δ

ΔΕΛΤΑ: Το γράμμα “Δ”, που στα σήματα “μορς” αντιστοιχεί με το γράμμα “D”, σημαίνεται με “παύλα-τελεία-τελεία” ( – . . ) και σημαίνει “Παραμείνατε σε απόσταση από μένα. Χειρίζω με δυσκολία”. Το έγχρωμο σημείο (σημαία) που σηκώνουμε στον ιστό, από το σηματοθέσιο, φέρει 3 οριζόντιες λωρίδες (η πάνω και η κάτω είναι κίτρινες και η μεσαία, που το πάχος της είναι όσο και οι δύο άλλες, είναι μπλε).
***”Δ”: Και λίγη ιστορία. Αυτό το γράμμα, αντί ονόματος, έφερε μια κανονιοφόρος του πολεμικού ναυτικού στις αρχές του 20ου αι., που με Κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Κοσμά Μπούμπουλη, μια νύχτα του Οκτώβρη, κατώρθωσε να διαπλεύσει το στενό της Πρέβεζας και να παραπλεύσει τα τούρκικα επάκτια πυροβολία, “από απόσταση βολής πιστολίου”,όπως μας πληροφορεί ο ναύαρχος Σ.Λυκούδης και να εισπλεύσει στον Αμβρακικό κόλπο, χωρίς να γίνει αντιληπτή.
***Δαγκάνα (η): Έτσι ονομάζουμε το προσωρινό δέσιμο δύο κάβων μαζύ ή σχοινιού και μάνικας κ.α.
***Δάδες (οι): Τις λέμε και ¨πυρσούς” (βλέπε λέξη). Είναι στίγματα στον ήλιο με εντονότερο φως, που μπορούν να φτάσουν και σε ύψος μέχρι και τα 400 χιλιόμετρα.
***Δάκρυσμα (το): Όταν διαπιστώνουμε σταγόνες νερού, που έχουν περάσει μέσα στο σκάφος, από επιφάνεια που είναι σε επαφή με το υγρό στοιχείο.
***Δακτυλίδι (το): Ένας καθαρά διακοσμητικός κόμπος.Χρήση, γύρω απ τα κουπιά της βάρκας, για να μην γλυστρούν στο νερό, στο κοντάρι της σημαίας όταν δεν υπάρχει γάντζος κλπ.
***Δαχτυλίδι μάτσας (το): Μεταλλικός δακτύλιος στον ιστό, όπου στερεώνεται η “μάτσα” (βλέπε λέξη) με άρθρωση.
***Δακτύλιος (ο): Κοινώς “κολλάρο”. Είναι το δακτυλίδι, η στεφάνη.
***Δακτύλιος της άγκυρας: Κοινώς “ανέλο” ή “κουλούρι”. Είναι ένας δυνατός κρίκος στο “κεφάλη” της άγκυρας, για να κρικώνουμε/δένουμε την καδένα/κάβο.
***Δακτίλιοι (οι): Κοινώς “χαλκάδες” ή “κρίκοι” . Χρησιμεύουν στις “αρτάνες” για να τις συνδέσουν με τους “γάντζους” ή με τα “κλειδιά” (βλέπε λέξεις). Χαλκάδες/κρίκους θα συναντήσουμε και στην κάθετη πλευρά ενός κρηπιδώματος ή ενός προβλήτα απ΄όπου θα περάσουμε την “μπαρούμα” (βλέπε λέξη), για να δέσουμε το σκάφος μας,συνήθως μικρού μεγέθους.
***Δάκτυλος (ο): Η “ίντσα” (βλέπε λέξη). Μέτρο μήκους, που ισοδυναμεί με 25,4 χιλιοστά του μέτρου (0,054 του μέτρου) .***Δαμιτζάνα/νταμιτζάνα (η): Δοχείο γυάλινο υγρών.
***Δάπεδα (τα): ΄Οταν η κλίση της ακτής πλησιάζει τις 90° (χαρακτηρισμός ακτής “απορρώγος”,βλέπε λέξη),τότε παρατηρούμε στη βάση της, στενές επίπεδες επιφάνειες από άμμο ή και πέτρες σαν πεζοδρόμιο. Αυτές οι στενές επιφάνειες καλούνται “Δάπεδα”.
***Δάπεδο (το): Η οριζόντια επιφάνεια κυκλοφορίας/στήριξης αντικειμένων, ως το “δάπεδο μηχανοστασίου” ή το “δάπεδο του πυροβόλου” κ.α.
***Δας (η): Κοινώς “δάδα”. Άλλοτε χρησιμοποιούνταν για φωτισμό,τώρα όμως έχουν διακοσμητικό ρόλο.
***Δασμός (ο): Κρατικός φόρος που επιβάλλεται κατά την εισαγωγή ή εξαγωγή (σπανιώτερα) ή και διέλευση (από αυτό το κράτος) των εμπορευμάτων.
***Δείγμα συσσιτίου (το): Δείγμα από το συσσίτιο του πληρώματος του πλοίου ,που παρουσιάζεται στον Κυβερνήτη προς έλεγχο πληρότητας και παρασκευής.
***Δείκτης (ο): Ο ενδείκτης, ως ο δείκτης βάθους, ο δείκτης στροφής, ο δείκτης ταχύτητας κ.α.
***Δείκτης εξαρτισμού (ο): Βλέπε “Γράμμα εξαρτισμού” του πλοίου.
***Δείπνο (το): Άλλος τύπος το “δείπνος”. Έτσι λέμε το “βραδινό” φαγητό. Στους αρχαίους Έλληνες το “δείπνον” ήταν λιτό και είχε επικρατήσει η έκφραση “αττικώς ζην”, που σήμαινε το ευτελές δείπνο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες έτρωγαν λιτά, γιατί π.χ. στους Θεσσαλούς άρεσε η πλούσια τροφή και την απολάμβαναν δεόντως.
***Δέκτης (ο): Συσκευή κατάλληλη για να δέχεται σήματα , ήχους, εικόνες κλπ μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.
***Δεκτικό τμήμα (το): Είναι το τόξο κύκλου, που δέχεται την οριζόντια γωνία, δύο καταφανών σημείων στην στεριά, που μετράμε με τον εξάντα μας. Σε περίπτωση που έχουμε τρία συνεχόμενα σημεία στη στεριά, μπορούμε να κάνουμε “στίγμα” (βλέπε λέξη) με δύο “δεκτικά τμήματα”, χρησιμοποιώντας τον “στιγμογράφο” (βλέπε λέξη).
***Δελέατα (τα): Κοινώς “μπασμός” (βλέπε λέξη).
***Δελίνια (τα). Τα “κατάφρακτα πλοία” της ιστιοφόρου ναυτιλίας
***Δέλτα (άκλιτο): Κράμα μετάλλων (χαλκός,ψευδάργυρος,σίδερο κ.α.) με χρώμα χρυσοκίτρινο, που δεν οξειδώνεται από την θάλασσα και γι αυτό χρησιμοποιείται στην κατασκευή προπελών στα πλοία καθώς και σε άλλα μηχανήματα.
***Δέλτα (το): “Δέλτα” λέγονται επίσης και οι εκβολές του κάθε ποταμού, που διακλαδίζεται, με τις προσχώσεις, σε άλλους υποδεέστερους κλάδους , που καλούνται “αγκώνες”, με τους οποίους εκβάλει στη θάλασσα. Η μεταξύ των ακραίων “αγκώνων” περιλαμβανόμενη έκταση, λέγεται “το δέλτα”, λόγω της ομοιότητός του προς το γράμμα “Δ”. Κατά τον Αριστοφάνη στην Λυσιστράτη ,το γυναικείο αιδοίο αποκαλείται “Δ”.
***Δέλτα (το): Το “δελτωτό”,βλέπε λέξη παρακάτω.
***Δελτωτό (το): Κοινώς “ξύλο της παρκέτας”. Βλέπε λέξη “δρομόμετρο” παρακάτω.
***Δελφίνι (το): Λίγα λόγια για τον φίλο μας και σύντροφό μας στα ταξίδια μας. Ανήκει στα “κήτη” (βλέπε λέξη) και δεν πρέπει να το συγχέουμε με τους ιχθείς (ψάρια). Ζει περί τα 100 χρόνια και γεννάει δελφινάκι, μετά απά 10μηνο κυοφορία. Η παράδοση λέει ότι επιζητεί την φιλία του ανθρώπου και ότι προσπαθεί, πάντα, να είναι χρήσιμος σ΄αυτόν. Μύθοι,παραδόσεις και λογοτεχνία όλων των λαών και σε όλες τις εποχές έχουν δημιουργήσει διάφορα επεισόδια. Οι πρόγονοί μας, είχαν το δελφίνι σαν σύμβολο του θεού Απόλλωνα και όταν εμφανιζόταν,το είχαν σαν σημάδι, ότι θα καλμάρει ο καιρός.
***Δεματόδεσμος (ο): Η δέση ενός δέματος.
***Δένω “δετηρία”: “Ληγάρω” “σάγουλα”=σχοινί για “μποτσάρισμα” (βλέπε λέξεις).
***Δένω σχοινί: Φέρνω βόλτα.
***Δένω λεντία: Βλέπε “πλαγιοδετώ” (βλέπε λέξη).
***Δένω μουστάκι: Αμφιδετώ (βλέπε λέξη “αμφιδέτης”). Θα έλεγα ότι και η “προδέτηση” (βλέπε λέξη) είναι ένα είδος “αμφιδέτησης”. ***Δένω “μπαρμπαρέσα”: “Ουροδετώ”, “μπότσος” (βλέπε λέξεις).
***Δένω ουρά: Ουροδετώ (βλέπε λέξη).
***Δένω το πλοίο: Ασφαλίζουμε το σκάφος σε λιμενική εγκατάσταση, με την χρήση κάβων/συρματόσχοινων/καδενών , κατά περίπτωση.
***Δεξαμενή (η): Στεγανός χώρος, που είναι ειδικά διασκευασμένος, για να δέχεται-συγκρατεί-αποθηκεύει υγρά, όπως οι δεξαμενές θαλασσέρματος/ποσίμου ύδατος/καυσίμων/ζυγοσταθμίσεως υποβρυχίου κ.α.
***Δεξαμενή, ναυτική (η): Μόνιμο λιμενικό έργο ή πλωτό κατασκεύασμα, όπου μπαίνει το σκάφος και αφού αφαιρεθεί το νερό, επιθεωρείται/επισκευάζεται . Η ενέργεια αυτή λέγεται “δεξαμενισμός” .
***Δεξαμενόπλοιο (το): Τύπος πλοίου ,που η αποστολή του είναι, να μεταφέρει υγρά χύμα και όχι σε συσκευασίες. Για τον λόγο αυτόν είναι και το ίδιο μια ιδιότυπη δεξαμενή. Η σύντμησή του είναι “Δ/Ξ” ή “Δ/Π”.
***Δεξήνεμο ιστιοπλοϊκό (το): ΄Οταν το ιστιοπλοούν σκάφος δέχεται τον άνεμο από την δεξιά πλευρά.
***Δεξί χέρι στη θάλασσα: Έκφραση που αποτελεί το “α και το ω” της κυκλοφορίας πάνω στο σκάφος, όπου δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια, λόγω χώρου, για “ελεύθερη” κυκλοφορία. ΄Ετσι προχωράμε πάνω στο πλοίο, με το δεξί μας χέρι να είναι προς το μέρος της θάλασσας, δηλαδή “αντίθετα απ ότι κινούνται οι δείκτες του ρολογιού”.
***Δεξιά πλευρά, αρίθμηση: Η “δεξιά” πλευρά του σκάφους είναι ,όπως κοιτάζουμε από την πρύμη προς την πλώρη , στα δεξιά μας.Ο κανόνας είναι, οι μονοί αριθμοί (1,3,5,7 κλπ) να δίνονται σε μέρη/πράγματα του πλοίου, που βρίσκονται στο δεξί του μέρος και τα ζυγά (2,4,6,8 κλπ) στο αριστερό του κι αυτό για τάξη /διευκόλυνση.
***Δεξιόπλοκα/δεξιόστροφα σχοινιά (τα): Λέμε τα “στριφτά” σχοινιά, που η πλοκή των “εμβόλων/κλώνων” των γίνεται δεξιά. Τα σχοινιά που χρησιμοποιούμε είναι συνήθως “δεξιόπλοκα/δεξιόστροφα” γιατί δεν υγραίνονται εύκολα, μιας και τα “κλώσματα” και τα “έμβολα” στρίβονται αντίστροφα (αριστερά). Επίσης “σπειρώνονται/ντουκιάρονται” δεξιά, για να μην κάνουν ,στο ξετύλιγμα, “συστροφές/βερίνες” (βλέπε λέξεις). ***Δεξιόστροφη έλικα (η): Η “έλικα/προπέλλα” (βλέπε λέξεις) που γυρίζει δεξιά ,δηλαδή κατά την φοράν των δεικτών του ωρολογίου.
***Δέσιμο αντιολίσθησης (το): Δέσιμο αντιολισθητικό, που εφαρμόζεται στο δέσιμο του καθίσματος του “ναυκλήρου” (βλέπε λέξη) και από τους ορειβάτες.
***Δέσιμο λαπάτσας (το): Βλέπε λέξη “σύμβολο”.
***Δέσιμο μπαρμπαρέσας (το): Βλέπε λέξεις “ουρόδεσμος” και “μπότσος”.
***Δέσιμο μουστάκι: Αμφίδετο πλοίο. Βλέπε λέξη “αμφιδέτης”
***Δέσιμο του σκάφους: Η πράξη να βγάλουμε κάβους και να τους δέσουμε στις δέστρες της στεριάς, προκειμένου να διασφαλίσουμε το άραγμα του σκάφους.
***Δέσιμο της “σκότας”(βλέπε λέξη): Ο δεσμός αυτός έχει την ονομασία “ποδόδεσμος”, μιας και χρησιμεύει για να δένουμε το”ποδάρι” του πανιού (βλέπε λέξη). Θα τον βρούμε και ως “τρατόκομπο” (είναι δημοφιλής μεταξύ ψαράδων) ή “σημαιόδεσμο” και τέλος γενικά, ως “τσακιστή” (βλέπε λέξεις). Είναι ,επίσης, χρήσιμος για την σύνδεση δύο σχοινιών , κατά προτίμηση περίπου ομοίων, ειδικά ο διπλός ποδόδεσμος.
***Δέσιμο του σολόγγου (το): Ο “υπερόδεσμος” (βλέπε λέξη),δηλαδή το δέσιμο που κάνουν οι ναυτικοί για να στερεώσουν τις “υπέρες” (κοινώς “μαντάρια). Ο “υπερόδεσμος είναι μια παραλλαγή του “κρικόδεσμου” (βλέπε λέξη).
***Δέσιμο του στρόφου (το): Βλέπε λέξη “στρόφος”. Ο “στρόφος” δεν είναι άλλος, από μια κλειστή αρτάνη (σαμπάνιο)(βλέπε λέξη). Στον Ναύσταθμο, τον χρησιμοποιούν οι εργάτες των αγκυροβολίων ,για να φρενάρουν τα συρματόσχοινα (ειδικά ο “στρόφος” αυτός, είναι από αλυσίδα).
***Δεσίματα του πανιού(τα): Βλέπε λέξη “αναδέτες”.
***Δεσμός (ο): Η σύνδεση δύο ή περισσότερων σχοινιών.
***Δεσμοί (οι): Κοινώς “τρίγκες”. Τμήματα σχοινιού, που χρησιμοποιούνται για να στερεώσουμε/ασφαλίσουμε την βάρκα, όταν αυτή τοποθετηθεί στα “εσχάρια” (τα “σκαριά”),που υπάρχουν μόνιμα στο κατάστρωμα του πλοίου.
***Δεσπέτζα (η): Επίσημα “διανομείο” (βλέπε παρακάτω λέξη). Διαμέρισμα του πλοίου, που έχει τα αμέσου χρήσεως τρόφιμα, σκευή και συνηθίζεται να γίνονται και διανομές απ αυτό.
***Δεσποτάκι (το): Ονομασία ξύλου που είναι σκληρό και βαρύ. Χρησιμοποιείται βασικά για κουπιά, αλλά και για τμήματα του ξύλινου σκελετού.
***Δέστρα (η): Κοινή και επίσημη ονομασία ιδιόμορφων κυλινδρικών στηριγμάτων, για την πρόσδεση των πλοίων, κατά την όρμισή τους σε λιμενικές κατασκευές. Άλλη μία ονομασία της “δέστρας”, που θα έλεγα ότι επικρατεί, είναι “μπίντα”. Θα έλεγα όμως ότι, τις “δέστρες” στη στεριά τις λέμε και “κίονες” τις δε “δέστρες” πάνω στο πλοίο και “μπαμπάδες” ,εκτός φυσικά από “μπίντες” που τις λέμε και στο πλοίο και στη στεριά..
***Δετηρία (η): Κοινώς “ληγαδούρα”. Απαντάται και γραφή με “ι” . Λεπτό σχοινί που χρησιμεύει για το δρομόμετρο (“σάγουλα”), για τα σειράδια (“τσαμαντάλια”), για τα βολιδόσχοινα (“σκαντάλια”) κλπ. “Ληγαδούρα” ονομάζεται και το εξάρτημα της στολής του ναύτη, δηλαδή το λευκό λεπτό σχοινάκι, που φέρεται γύρω απ το λαιμό του. Μαθαίναμε ότι, είναι κατάλειπο της εποχής του άγγλου ναυάρχου Νέλσωνα, που το έφεραν οι άγγλοι ναύτες, για να τους θυμίζει την κρεμάλα, στην περίπτωση απείθειας, επειδή είναι ομοίωμα βρόγχου/θηλειάς.Για τις διάφορες ονομασίες ,βλέπε αντίστοιχες λέξεις.
***Δεύτερη καρένα (η): Κοινώς “ακράπι” (βλέπε λέξη).
***Δευτερόπλωρα: Η “μάσκα” (βλέπε λέξη) του πλοίου. Συνηθίζεται η λέξη “μάσκα”.
***Δευτερόπρυμα: Ο “γλουτός” (βλέπε λέξη) του σκάφους.
***Δεύτερος αξιωματικός καταστώματος (ο): Στο εμπορικό ναυτικό είναι ο “ναυτίλος” (βλέπε λέξη) του πλοίου.
***Δεύτερος Μηχανικός (ο): Στο Ναυτικό γενικά είναι ο αμέσως μετά τον Α΄ Μηχανικό,αξιωματικός του πλοίου.
***Δηκτή (η): Κοινώς “τσακιστή”. Η γνωστή θηλειά που κάνουμε, για να στερεώσουμε ένα σχοινί σε κάποιο αντικείμενο ή και για ανύψωση ελαφρών βαρών. Όσο διαρκεί η τάση, είναι πολύ σταθερή. Την λέμε και “συρτοθηλειά” (βλέπε λέξη).
***Διαβάθρα (η): Η κοινώς “σκάλα” ή “πασαδούρος” ή “μαδέρι” που λέμε (κατασκεύασμα με ή χωρίς στυλίσκους και χειραγωγούς) , που τοποθετείται στο πλευρισμένο πλοίο, για να μπαινοβγαίνει το προσωπικό/επιβάτες. Όμως “διαβάθρα” κοινώς “πασσαδούρος” ήταν και ένα κατασκεύασμα σχοινένιο, κάτω από τις οριζόντιες κεραίες με τα πανιά, για να πατάνε οι ναύτες, προκειμένου να εκτελέσουν διάφορους χειρισμούς. Τέτοιες “διαβάθρες” έχουν και τα “δοράτια”(“μπαστούνια”) των προβόλων. (βλέπε λέξεις).
***Διαβάλλω σχοινί: Περνώ την άκρη του σχοινιού π.χ. από την τρύπα του κρίκου.
***Διάβαση μεσημβρινή αστέρα(η): Εμείς βλέπουμε, να γυρίζει ο ουρανός και επομένως ένα αστέρι θα περάσει από πάνω μας (ζενίθ του τόπου) μια φορά και ονομάζεται “άνω μεσημβρινή διάβαση” και άλλη μια φορά από κάτω μας (ναδήρ του τόπου-180°) που ονομάζεται “κάτω μεσημβρινή διάβαση”. Δηλαδή πραγματοποιούνται δύο “μεσημβρινές διαβάσεις”, ενός αστέρα, το 24ωρο.
***Διαβατήριο (το): Κοινώς “πασσαπόρτο”΄.Έγγραφο που βεβαιώνει την ταυτότητά μας και χορηγείται για να μεταβούμε σε άλλη χώρα ,κατά περίπτωση.
***Διαβήτης (ο): Βλέπε λέξη “κομπάσσο”.
***Διάβρωση (η): Το σύνολο των δράσεων, που αποσκοπούν στην καταστροφή της επιφάνειας ενός πράγματος και την τελική αχρηστία του. Το θαλασσινό περιβάλλον προσφέρεται για την δημιουργία/εξάπλωση της διάβρωσης στο σκάφος και την αρματωσιά του.
***Διαγράμματα (τα): Τα ΄”σχέδια”, η παράσταση του σκάφους στο χαρτί.
***Διαγωγή σκάφους (η): Η αριθμητική διαφορά που έχει το βύθισμα της πλώρης με το βύθισμα της πρύμης. Την χαρακτηρίζουμε “πλωριά” (“έμπρωρο”), όταν το βύθισμα της πλώρης είναι μεγαλύτερο και “πρυμνιά” (“έμπρυμνο”) ,το αντίστροφο. Όταν η διαφορά αυτή των βυθισμάτων πλώρης-πρύμνης είναι μηδέν (0) και το πλοίο πλέει με ομοιόμορφο βύθισμα, τότε το αποκαλούμε “ισοβύθιστο”. Βλέπε λέξεις. ***Διαγωγή πλοίων υπό περιορισμένη ορατότητα (η): Ο Κανόνας 19 του ΔΚΑΣ (Διεθνής Κανονισμός προς Αποφυγή Συγκρούσεως) αναφέρεται στις ενέργειες,που πρέπει να κάνει το πλοίο, στην κατάσταση αυτή.
***Διαγώνια αρμολογία (η): Κοινώς το “διαγώνιο πέτσωμα” (βλέπε έκφραση).Δηλαδή οι επιγκενίδες (“μαδέρια”) του περιβλήματος (“πέτσωμα”) της βάρκας,είναι τοποθετημένες υπό γωνία 45° προς την τρόπιδα (“καρένα”). Βλέπε λέξεις. ***Διαγώνιος επίδεσμος (ο): “Δεσμός” (βλέπε λέξη) που χρησιμοποιούμε για να στερώσουμε δυο δοκάρια σε σταθερή γωνία.
***Διάδεσμος (ο): Κοινώς “κρούζα”.Το δέσιμο που ασφαλίζει τον “επίδεσμο” (βλέπε λέξη).
***Διαδέτης (ο): Κοινώς “σάγουλα” ή “κάβοι για μποτσάρισμα”. Κομμάτια σχοινιού που τα χρησιμοποιούμε ειδικά για στερέωση αντικειμένων στο σκάφος.
***Διάδετος κρίκος (ο): Ο τύπος αυτός του κρίκου φέρει “διάπηγμα” (βλέπε λέξη παρακάτω) και τον χρησιμοποιούμε στις καδένες των αγκυρών. Τον αποκαλούμε “Θήτα” και τον συμβολίζουμε με το κεφαλαίο γράμμα “Θ”. Οι αλυσίδες με “διάδετους κρίκους” αποκαλούνται και “ναυτικές καδένες”.
***Διαδοκίδες (οι): Κοινώς “μπικεριές”. Τα δοκάρια που τοποθετούνται κατά το διάμηκες του σκάφους, προκειμένου να κρατούν τις μεταξύ του αποστάσεις τα “ζυγά” (“καμάρια”) ,που έχουν τοποθετηθεί κατά το εγκάρσιο του σκάφους και όλα μαζύ στηρίζουν το κατάστρωμα. (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Διαδρομή (η): Κοινώς “μπορτάδα”. Το να διανύσουμε ορισμένο διάστημα,όπως λέμε “εκάμαμε την διαδρομή με τα πόδια” και συνεκδοχικά “η διαδρομή με την βάρκα ήταν ωραία” ή κατ΄επέκταση “η διαδρομή είναι μια ώρα”, ή “η διαδρομή της τορπίλλης” κ.α. Επίσης πρέπει να πούμε ότι, στις μηχανές η λέξη “διαδρομή” κυριολεκτείται, επί της απόστασης την οποίαν διανύει π.χ. το έμβολο στην παλινδρομική κίνηση.
***Διάδρομος (ο): Κοινώς “άλεγουεϊ/αλουές”. Η διάβαση, το πέρασμα, η στενή δίοδος για τους επιβάτες του πλοίου και για το πλήρωμα.
***Διάδρομος διαφυγής (ο): Κοινώς “γλίστρα”. Χρησιμοποιείται στα επιβατηγά πλοία με ψηλά “έξαλα” (βλέπε λέξη), για απομάκρυνση επιβαινόντων σε περίπτωση κινδύνου. ***Διαδρομώ: Αρμενίζω με βόλτες. Κόβω βόλτες.
***Διάζωμα (το): Η λουρίδα που τοποθετείται γύρω-γύρω, σαν ζώνη. “Διάζωμα” λεγόταν, στα παλιά σκάφη ,η χρωματισμένη λουρίδα των πυροβόλων του πλοίου.
***Διαθεσιμότητα (η): Η κατάσταση του εν ενεργεία βαθμοφόρου του στρατεύματος και διακρίνεται σε αυτεπάγγελτο, σε “αιτήσει” του ενδιαφερομένου, σε ιατρικούς λόγους και σε πολεμική διαθεσιμότητα.
***Διάθλαση (η): Το φαινόμενο που οι ακτίνες (φωτεινές/ηχητικές/ηλεκτρομαγνητικές) όταν περνάνε από κάποιο σώμα ,που δεν εμποδίζει το πέρασμά τους, να εκτρέπονται απ την διεύθυνσή τους.
***Διάθλαση ατμοσφαιρική (η): Είναι η εκτροπή της ακτίνας, επειδή εισέρχεται από πυκνότερο σε αραιότερο ατμοσφαιρικό σώμα (έτσι βλέπουμε τον ήλιο ακόμα,ενώ αυτός έχει ήδη δύσει προ ολίγου).
***Διάθλαση γήϊνη (η): Είναι η γωνία, που σχηματίζεται από τις ευθείες της “πραγματικής και της φαινόμενης κατεύθυνσης” του ορίζοντα ενός παρατηρητή και την βρίσκουμε σε Ναυτικούς Πίνακες.
***Διάθλαση αστρονομική (η): Είναι η γωνία, που σχηματίζεται,από τις ευθείες της “φαινόμενης και της πραγματικής κατεύθυνσης” του αστέρα και που κι αυτή την βρίσκουμε σε Ναυτικούς Πίνακες.
***Διαιρέσεις (οι): Ο ορισμός της θέσης μετά των καθηκόντων κάθε ατόμου που επιβαίνει στο πλοίο.
***Διακεκαυμένη ζώνη (η): Η ζώνη της γης από 23° 27΄ Ν (νότιο πλάτος) μέχρι 23° 27΄ Β (βόρειο πλάτος) (μεταξύ των τροπικών του Καρκίνου και του Αιγόκερω).
***Διακεκομμένη ακτή (η): Λέγεται η ακτή που έχει διακάμψεις,δηλαδή έχει συνεχώς καμπές και η στεριά μπαινοβγαίνει στη θάλασσα.
***Διάκι (το): Βλέπε “δοιάκι”.
***Διακομιστικά λιμάνια (τα): Λέγονται έτσι εκείνα τα λιμάνια, στα οποία καταπλέουν τα πλοία για εκφόρτωση/φόρτωση αγαθών για το εξωτερικό.
***Διακόπτης (ο): Διάβασα ότι τον λένε και “βάρδουλα” στο Εμπ. Ναυτικό. Εγώ τον γνωρίζω σαν “βάνα” (βλέπε λέξη) και είναι ένας μηχανισμός ρύθμισης της ροής των υγρών, μια “στρόφιγγα” (βλέπε λέξη).
***Διακριτικό κλήσεως (το): Κάθε σταθμός επικοινωνίας έχει μια ομάδα γραμμάτων και αριθμών, που τον χαρακτηρίζει.
***Διακριτικός αριθμός εξαρτισμού (ο): Βλέπε παραπάνω “δείκτης εξαρτισμού”.
**Διάλειμμα σελήνης-πλήμης/ σεληνοπαλιρροιακό διάλειμμα (το): Όταν έχουμε σε μια ευθεία γη-σελήνη-ήλιο ( στη νέα σελήνη και στην πανσέληνο), που ονομάζουμε “συζυγία”(βλέπε λέξη), επειδή η έλξη αυτών των σωμάτων αλληλοενισχύεται, τότε έχουμε την μεγαλύτερη πλημμυρίδα των νερών. Μετά και μέχρι τους “τετραγωνισμούς”(βλέπε λέξη)(άξονας γη-σελήνη κάθετος στον άξονα γη-ήλιος), η έλξη από την αλληλοενίσχυση αυτή, ελαττώνεται και η στάθμη των νερών της πλημμυρίδας χαμηλώνει. Η ενέργεια αυτή του ήλιου, που “αναγκάζει” την πλημμυρίδα να απομακρυνθεί από την στάθμη της ,ως και άν ήταν μόνο η έλξη της σελήνης, λέγεται ¨διάλειμμα σελήνης-πλήμης ή σελινοπαλιρροιακό διάλειμμα”.
***Διαλείπων φανός (το): Χαρακτηρίζουμε ένα φανάρι ότι, έχει ακτινοβολία “διαλείπουσα”, όταν η συνολική διάρκεια ακτινοβολίας του ,είναι μεγαλύτερη της συνολικής διάρκειας σκότους αυτού του φαναριού.
***Διάλυση πλοίο (η): Το σπάσιμο σε κομμάτια του πλοίου. Ο “ενταφιασμός” του.
***Διάλυση της ομίχλης (η): Η ομίχλη διαλύεται, όταν πάψει να υπάρχει ένα από τα αίτια του σχηματισμού της, δηλαδή να ελαττωθεί η υγρασία του αέρα ή η θέρμανση της ψυχρής επιφάνειας που ήταν πριν ή σοβαρή μεταβολή στην ένταση του ανέμου (εξασθένηση/ενίσχυση).
***Διαλύω κόμβο: Μολάρω ένα κόμπο.
***Διαμέρισμα πλοίου (το): Ένα μέρος από ένα σύνολο ,όπως είναι το πλοίο και έχουμε π.χ. το διαμέρισμα πηδαλιουχίας στη γέφυρα, το διαμέρισμα των ηλεκτρομηχανών κ.α.
***Διαμέτρημα (το): Έτσι λέμε την διάμετρο του σωλήνα του πυροβόλου και την μετράμε σε “ίντσες” (“δακτύλους”-βλέπε και λέξη- 2,54 χιλιοστά κάθε δάκτυλος) ή σε χιλιοστά του μέτρου. Την ίδια ονομασία δίνουμε και στο πυροβόλο και λέμε αυτό το κανόνι είναι π.χ. των 5 ιντσών ή των των 155 χιλιοστών. Επίσης την λέξη “διαμέτρημα”,αλλά στον πληθυντικό, δηλαδή “διαμετρήματα”, χρησιμοποιούμε για το μήκος του σωλήνα του πυροβόλου (π.χ. το πυροβόλο είναι 50 διαμετρημάτων).
***Διάμετρος σχοινίου (η): Την εκφράζουμε σε χιλιοστά του μέτρου π.χ. 18 χιλιοστά του μέτρου ή σε “ίντσες” (δακτύλους-βλέπε λέξη) π.χ. 1 ίντσα και 1/8 της ίντσας.
***Διάμετρος συρματόσχοινου (η): Εκφράζεται σε χιλιοστά ή ίντσες στο εμπόριο , όπως και του σχοινιού που γράφουμε από πάνω. Στα πλοία το μνημονεύουμε μόνο με την διάμετρο κι αυτήν σε ίντσες μόνο.
***Διάμετρος τελική (η): Σε ένα πλήρη κύκλο στροφής του πλοίου (360°) είναι η διάμετρος του κυκλικού τμήματος της στροφής ,ως προς τον βυθό.
***Διάμηκες επίπεδο συμμετρίας: Η τομή του πλοίου, από την πλώρη μέχρι την πρύμη, με ένα κάθετο (νοητό) επίπεδο, που διαιρεί το πλοίο σε δύο συμμετρικά, όμοια, ίσα μέρη. Στο “δεξιό” και στο “αριστερό”.
***Διάμηκες επίπεδο (το): Είναι κάθε επίπεδο παράλληλο στο διάμηκες επίπεδο συμμετρίας του πλοίου.
***Διαμήκης ευστάθεια πλοίου (η): Είναι , κατ΄αντιστοιχία της “εγκάρσιας ευστάθειας” (βλέπε έκφραση), οι μεταβολές των κλίσεων, που γίνονται κατά το διάμηκες του πλοίου. Ουσιαστικά εκφράζεται η “διαγωγή του πλοίου” (βλέπε έκφραση παραπάνω).
***Διαμήκης κάμψη (η): Κατά την διάρκεια της φόρτωσης/εκφόρτωσης, μπορεί το πλοίο να υποστεί “διαμήκη κάμψη”, δηλαδή μια “κύρτωση”(hogging) , όπου τα βυθίσματα πλώρης-πρύμης είναι μεγαλύτερα από το βύθισμα στη μέση του πλοίου ή “καμπύλωση” (sagging), όπου το βύθισμα στη μέση του πλοίου, είναι μεγαλύτερο από τα βυθίσματα πλώρης-πρύμης (βλέπε λέξεις).([www.pi-schools.gr](https://l.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Fwww.pi-schools.gr%2F%3Ffbclid%3DIwZXh0bgNhZW0CMTAAYnJpZBEwSFV6UlAxR3g3RnNWYlIxSgEelYuYFsjjnZTYNwXBkOLgxnUqvaxjdums8n6bBmsIFY8SX8juhm2lVMny_0k_aem_y9_85PfMOP6RAl9TGLjxVQ&h=AT1hJC-zRCPFbJbf0-1d4HHBlO6QwnUn2XxKEHPsE1HZI2DvScof_NmGCtOmdGz6B_-3E6o562kHT0E33Q59izrcPBB6BE7_jFqjxHRipG9zqHs1S0IFnrf5xwpyVbYLPPvEBU_5_ShDWfYI4J9bbowdoOaaSpsb&__tn__=-UK-R&c[0]=AT0V3Kz4FlDVzZAxL60TY8S-6ucYQAujYwySwpRMt5s_KAMSuY0x-gOTNn5Pb0WJQX2sejLImwnCh0Xlzph9Se5n5NoY01A1pbBFJpXMH8RacmGhZMcQ36sCqUNByA))
***Διανάκτης (ο): Κοινός “καλαφάτης”, βλέπε παρακάτω “διάναξη”. Στο Ναυτικό δίνουμε τον τίτλο του “διανάκτη”, στο άτομο που διαχειρίζεται τα πάσης φύσεως υγρά στοιχεία στο πλοίο (μεταγγίσεις/αντλήσεις/παραλαβές).
***Διάναξη (η): Κοινώς “καλαφάτισμα”. Εργασία που γίνεται στα καταστρώματα και στα πλευρά κάθε ξύλινου σκάφους, για να επιτύχουμε απόλυτη στεγανότητα. Δηλαδή, μεταξύ των αρμών των μαδεριών (“επιγκενίδων” – βλέπε λέξη), βάζουμε στουπί (βλέπε λέξη) και με τα κατάλληλα εργαλεία (του ¨”καλαφατικού” και της “ματσόλας”- βλέπε λέξεις) το συμπιέζουμε και μετά, το περιχύνουμε με ζεστό “κατράμι” (“κεδρία”-βλέπε λέξεις).
***Διανομέας (ο): Το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο/κάνει την διανομή τροφής/υλικών/κλπ.
***Διανομείο (το): Η ονομασία αυτή δίνεται στα διάφορα μέρη του πλοίου, όπου γίνεται διανομή είτε τροφίμων, είτε υλικού , είτε πυρομαχικών, που τα λέμε με ιδιαίτερες ονομασίες όπως δεσπέτζα (βλέπε λέξη), σκευοθήκη κλπ.
***Διάπηγμα (το): Κοινώς “τρέσσα”.Το στήριγμα των απέναντι πλευρών, όπως στον “διάδετο κρίκο” (βλέπε λέξη),δηλαδή τον “Θ”.
***Διαπλέω: Διασχίζω μια θαλάσσια περιοχή, όπως “διαπλεώ το Αιγαίο Πέλαγος”.
***Διάπλους (ο): Ο πλούς μέσω δύο στεριών, π.χ. ο διάπλους του στενού του Τσικνιά, που σχηματίζεται από τα νησιά Τήνο και Μύκονο. Δεν λέμε π,χ. ο πλους στο ποτάμι, αλλά ο “διάπλους” του ποταμού. Όμως λέμε και ο “διάπλους” του Ατλαντικού, που είναι η “περαντζάδα” (βλέπε λέξη) από την Ευρώπη, λόγου χάριν, στην Αμερική. Επίσης λέμε και ο “διάπλους” του Ισημερινού, όταν διασταυρώνουμε τον Ισημερινό. Συμπερασματικά θα έλεγα ότι, χρησιμοποιούμε τις λέξεις “διάπλους” και “διαπλέω”, όταν ο πλούς είναι: α).- δια μέσου στενού, β).-από την μια πλευρά στην άλλη, μιας συγκεκριμένης θαλάσσιας περιοχής (π.χ. ο διάπλους του Αιγαίου) και γ).- η διασταύρωση (το πέρασμα) κάποιας νοητής και καθορισμένης γραμμής (όπως ο Ισημερινός ή η γραμμή οποιασδήποτε απαγόρευσης κλπ).
***Διαπόρθμευση (η): Η διαπεραίωση μέσω ενός πορθμού. Η μετάβαση από μια ακτή/όχθη στην άλλη με πλωτό μέσον.
***Διάρισμα (το): Βλέπε έκφραση “Ιχνογραφία του πλοίου”.
***Δίαρμα (το): Χαρακτηρίζουμε “δίαρμα” την απόσταση που διανύουμε, ως προς τον βυθό, στην κάθε πορεία που παίρνουμε με το σκάφος μας και την συμβολίζουμε με το μικρό γράμμα “κ” της ελληνικής αλφαβήτου. Το μετράμε σε ναυτικά μίλια (1852 μ.). Στην πράξη μεταχειριζόμαστε τον γενικώτερο όρο “απόσταση” (βλέπε λέξη). Το “δίαρμα” βρήκα ότι, αποκαλείται κοινώς “κούρσα”, όπως και “μπορντάδα” ή και τα “μίλια”.
***Διαρρέω: Κάνω νερά, καλάρω νερά.
***Διαρροή (η): Κοινώς “καλάρισμα των νερών” . Η εισροή υδάτων στο πλοίο για κάποια αιτία. Συνήθως είναι ακίνδυνη και προλαμβάνεται με τις αντλίες του πλοίου, πλην της περίπτωσης που οι αντλίες δεν “προφθάνουν” τα νερά.
***Διάσημα (τα): Είναι τα, επί της στρατιωτικής στολής, διακριτικά σήματα του τίτλου και των τιμητικών διακρίσεων που έχει τύχει ο κάτοχος. Όμως η λέξη “διάσημα” χρησιμοποιείται και στον πολιτικό βίο (ως π.χ, ο τάδε έφερε τα διάσημα του μέλους της Ακαδημίας Αθηνών).
***Διασκευή (η): Κοινώς “συγύρισμα”. Η διευθέτηση του υποφράγματος ,των χώρων των πυροβόλων της τραπεζαρίας και γενικά των διαμερισμάτων των πλοίων.
***Διαστημόμετρο (το): Οπτικό όργανο, που χρησιμοποιούμε για την μέτρηση μικρής απόστασης από ένα αντικείμενο και εφόσον γνωρίζουμε το ύψος του αντικειμένου.
***Διάσωση (η): Η ενέργεια, αλλά και το αποτέλεσμα του ρήματος “διασώζω”.
***Διαταγή (η): Η παραγγελία, η εντολή, το παράγγελμα του έχοντος το δικαίωμα.
***Διατείνουσα (η): Κοινώς “τσιβάδα”. Η κεραία που λειτουργεί σαν εντατήρας των “επιτόνων” του “δορατίου”(“μπαστουνιού”) και της “επιδορατίδας”(κόντρα-μπαστουνιού”), (βλέπε λέξεις).
***Διατείνω: Κοινώς “ξεθυμαίνω” (βλέπε λέξη). Είναι μια εργασία που κάνουμε, όταν είναι καινούργιο το σχοινί. Το τεντώνουμε/έλκουμε με την βοήθεια του “εργάτη/βαρούλκου” (βλέπε λέξεις), σε τρόπο ώστε να επιμηκυνθεί κατά το όριο που επιτρέπουν οι προδιαγραφές του σχοινιού και να έχει πλέον μόνιμο μήκος.
***Διατοιχισμός (ο): Κοινώς “μπότζι”, “παρακύλισμα”. Η ταλάντευση του σκάφους δεξιά-αριστερά, λόγω του κυματισμού της θάλασσας. Το εύρος της διατοίχισης μετράται με το κλισιόμετρο. Ο τρόπος του διατοιχισμού μπορεί να χαρακτηριστεί “σκληρός”,όταν είναι γρήγορος και βίαιος και ΄”ομαλός” , όταν είναι βραδύς και απαλός.
***Διάττοντες αστέρες (οι): Ειδικά το καλοκαίρι το βράδυ, με ασέληνο και καθαρό ουρανό και μακριά από φώτα, βλέπουμε κάποιο αστέρι να ξεκολλάει απ τον ουρανό και να πέφτει προς την γη. Αυτά τα αστέρια λέγονται ,από τα αρχαία χρόνια “διάττοντες”. Ο λαός μας τα λέει “πεφταστέρια” και τα συνδέει με τις ψυχές των ανθρώπων που πεθαίνουν, λέγοντας “Κάποια ανθρώπινη ψυχή έφυγε”.***Δίαυλος (ο): Κοινώς “μπογάζι” , το “άνοιγμα” ή η “διάβαση” ή η “δίοδος”. Ένα στενό κομμάτι θάλασσας ανάμεσα σε στεριές, πλεύσιμο, που συνδέει δύο μεγαλύτερα κομμάτια θάλασσας. Επίσης μια στενή θαλάσσια λουρίδα, που την ορίζουμε για κάποιο σκοπό, όπως ο “δίαυλος κυκλοφορίας” σε ένα ποντισμένο ναρκοπέδιο. Ο ΔΚΑΣ (Διεθνής Κανονισμός προς Αποφυγή Συγκρούσεως) αφιερώνει το Άρθρο 9 στους “Στενούς Διαύλους” κι έχω την εμπειρία της έλλειψης αποκρίσεως “του μακρού συριγμού (ΔΚΑΣ κανόνας 34)” από αποκρυπτόμενο πλοίο, στο στενό της Κυνοσούρας. Ο “δίαυλος” όπως τον συνάντησα, είναι σε εύρος στενότερος από το “στενό” ,αλλά και από τον “διέκπλου” (“κανάλι”), (βλέπε λέξεις).
***Διαφάνεια θάλασσας (η): Η διαφάνεια του θαλασσινού νερού εξαρτάται από τις ύλες που περιέχει (πλαγκτό,ανόργανες και ενόργανες ουσίες κλπ) και από το βάθος. Η διαφάνεια είναι μηδενική στις εκβολές των ποταμών,όπου στα νερά περιέχεται και ιλύς καθώς και στα θολά νερά σε κάποια παράλια. Στη Μεσόγειο η διαφάνεια φθάνει τα 23 μέτρα. Διάβασα ότι, πειράματα έδειξαν ακτίνες φωτός στις 450 οργιές βάθος (830 μ.) και οι αρχαίοι πρόγονοί μας , χωρίς να έχουν τα τωρινά μέσα παρατήρησης, είχαν μαντέψει την ύπαρξη φωτός μέχρι τις 300 οργιές βάθος (550 μ.).
***Διαφάνεια ατμοσφαιρική (η): Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η “ατμοσφαιρική διαφάνεια”, γιατί παίζει ρόλο στην φωτοβολία (βλέπε λέξη) των φάρων. Εδώ έχουμε τρείς διαβαθμίσεις. Την “διαφάνεια αιθρίας” που αποτυπώνεται στα στοιχεία του φάρου στους χάρτες (μεγίστη απόσταση), την “μέση διαφάνεια” και την “ομιχλώδη διαφάνεια”. Οι κατηγορίες αυτές προσδιορίστηκαν με βάσει τους “συντελεστές διαφάνειας”. Θα πρέπει όμως να πούμε ότι η πραγματικότητα ,καμιά φορά,διαψεύδει τους υπολογισμούς κι έτσι έχουμε π.χ. τον φάρο της νησίδας “Φαλκονέρα” να γράφει στο χάρτη ότι έχει μεγίστη φωτοβολία 17 ν.μίλια και να έχει παρατηρηθεί από τα 42 ν.μίλια.
***Διαφορικό σύσπαστο (το): Ανήκει στην ομάδα των “μηχανικών συσπάστων/μηχανικά παλάγκα” (βλέπε έκφραση), που έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα να ανυψώνουν με το χέρι ,εύκολα τα βάρη.
***Διάφραγμα (το): Κοινώς “μπουλμές”. Η “φρακτή”, το “διαχωριστικό” των διαμερισμάτων και όχι μόνον, στο πλοίο.(βλέπε λέξεις).
***Διάχυτο φως (το): Αν δεν είχαμε ατμόσφαιρα ο ήλιος θάταν εκτυφλωτικός. Με την ατμόσφαιρα γίνεται “διάχυση του φωτός” στα ανώτερα στρώματά της, δηλαδή οι ακτίνες του “γαλανού” χρώματος, από το ηλιακό φάσμα, διαχέονται με μεγαλύτερη ευκολία στα στρώματα αυτά κι έτσι δημιουργείται η εντύπωση του γαλανού ουρανού. Επίσης, το πορτοκαλλόχρουν του ουρανού κατά την ανατολή/δύση του ήλιου, οφείλεται στο γεγονός ότι οι αντίστοιχες ακτίνες του ηλιακού φάσματος, διαπερνούν ευκολότερα τα παχιά στρώματα της ατμόσφαιρας, που είναι περί τον ορίζοντα.
***Διαχωριστικό (το): Η κάθετη επιφάνεια των διαμερισμάτων του πλοίου.
***Διβάρι (το): Βλέπε λέξη “βιβάρι”.
***Διγόφι (το): Είναι ένα εργαλείο που ξεκολλούν τα όστρακα από το βυθό.
***Δίδυμα πυροβόλα (τα): Έτσι λέγονται δύο πυροβόλα, που είναι του ίδιου τύπου και διαμετρήματος και κινούνται μαζύ (στροφή και ύψωση). Συνεκδοχικά και ο πύργος των πυροβόλων λέγεται “Δίδυμος”.
***Διεθνείς Κανόνες προς Αποφυγήν Συγκρούσεως (οι): Η γνωστή σύντμηση “ΔΚΑΣ”. Οι “κανόνες” που ρυθμίζουν τα θέματα κυκλοφορίας στο υγρό στοιχείο.
***Διεθνές διακριτικό σήμα (Δ.Δ.Σ.) (το): Δίνεται σε πλοία ,πάνω από 30 κόρους καθαρής χωρητικότητας (κ.κ.χ.).(βλέπε παρακάτω “Διεθνής Σύμβαση καταμέτρησης της χωρητικότητας των πλοίων) και αποτελείται από συνδυασμό τεσσάρων γραμμάτων του λατινικού αλφαβήτου. Αρμόδιος φορέας διαχείρισης είναι η Επιθεώρηση Εμπορικών Πλοίων (ΕΕΠ) του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας (ΥΕΝ).
***Διεθνές εμπόριο (το): Το “παγκόσμιο εμπόριο”, δηλαδή το σύνολο του εξωτερικού εμπορίου των χωρών όλης της γης.
***Διεθνής Κώδικας Σημάτων (ΔΚΣ) (ο): Παρέχει τους τρόπους και τα μέσα για επικοινωνία. Το πρώτον σχεδιάστηκε και ιδρύθηκε το 1855 στην Αγγλία.
***Διεθνής Σύμβαση καταμέτρησης της χωρητικότητας των πλοίων: Καθορίζει την χωρητικότητα του πλοίου σε “ολική” και “καθαρή” (μετράται σε κόρους. 1 κόρος=100 f3=2,83m3). Σε γενικότητες, η “ολική” είναι το άθροισμα του όγκου όλων των καταμετρούμενων χώρων, γιατί υπάρχουν και χώροι, που εξαιρούνται όπως το διαμέρισμα πηδαλιουχίας κ.α. και σε “καθαρή”, που είναι το άθροισμα του όγκου των καταμετρούμενων χώρων με εξαίρεση των χώρων διαβίωσης, λειτουργίας του πλοίου, ως διαμέρισματα μηχανών/γυροπυξίδας/χαρτών/αποθήκες ναυκλήρου κ.α. .Σημειώνεται ότι ,άλλο “εκτόπισμα”,που εκφράζεται σε τόνους και άλλο χωρητικότητα που εκφράζεται σε κόρους.
***Διεθνής χρόνος (ο): Ο λεγόμενος και “παγκόσμιος χρόνος” (Universal Time), που τον χρησιμοποιούμε για ζητήματα που ενδιαφέρουν τον ναυτιλλόμενο. Η “ώρα” αυτή ,δεν είναι άλλη από τον “πολιτικό χρόνο G.M.T. (Greenwich Mean Time) του πρώτου μεσημβρινού”.
***Διέκπλους (ο): Κοινώς “κανάλι”.Μια λουρίδα θάλασσας, σχετικά μεγάλου πλάτους, που χωρίζει δυο μεγάλες θάλασσες ή μεγάλους κόλπους, όπως είναι ο “διέκπλους” της Μάγχης. Το ονομαστό “English Channel” , όπως αναφέρεται και στους Αγγλικούς χάρτες. Επίσης “διέκπλους” είναι και ο πλους μέσω κάποιου στενού,ανεξάρτητα από το εύρος του στενού.
***Δίερση (η): Κοινώς “περασιά” (βλέπε λέξη). Για να κάνουμε “αμμάτιση/ μάτιση” στα σκοινιά (βλέπε λέξη), πλέκουμε τα “έμβολά” τους (βλέπε λέξη). Αυτό το πέρασμα του εμβόλου, κάτω από το άλλο έμβολο,το λέμε “περασιά”.
***Διερώτηση πλοίου (η): Η κράτηση του πλοίου για λεπτομερή διερεύνηση.Το ρήμα είναι “διερωτάω” = εξετάζω με περιέργεια.
***Διεύθυνση ανέμου (η): Είναι η διεύθυνση από την οποίαν έρχεται ο άνεμος.π.χ. όταν λέμε “φυσάει βοριάς” ,εννοούμε ότι ο άνεμος “έρχεται” από τον βορρά.
***Διεύθυνση βολής (η): Το σύστημα με το οποίο επιτυγχάνουμε όπως τα πυροβόλα του πλοίου βάλλουν ,όχι ανεξάρτητα, αλλά σαν ένα ενιαίο σύνολο που καθοδηγείται.
***Διήρης (η): Αρχαίο πολεμικό πλοίο ,κινούμενο μόνο με κουπιά.
***Δίζυγα (τα): Η εγκυκλοπαίδεια γράφει ότι είναι η “κρουζέτα” ή το “κρουζέττο” των μεγάλων επιστηλίων (ο ιστός των ιστιοφόρων πλοίων αποτελούνταν από 2 και περισσότερα κομμάτια .Το πρώτο το λέγανε “στήλη” και τα επόμενα “επιστήλια”). Επί της “κρουζέτας” των μεγάλων επιστηλίων, εδράζονται οι βάσεις των μικρών επιστηλίων. Για την λέξη “κρουζέτα” βρήκα γραφή ως “η κουρζέτα”.Υπάρχουν όμως και άλλες ερμηνείες της λέξης “κρουζέτο”. Εμείς στο Π.Ναυτικό,όπως το έζησα, δίναμε διαφορετική έννοια στη λέξη “το κρουζέτο” ή “το κουρζέτο” (βλέπε λέξη) και αυτό που γράφω, είναι “καρατσεκαρισμένο” όπως θα έλεγε και η Μαλβίνα.
***Δικαίωμα νηοψίας (το): Βλέπε λέξη “νηοψία”, πάντως ,σε γενικότητες, είναι το δικαίωμα των πολεμικών πλοίων ενός κράτους, να προβαίνουν σε έλεγχο εμπορικού πλοίου προς εξακρίβωση τέλεσης απαγορευμένων ή αξιόποινων πράξεων.
***Δικάταρτο (το): Το σκάφος με δύο κατάρτια.
***Δίκροτο (το): Κοινώς “διπόντες”. Κατάφρακτο πολεμικό, που έφθασε στην τελειότητά του στα τέλη του 18ου αι. Όταν τα “δίκροτα” εφοδιάστηκαν με ατμομηχανές ,βοηθητικές της ιστιοφορίας,τότε ονομάστηκαν “ατμοδίκροτα και “αμφικίνητα δίκροτα”.
***Δίκτυα (τα): Τα κοινά “δίχτυα”. Διακρίνουμε το “πεζόβολο” και το “τετραγωνικό δίχτυ”. Το “πεζόβολο” το ρίχνουμε στη θάλασσα από υπερυψωμένο σημείο, το δε “τετράγωνο δίχτυ” από το σκάφος.
***Δίκτυα προφυλακτικά (τα): Τα κατασκευάζουμε από “δετηρία” (βλέπε λέξη παραπάνω) και οι βρόχοι (βλέπε λέξη) τους, έχουν το σχήμα του ρόμβου. Τα χρησιμοποιούμε για την ασφάλεια του προσωπικού. Τέτοια δίκτυα/δίχτυα χρησιμοποιούμε στα ιστιοφόρα με πρόβολο (βλέπε λέξη), για όταν μαϊνάρονται οι φλόκοι και για να μην διατρέχουν τον κίνδυνο να πέσουν στη θάλασσα, οι χειριστές τους.
***Δικτυωτό (το): Κοινώς “καφασωτό”. Πλέγμα δοκών ξύλινων/σιδερένιων, που χρησιμεύει σαν οροφή ανοιγμάτων ή και δάπεδο κυκλοφορίας και έχει σκοπό τον αερισμό/φωτισμό/απορροή υδάτων στους χώρους του σκάφους.
***Δίκυρτο (το): Κοινώς “δίβολο”. ονομάζεται έτσι το σκαρί, που ή εγκάρσια τομή του, έχει το σχήμα του ανάποδου κεφαλαίου γράμματος ωμέγα(“Ω”).
***Δίνες (οι): Τις λέμε και “ρουφήχτρες” (βλέπε λέξη). Σε στενά μέρη π.χ. στον Βόσπορο, όπου το ρεύμα με το αντίρρευμα δεν έχουν μεγάλα περιθώρια, τότε αυτά τρίβονται μεταξύ των και γεννάνε “δίνες”. Η φορά περιστροφής της “δίνης” είναι η φορά της πιο δυνατής ροής ,μεταξύ ρεύματος-αντιρρεύματος. Τώρα ,δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις “ροθιάδες δίνες” που συμβαίνουν κοντά στις ακτές , λόγω του απότομου βυθού ή της “κυματωγής” (βλέπε λέξη). Τέτοιες είναι και οι “ροθιάδες δίνες” της Χάρυβδης, στο στενό της Μεσσήνης- Ιταλία ( Αποδίδονται σε παλιρροιακά ρεύματα και έχουν αναφερθεί από τον Όμηρο ακόμα – υπάρχει,βέβαια, δόση ποιητικής υπερβολής- και σχηματίζονται στην περιοχή της βραχονησίδας Σκύλλας, στη βόρεια είσοδο του “πορθμού” της Μεσσήνης.
***Δίνη (η): Η κυκλοτερή ή σπειροειδής κίνηση του ανέμου (βλέπε λέξη “ανεμοστρόβιλος”) αλλά και του ύδατος (βλέπε λέξη “υδροστρόβιλος” κοινώς “ρούφουλας” ή “στρόφιλας”).
***Δίοδος (η): Κοινώς “σοκάκι” (βλέπε λέξη). Κάθε στενό πέρασμα στο πλοίο.π.χ.το υπάρχον στενό πέρασμα, για να πας στο “γραφείο μηχανής ή στα υποφράγματα κ.α.
***Διολκός (η): Η στενή οδός, που κατασκευάστηκε στην αρχαία εποχή, στην περιοχή του Ισθμού της Κορίνθου και δια της οποίας μετέφεραν, συρόμενα, τα πλοία τους οι αρχαίοι προγονοί μας, από τον Σαρωνικό στον Κορινθιακό και αντίστροφα.
***Δίοπος (ο): Ο κατώτατος βαθμός του βαθμοφόρου στο Πολεμικό Ναυτικό. Το διακριτικό είναι δύο κόκκινα μεταξωτά
σιρίτια, σε σχήμα ορθής γωνίας με την κορυφή ,της ορθής γωνίας, προς τα πάνω. Το “δίοπος” προέρχεται από το ρήμα “διοράω” που σημαίνει “δια μέσου βλέπω καθαρά, διακρίνω”(λεξικό Ζαλούχου) και που σήμαινε τον “οπτήρα”.
***Διόπτευση (η): Την λέμε και “αντιστοιχία” και “αζιμούθιο” (βλέπε λέξη). Χαρακτηρίζουμε την σχετική κατεύθυνση ,προς την οποίαν βλέπουμε ένα αντικείμενο από το πλοίο μας. Την διακρίνουμε σε “απόλυτη” και “σχετική” (βλέπε λέξεις). Την “απόλυτη ” διόπτευση την χαρακτηρίζουμε σε “αληθή” (Βλ), σε “μαγνητική” (Βμ) και σε “πυξίδος” (Βπ). Τις “σχετικές” διοπτεύσεις πρέπει να τις προσδιορίσουμε, αν είναι δεξιά ή αριστερά καθώς και αν είναι από την πλώρη ή την πρύμη. Εάν η πυξίδα με την οποίαν μετράμε την διόπτευση είναι μαγνητική, τότε θα πρέπει να την διορθώσουμε με την “παραλλαγή πυξίδας” (βλέπε έκφραση) για να την μετατρέψουμε σε αληθή (Βλ).
***Διόπτευση ασφαλείας (η): Την χρησιμοποιούμε κατά τον “παράπλουν” (βλέπε λέξη) επικίνδυνης περιοχής, για να είμαστε ασφαλείς, εφ΄όσον βέβαια υπάρχει ευδιάκριτο σημείο,που σημειώνεται στον χάρτη.
***Διόπτρα (η): Είναι το οπτικό όργανο που τοποθετούμε στην πυξίδα και αποτελείται από σύστημα φακών και που χρησιμεύει για να διοπτεύουμε αντικείμενα. Για τον σκοπό αυτόν, τα μεγεθύνουμε, για να τα βλέπουμε με ευκρίνεια, τα σκοπεύουμε και διαβάζουμε τις μοίρες που αναγράφει η διόπτρα. Στα πλοία επίσης λέμε “διόπτρα” και το οπτικό όργανο που, στην απλούστερή του μορφή, φέρει κάθετο νήμα και ακριβώς αντίθετα, εγκοπή για να βάλουμε το μάτι μας και τοποθετείται στην πυξίδα για λήψη και ανάγνωση της διόπτευσης, που παρουσιάζει η διόπτρα μέσω φακών. Υπάρχει και η “αζιμουθιακή διόπτρα”, για την οποίαν βλέπε λέξη “άζιμουθ”.
***Δίοπτρον (το): Βλέπε λέξη “κυάλια”.
***Διόσκουροι (οι): Οι Διόσκουροι (Κάστωρ και Πολυδεύκης) ήταν για τους προγόνους μας ναυτικούς, ότι είναι για μας ο Άγιος Νικόλαος, προστάτης των ναυτικών. Μάλιστα και ο πασίγνωστος φάρος της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο ήταν αφιερωμένος στον “Κάστωρα και Πολυδεύκη”.
***Διόσκουρων φως: Τις σκοτεινές και θυελλώδεις νύχτες παρουσιάζεται ένα φεγγοβόλημα, στις άκρες των ιστών και των κεραιών, που οφείλεται στην εξουδετέρωση ηλεκτρικών τάσεων. Οι αρχαίοι πρόγονοί μας το έλεγαν, στην κοινή γλώσσα, “τελώνια” και το αποκαλούσαν “Διόσκουρων φως”. Από τους Βυζαντινούς,το φεγγοβόλημα αυτό ονομαζόταν “ουρανίαι”.΄
***Διόφθαλμα (τα): Βλέπε λέξη κυάλια.
***Διπαράλληλος (ο): Χρησιμότατο ναυτιλιακό εργαλείο, που το χρησιμοποιούμε στην χάραξη/παράλληλη μεταφορά των πορειών/διοπτεύσεων/ευθειών θέσεως στο χάρτη και στην επίλυση προβλημάτων στο “αβάκιο” (βλέπε λέξη).
***Διπλαρώνω: “Πλευρίζω”, “παραβάλλω”, φέρνω το πλοίο και αράζω με την μπάντα/πλευρά στο κρηπίδωμα/προβλήτα/άλλο πλοίο. Το ρήμα “διπλαρώνω”, συνήθως το χρησιμοποιούμε , όταν φέρνουμε το σκάφος και πέφτουμε με την πλευρά, δίπλα σε άλλο σκάφος.
***Διπλέλικο σκάφος (το): Το σκάφος που έχει δύο προπέλες.
***Διπλοκάρινο (το): Το σκάφος που έχε δύο “καρίνες”
***Διπλόκωπος (η): Η βάρκα που είναι τόσο πλατιά ώστε να κάθονται δύο κωπηλάτες στον ίδιο πάγκο/”σέλμα” (βλέπε λέξεις) και να κωπηλατούν.
***Διποδικές επωτίδες (οι): Κοινώς “διποδικά καπόνια”. Τα “καπόνια”(επωτίδες) (βλέπε λέξεις), που έχουν και ένα τηλεσκοπικό σκέλος ,που τα ωθεί προς την εξωτερική πλευρά του πλοίου,προκειμένου να κατέβει,ακόλλητα, η σωσίβιος βάρκα.
***Δίπτερη έλικα (η): Η “έλικα/προπέλλα”(βλέπε λέξη) που έχει δύο πτερύγια.
***Διπύθμενα (τα): Τα στεγανά διαμερίσματα που βρίσκονται στον χώρο μεταξύ του εξωτερικού και εσωτερικού πυθμένος του σκάφους.
***Διπυρίτης (ο): Κοινώς “γαλέττα” και “τάκος” (βλέπε λέξεις). Ψωμί που έχει υποστεί δύο φορές ψήσιμο, αν και αυτός που μοιράζεται στα πλοία/στράτευμα, ψήνεται μια φορά αλλά παρατεταμένη ώρα.
***Δισβαρκάρω/ντισμπαρκάρω: Κάνω απόβαση.
***Δισβάρκο/ντισμπάρκο: Η απόβαση.
***Δίσεκτο έτος (το): Στο Γρηγοριανό ημερολόγιο θεωρούνται,ως ¨δίσεκτα έτη” οι χρονιές των οποίων ο αριθμός διαιρείται με το τέσσερα (4), ως π.χ. το 2024 και από τις χρονιές των αιώνων ( ως π.χ. 1800 ή 1900 ή 2000 κλπ) ο αριθμός που διαιρείται με το τετρακόσια (400) ως π.χ. το 2000.
***Δίστηλο (το): Κοινώς “δικάταρτο” σκάφος,δηλαδή αυτό που έχει δύο κατάρτια.
***Δίστροφο (το): Το κοινώς “τρισίλιο”. Σχοινί που γίνεται από δύο ή τρία “κλώσματα”(κοινώς “σφιλάτσο”,που είναι μόνο νήματα).
***Δίωξη (η): Όταν ο εχθρός αποχωρεί από μία σύγκρουση ,τον καταδιώκουμε με όλη μας την ταχύτητα και ακολουθεί η εναντίον του επίθεση. Για τον λόγο αυτόν, τα πλωριά πυροβόλα τα ονομάζουμε “επί δίωξη”,ενώ τα πρυμιά πυροβόλα τα ονομάζουμε “επί φυγή”, για ευνόητους λόγους.
***Διώρυγα (η): Τεχνικό κατασκεύασμα που ενώνει δύο θαλάσσια τμήματα . Είναι πλεύσιμη για σκάφη που πληρούν τις απαιτήσεις της διώρυγας,όπως π.χ. η διώρυγα της Κορίνθου.
***Διωστήρας (ο): Το “έμβολο”,το “πιστόνι” η κοινώς “μπιέλα”. Τμήμα του μηχανισμού, που μετατρέπει μιά ευθύγραμμο παλινδρομική κίνηση, σε περιστροφική όπως π.χ. είναι το έμβολο σε μια σιδηροδρομική ατμομηχανή (κινείται μπρος-πίσω) .
***Δοιάκι (το): Προέρχεται από το αρχαίο “οίαξ” και είναι ο μοχλός/ράβδος που χρησιμεύει για να στρίβει το πηδάλιο. Το “οι” το βρήκα γραμμένο και με “ι” , δηλαδή “διάκι”. Στις μεγάλες βάρκες,τις φαλαινίδες (βλέπε λέξη), τοποθετούμε στο κεφάλι του πηδαλίου, ένα είδος “δοιάκι”, που ονομάζεται “ιέραξ” και χειρίζεται με τα λεγόμενα “δοιακόσχοινα” κι αυτό γιατί, το συνηθισμένο “δοιάκι” θα ήταν πολύ μεγάλο . Ορισμένοι τον “δοιάκι” το λένε “λαγουδέρα” ,από το μακρύ ξύλο που χρησιμοποιούν οι στεριανοί για να ξετρυπώνουν τους λαγούς από τις τρύπες τους.
***Δοκάρι (το): Η μικρή δοκός (βλέπε παρακάτω λέξη).
***Δοκιμές (οι): Μετά το τέλος της ναυπήγησης γίνονται δοκιμές του πλοίου στο κρηπίδωμα και εν πλώ. Γράφοντας αυτό ,μου ήρθε στο μυαλό το γεγονός, που μου αφηγήθηκαν ότι, οι Βατικιώτικοι ταρσανάδες, όταν έφτιαναν σκάφος, το έστελναν στον “Τσικνιά” (στενό Τήνου-Μυκόνου, γνωστό στους Αιγαιοπελαγίτες και όχι μόνον, για την δύναμη της θάλασσας) με κακό καιρό, για να το δοκιμάσουν.
***Δόκιμος (ο/η): Το άτομο που είναι σπουδαστής σε Ναυτική Σχολή. Στο Εμ.Ναυτικό ο “Δόκιμος Αξιωματικός” είναι ο κάθε σπουδαστής που εκπαιδεύεται να ξεκινήσει καριέρα στην ναυτιλία.
***Δοκός (η): Κοινώς “πάτερο” ή “τράβα”. Στενόμακρο ξύλο (διατομής κυκλικής/τετράγωνης) / σιδερένιο κομμάτι (διατομής Τ/Π/Ι) που χρησιμοποιείται στη ναυπηγική.
***Δολώματα (τα): Είναι φυσικά (ζωϊκοί ή φυτικοί οργανισμοί) και τεχνητά (απομιμήσεις των φυσικών δολωμάτων).
***Δόλωνας (ο): Κοινώς “γάπια/γάμπια” (η). Στα ιστιοφόρα πλοία, ήταν το δεύτερο τετράγωνο πανί, πάνω από το κατάστρωμα και αμέσως πάνω από τη “μεγίστη”(κοινώς “μαΐστρα”), του μεγάλου καταρτιού (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Δολωνίδα (η): Κοινώς”κόντρα μετζάνα” (βλέπε και λέξη “γάπια”). Λέγεται και “φόγγος”. Το τετράγωνο πανί ,το δεύτερο από το κατάστρωμα, στον πρυμνιό ιστό, τον “επίδρομο” (κοινώς “μετζάνα”).
***Δολώνιο (το): Κοινώς “παρροκέττο” . Το δεύτερο πανί,πάνω από το κατάστρωμα του πλοίου, του “ακάτιου” ιστού ( του πρωραίου καταρτιού).***Δολωνίσκος (ο): Κοινώς¨”γαμπί”. Μικρό αφαιρετό τετράγωνο πανί, που το ανάπτυσαν οι “βρατσέρες”(βλέπε λέξη), πάνω από τα κύρια τραπεζοειδή πανιά τους (“ψάθες”) (βλέπε λέξη).***Δόνηση (η): Κοινώς “βαϊμπρέισον” (βλέπε λέξη). Η παλμική κίνηση, φαινόμενο μόνιμο στα πλοία, από την αρχή που μπαίνουν μπροστά οι μηχανές του. Η λέξη “δόνηση”, μου θύμισε μια ανάρτηση στο fb,όπου είχα διαβάσει ότι, οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν “Δόν -Δάν” = Δόνησις, την κατάσταση της θάλασσας, που πρόκυπτε, όταν ο άνεμος είχε ένταση 10 bf (όπως διδαχθήκαμε στη ΣΝΔ,το μέγιστο κύμα που προκύπτει στη θάλασσα, από την επήρεια του ανέμου, παρατηρείται στα 50 ν.μλ. μακρυά από την ακτή και προς την διεύθυνση το ανέμου. Σύμφωνα με την “κλίμακα κατάστασης θάλασσας”Ντάγκλας”-βλέπε έκφραση, το κύμα κυμαίνεται στα 8-12,5 μ.ύψος και ονομάζεται “πολύ τρικυμιώδης/άγρια”. Την έζησα και δε θέλω να την ξαναζήσω).***Δόντι (το): Επίσημα “ακρονύχιο”. Η άγκυρα έχει δύο “όνυχες” (“νύχια”) ,που ο καθένας καταλήγει σε μύτη, που την λέμε “ακρονύχι” (“δόντι”).***Δοράτιο (το): Το κοινώς “μπαστούνι” στα ιστιοφόρα πλοία. Εδώ έχουμε την λέξη “δοράτιο” να αποδίδεται σε τρείς περιπτώσεις, 1) το “δοράτιο του αρτέμονα” ή το “μπαστούνι του φλόκου” ,που είναι πάνω και παράλληλα με τον “πρόβολο” (“μπομπρέσο”) και στο οποίο “μπαστούνι” ,ασφαλίζεται ο “ανάδρομος”(το “στράλιο” του φλόκου ,δηλαδή ο “πρότονος”) και δένουμε και τον “πρόπου” (την “κούντρα”),δηλαδή το σχοινί που είναι στην πλωριά άκρια του φλόκου ,τον “ποδεώνα” ή όπως σήμερα λέμε το “ποδάρι” , 2) το “δοράτιο” των μικρών ιστιοφόρων/λέμβων, που είναι ένα οριζόντο ξύλο, που προεξέχει από το “κοράκι” της πλώρης, σαν “πρόβολος” και στο οποίο δένουμε τον “ποδίσκο”(κοινώς “μπάνιο”) ,δηλαδή το σχοινί με το οποίο ασφαλίζουμε τον φλόκο και τελευταίο, 3) το “δοράτιο”, κάθε ξύλινη ράβδο, που προσθέτουμε στα ακροκέραια των ιστιοφόρων πλοίων, προκειμένου να αναρτήσουμε επιπρόσθετα πανιά και να αυξήσουμε την ταχύτητά μας, κατά την πλεύση μας “στα πρύμα”/”κατάπρυμα”/”εξ ουρίας” (165°-195°) ή “στη “φούσκα”/”δευτερόπρυμα”/”επίφορος”/”πρωταδεύτερα” (135°-165° και 195°-225°) , όπως και στην “λασκάδα”/”ανοιχτή πλαγιοδρομία”/”φορόν” (105°-135° και 225°-255°) . Βλέπε λέξεις/εκφράσεις αντίστοιχα. Ειδικά για τις “πλεύσεις” με ιστιοδρομία ,βλέπε αυτή την λέξη.
***Δούκα/δουκιάρισμα: Βλέπε “ντούκα/ντουκιάρισμα”.
***Δορυφόρος πλανήτη (ο): Κανονικά και σύμφωνα με την θεωρία του Λαπλάς (Γάλλος αστρονόμος τέλη 18ου αι.), η Σελήνη (βλέπε λέξη) είναι δορυφόρος της Γης,μιας και αποκολλήθηκε από αυτήν . Νέες προσομοιώσεις της NASA έρχονται να διαφοροποιήσουν κάπως την δημιουργία της Σελήνης.
***Δοχεία (τα): Κοινώς “πίπες”. Βιτία που βάζουμε υγρά.
***Δράγα (η) Η βυθοκόρος (βλέπε λέξη). Το πλήρωμά της λέγεται ¨δραγόνοι” και οι κάδοι που ανασύρουν από τον βυθό την υλί, “δραγοκουβάδες’.
***Δραγουμάνος (ο): Ο διερμηνέας.
***Δράκοντας (ο): Διάβασα σε σημείωση για την ναυτική μετεωρολογία ότι, όταν παρατηρήσουμε στην “διακεκαυμένη ζώνη” ( αυτή που είναι 27,5° εκατέρωθεν του ουράνιου Ισημερινού, δηλαδή την προέκταση του γήινου Ισημερινού),να γεννιέται ένα μικρό συννεφάκι “γναφαλώδες”(σαν ξασμένο μπαμπάκι), ενώ ο ουρανός είναι καθαρός – η ατμόσφαιρα πνιγηρή – να επικρατεί άπνοια και σύγχρονα να έχουμε μεγάλη πτώση της βαρομετρικής πίεσης , τότε έχουμε ένα σίγουρο προγνωστικό/αναγγελία σφοδρής λαίλαπας που δεν θα βραδύνει να ξεσπάσει μετά μανίας.
***Δρομική αμμάτιση (η): ¨Ετσι αποκαλείται η “μακρά αμμάτιση” (βλέπε έκφραση) δύο σχοινιών. Την λέμε και “άκεστρο”, δηλαδή χωρίς “κέστρα” (“καβίλια”) (βλέπε λέξεις).
***Δρομόμετρο (το): Κοινώς “παρκέτα” (βλέπε λέξη). Όργανο με το οποίο μετράμε την ταχύτητα του σκάφους. Διακρίνονται σε “κοινό” και σε “μηχανικό” δρομόμετρο. “Κοινό δρομόμετρο”, περιληπτική περιγραφή της λειτουργίας του: Ρίχνουμε από πρύμα στη θάλασσα το “δελτωτό” (επιφάνεια σε σχήμα “Δ” με “ζύγια” στις τρείς άκρες, που καταλήγουν στο σχοινί-“σάγουλα” το λένε- που το ρυμουλκεί). Σε απόσταση μιας καραβιάς (για ιστιοπλοούν) ή δύο για μηχανοκίνητο, αυτό το σχοινί/”σάγουλα” έχει,σαν σημάδι, το “πρόμετρον”(πανί της σάγουλας”) και αρχίζει η μέτρηση της ταχύτητας. Κάθε 14,62 μ. υπάρχει ένας “κόμβος”. Όταν το “πανί της σάγουλας” περάσει την πρύμη, ξεκινάει μια “κλεψύθρα” και μετράει χρόνο 30 δευτερολέπτων της ώρας. Στα 30΄΄ βλέπουμε πόσοι “κόμβοι” πέρασαν και το πλήθος τους, αντιπροσωπεύει την ταχύτητα του πλοίου σε ναυτικά μίλια. Το “Τεχνικό Δρομόμετρο”, βασικά τηρεί τις παραπάνω αρχές. Η εξέλιξη έφερε τα υδροδυναμικά δρομόμετρα ,που έχουν πλείστα όσα πλεονεκτήματα ,είναι μόνιμα εγκατεστημένα και αποφεύγεται η δουλεία της ρυμουλκήσεως και τα εξ αυτής προβλήματα.
***Δρόμων (ο): Ονομασία ιστιοφόρου πλοίου (πολεμικό και εμπορικό) που δεν υπάρχει πιά. Ο “δρόμωνας” του εμπορικού ναυτικού εξακολουθούσε να παρέχει υπηρεσίες στη 10ετία του 1950 ,γιατί οι μεταφορές του στοίχιζαν λιγότερο.
***Δροσερός αέρας (ο): Ο φρέσκος αέρας,
***Δρύφακτο (το): Κοινώς “παραπέττο”. Προστατευτικό φράγμα στα καταστρώματα, για να μην πέσουν στη θάλασσα οι επιβαίνοντες. Είναι μόνιμη κατασκευή και αρχίζει από τα “μπούνια” (επίσημα “ευδιαίοι” και φθάνει μέχρι την “κουπαστή” (επίσημα “περιτόναιο”).
***Δυναμίτης (ο): Εκρηκτική ύλη που χρησιμοποιείται λαθραίως στην αλιεία και έχει τα καταστρεπτικότερα των πάντων αποτελέσματα.
***Δυσεπίβολος (ο): Είδος βυθού που δεν “πιάνουν” οι άγκυρες και ξεσέρνουν τα σκάφη. Το αντίθετο είναι “επίβολος” βυθός (βλέπε λέξη).
***Δύση (η): Ένα από τα τέσσερα κύρια σημεία του ορίζοντα. Το ακριβές σημείο της δύσης το παρατηρούμε, όταν έχουμε ισημερία (21η Μαρτίου και 22α Σεπτεμβρίου). Ονομάζουμε ,όμως, δύση όλη την περιοχή που δύουν ο ήλιος/σελήνη/αστέρια, καθώς γυρνάει η γη.
***Δύση ηλίου (η): Λέμε την εξαφάνιση του ήλιου στο δυτικό σημείο του ορίζοντά, όπως και της σελήνης και των αστεριών. Όμως η ατμόσφαιρα που περιβάλει την γη, προκαλεί την ατμοσφαιρική “διάθλαση” (βλέπε παραπάνω) κι αυτό έχει σαν συνέπεια, ο ήλιος/σελήνη/αστέρια νάχουν δύσει κι εμείς να τον βλέπουμε ακόμα . Δηλαδή, όταν ο ήλιος εφάπτεται του ορίζοντα της δύσης και ολόκληρος εξακολουθεί να φαίνεται πάνω από τον ορίζοντα, ε τότε στην πραγματικότητα έχει δύσει και είναι ολόκληρος κάτω από τον ορίζοντα. Έτσι έχουμε τους πίνακες που διορθώνουν τα αποτελέσματα της ατμοσφαιρικής διάθλασης για ήλιο/σελήνη/αστέρια. Αυτοί οι πίνακες δίνουν τον πραγματικό χρόνον ανατολής/δύσης του κέντρου του ήλιου/σελήνης.
***Δύση (η): Χώρες της Δύσης. Η και άλλως λεγόμενη “Εσπερία”. Με την λέξη “Δύση” εννοούμε, περιληπτικά, το Δυτικό ημισφαίριο της γής και ειδικά τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της
μερικανικής Ηπείρου.,
***Δύτης (ο/η): Κοινώς “βουτηχτής”. Το άτομο που κατεβαίνει κάτω από την επιφάνεια του υγρού στοιχείου, προκειμένου να εργαστεί. Διακρίνουμε δύο κατηγορίες , τον γυμνό δύτη (παραμονή 2-3 λεπτά της ώρας) και τον δύτη με βοήθεια ειδικής εξάρτησης (παραμονή σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ειδικής εξάρτησης ) .
***Δυτικός (ο): Τον όρο αυτόν τον χρησιμοποιούμε, για να δηλώσουμε αυτόν που βρίσκεται προς την Δύση,ως το Δυτικό ημισφαίριο, το προερχόμενο από την Δύση, ως ο Δυτικός άνεμος και το αναφερόμενο στη Δύση ,ως ο Δυτικός Πολιτισμός.
***Δυτικός άνεμος (ο): Έχει την σύντμηση “Δ” και η κοινή ονομασία στους ναυτικούς είναι “Πουνέντες”. Η επίσημη ονομασία είναι “Ζέφυρος” και μας έρχεται από την εποχή των αρχαίων μας προγόνων. Ο Μπαμπινιώτης θα μας πει ότι, η λέξη “ζέφυρος” συνδέεται με την λέξη “ζόφος”=βαθύ σκοτάδι-ή όπως λέει και το λεξικό Ζαλούχου “φοβερό σκότος” και μην ξεχνάμε ότι, κι εμείς λέμε “ζοφερός=σκοτεινός”. Κατά την ελληνική μυθολογία, ο Ζέφυρος, θεωρείται γιος του Αστραίου (έναστρος ουρανός) και της Ηούς(αυγή). Ήταν αδελφός του Βορέα αλλά, σε αντίθεση με αυτόν, ήταν ήπιος άνεμος γλυκόπνους!!,αλαφροφτέρουγος!!,αερόμορφος!!-(τι ωραίες λέξεις χρησιμοποιεί αυτή η μυθολογία μας!).Η ναυτική ονομασία του, “Πουνέντες” (πονέντες, πουνέντης), έχει λατινική καταγωγή και σημαίνει-σε ελεύθερη μετάφραση- τον άνεμο που έρχεται από την δύση του ηλίου.
***Δωδεκάκωπος (η): Η βάρκα που κινείται με δώδεκα κουπιά, έξη από κάθε πλευρά.Σ΄αυτές οι κωπηλάτες (“ερέτες”) κάθονται στους “πάγκους”(“σέλματα”) ανά δύο, ένας για κάθε ένα κουπί και επομένως απαιτόύνται δώδεκα κωπηλάτες (βλέπε λέξεις).
***Δωδεκήρης (η): Αρχαία πλοία με δώδεκα σειρές κουπιών. Τεράστια πλοία.
***Δώστης (ο): Μάγκικη λέξη ,που έμαθα ότι ακούγεται στο Ναυτικό και σημαίνει τον “ρουφιάνο/σπιούνο/καταδότη/καρφί αυτόν ,τέλος πάντων, που σε δίνει, συνήθως στεγνά ,όπως λένε.
google-site-verification=pMH8IqIJ2ElvXgn4d1Tqgl85aKumGh2RrgLC4IeVI84