπλέμα” κάθε περιοχή του βυθού, που μπορεί να μπλεχτούν τα σύνεργα ψαρικής, όταν λόγω βάθους δεν γνωρίζουμε τα αίτια .

google-site-verification=pMH8IqIJ2ElvXgn4d1Tqgl85aKumGh2RrgLC4IeVI84