***Ενάλιος (ο/η): Αυτός/ή που είναι στη θάλασσα ή προέρχεται από την θάλασσα..”Ενάλιο κόσμο” λέμε το σύνολο των ζώων που τρέφονται από την θάλασσα. Στην μυθολογία μας, αναφέρονται πολλές θεότητες με κυρίαρχη μορφή τον Ποσειδώνα.
*Ενάπτω: “Αγκυρίζω” (βλέπε λέξη), κρεμάω, προσδένω (κοινώς “κοτσάρω”-βλέπε λέξη).
***Ενδείκτης (ο): Το όργανο που δείχνει την ταχύτητα ή την διεύθυνση βολής ή την γωνία πηδαλίου κ.α. στο πλοίο.
***Ενδέτης (ο): Κοινώς “τιράντα” (βλέπε λέξη). Λέγεται έτσι, η σιδερένια ράβδος στήριξης, στο καζάνι.
***Ενδιαιτήματα (τα): Οι χώροι που χρησιμοποιούνται στο πλοίο για ενδιαίτηση.
***Ένδον (το): “Μαύρη” λέξη , γιατί θυμίζει ότι, δεν θα βγούμε “εξόδου” και θα παραμείνουμε μέσα στο πλοίο.
***Ενημέρωση χαρτών (η): Είναι απαραίτητη, για την ασφάλεια του πλου, η συνεχής ενημέρωση των χαρτών, που ανελλιπώς γνωστοποιούνται με τις “Αγγελίες προς τους Ναυτιλλόμενους”, που εκδίδει η Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού. ***Ενθέμιο (το): Έχω την εικόνα, από το Ναυτικό, μιας κιβωτιόσχημης μεταλλικής ντουλάπας, που χρησιμοποιούσαμε ως αποθηκευτικό χώρο. Έτσι την βρήκα και στο internet , αν κι εκεί αναφέρεται και ως “ράφι” ή “θάλαμος στην πρύμη του πλοίου κ.α.
***Ένθεση (η): Η τοποθέτηση της βάρκας επί του πλοίου και στην ειδική ,προς τούτο, θέση στερεώσεως.
***Ενθέτης (ο): Κοινώς “μαραβίλια του νερού”. Είδος “συσπάστου/παλάγκου” που μοιάζει με τον διπλό “επάρτη” (βλέπε λέξη).
***Ένθετος λέμβος (η): Κοινώς “βάρκες του χαβαλέ” ή “βάρκες των μόρσων”(βλέπε εκφράσεις). Είναι οι βάρκες που τοποθετούμε στο κατάστρωμα του πλοίου, πάνω σε υποστάτες (μόρσια – βλέπε λέξη) και τις ασφαλίζουμε (μποτσάρουμε). Σε αντίθεση από τις ανακρεμασμένες βάρκες στις “επωτίδες” (“καπόνια”) του πλοίου.
***Ενισχυτικός ολκός (ο): Κοινώς “ρεφόρτσο” (βλέπε λέξη). Για την ενίσχυση του φορτωτήρα πλοίου, χρησιμοποιούμε “ενισχυτικό ολκό (“γκάι”-βλέπε λέξη”).
***Εννήρης (η): Πελώριο αρχαίο πολεμικό πλοίο με εννέα σειρές κουπιών.
***Ένουρος τρόχιλος (ο): Ο τρόχιλος/μακαράς που φέρει περιφερειακά του ένα σχοινί,σαν ουρά, το “ενώτιο” (βλέπε λέξη), για την ανακρέμασή του.
***Ένστυπη άγκυρα (η): Κοινώς “άγκουρα με τσίπο”. Άγκυρα με “στύπο” (βλέπε λέξη), όπως είναι η του Αγγλικού Ναυαρχείου. ***Εντείνω: Τεντώνω, τεζάρω.
***Εντατήρας (ο): Είναι όργανο του εξαρτισμού του πλοίου, που χρησιμοποιείται για να δυναμώσει ή να χαλαρώσει την ένταση που ασκείται σε κάποιο αντικείμενο.
***Εντερονίδα (η): Κοινώς το “φόδρο”. Δηλαδή τα μαδέρια (βλέπε λέξη) που σχηματίζουν το εσωτερικό ένδυμα του σκάφους, σε αντίθεση με το “περίβλημα” (“πέτσωμα”). (Βλέπε λέξεις). ***Εντέταρτο (το): Κοινώς “τετράμπουλο” (βλέπε λέξη). Σχοινί με τέσσερα “έμβολα” (βλέπε παραπάνω λέξη), που στρίβονται γύρω από κεντρικό έμβολο, που λέγεται “μήτρα”.
***Εντομή (η): Βλέπε παρακάτω λέξη “εντορμία”.
***Εντόνιο (το): Κοινώς “μουστάκι” ή “φλαδούρι” (βλέπε λέξεις). Σχοινί που χρησιμοποιούμε για να εντείνουμε (“φερμάρουμε”) το σφίγξιμο. Αντί για “εντόνια” χρησιμοποιούμε “εντατήρες”(βλέπε λέξη).
***Εντορμία (η): Κοινώς “σκάτσα” ή “λινός”. Είναι η σύνδεση δύο ξύλινων κομματιών, που το ένα έχει “τόρμο/γλυφή/αυλάκι/υποδοχή/εγκοπή/εντομή” και το άλλο, ακριβώς αντίστοιχη εξοχή, που θηλυκώνει εντός της υποδοχής. (Βλέπε λέξεις).
***Έντροχο (το): Είναι μια τρύπα, που φέρει στις οριζόντιες άκρες, από ένα “ράουλο” περιστρεφόμενο και που διαμέσου τους, περνάμε τον κάβο. Το βρήκα στα εγχειρίδια ως κοινώς “μπαστέκα”, αλλά εγώ είδα στην πράξη ότι, “μπαστέκα” λέγεται στα πλοία, οι μεταλλικοί “τρόχιλοι/μακαράδες”, που χρησιμοποιούνται στον εξαρτισμό των φορτοτήρων κι έτσι τον διατήρησα στη μνήμη μου. Μάλιστα, είδα και στη Ν.Τέχνη του Ιδρύματος Ευγενίδη, ότι αποκαλεί “μπαστέκα”τον μεταλλικό τρόχιλο/μακαρά και έτσι τον βρήκα και στο εμπόριο.
***Ένωσις (το): Ένα από τα τρία τροχίλατα “καταδρομικά” της Κρητικής Επανάστασης του 1866-1868, που διέθετε και ιστιοφορία σε δύο ιστούς και ανέπτυσσε ταχύτητα 14 κόμβων. ***Ενώτιο (το): Κοινώς “σκουλαρίκι του τρόχιλου/μακαρά” (βλέπε έκφραση). Σχοινί ή σύρμα που περιβάλλει σφικτά τον μακαρά και μπορούμε να τον κρεμάσουμε.
***Εξ από δω ρεύμα (το): Το “διαβολόρρεμα” που λένε οι ναυτικοί μας. Έτσι, διάβασα, αποκαλούν το ρεύμα του Βοσπόρου, το οποίο κατέρχεται με μεγάλη σφοδρότητα. Οι Βυζαντινοί το έλεγαν “Φονέας” και οι εκφράσεις των ναυτικών από άλλα κράτη, δεν πάνε πίσω. Εμένα, οι ψαράδες της περιοχής, μου είπαν και το αποτύπωσα στον Θαλασσινό Οδηγό της περιοχής, ότι το ρεύμα αυτό, έρχεται σφυρίζοντας/με βοή και τρέχουν να προλάβουν να μποτσάρουν/κλείσουν κάθε καταπακτή. Υπολογίζουν την έντασή του στους 6 κόμβους και ότι οι μεγαλύτερες εντάσεις του, παρατηρούνται την καλοκαιρινή περίοδο.
***Εξ ουρίας: Κοινώς “πρύμα” ή “κατάπρυμα”. Χαρακτηρισμός πλεύσης ιστιοδρομίας.
***Εξαεριστήρας (ο): Είναι συσκευή ή διαρρύθμιση με προορισμό την ανανέωση του αέρα των κυτών και γενικά των κλειστών χώρων και όπου δεν έχουμε άλλη δυνατότητα ανανέωσης του αέρα.
***Έξαλα (τα): Κοινώς “τα “ψηλά”. Ακούγονται και σαν “χαβαλές”. “Εξαλα” ονομάζονται τα μέρη του σκάφους, που είναι πάνω από την αδιατάραχτη επιφάνεια της θάλασσας(ανάλογα με την κατάσταση φόρτωσης), σε αντίθεση με τα “ύφαλα”, που είναι κάτω από αυτήν. Ύψος εξάλων είναι η κατακόρυφη απόσταση, του κύριου καταστρώματος από την επιφάνεια της θάλασσας.
***Έξαλος (ο): Στην γενική έννοια είναι, κάθε τι που προεξέχει της επιφάνειας της θάλασσας. Μέσα σ΄αυτά είναι και οι “σκόπελοι” (βλέπε λέξη) , που παραμένουν εκτός της επιφάνειας της θάλασσας και κατά τις ψηλότερες πλήμμες των ισημερινών συζυγιών. Σε περίπτωση που δεν φαίνονται στις πλήμμες και βγαίνουν μόνον στις ρηχίες, δεν λογαριάζονται σαν “σκόπελοι” , αλλά αποτελούν “υφάλους”.
***Εξαμφιδετώ: Ενέργεια που κάνουμε, για να αφαιρέσουμε τον “αμφιδετικό” (βλέπε λέξη) στρεπτήρα.
***Εξάντας (ο): Κοινώς “σεσάντε”. Αποτελεί λεπτό όργανο μέτρησης γωνιών, που σχηματίζουν τα ουράνια σώματα με τον ορίζοντα, αλλά και των κατακορύφων/οριζοντίων γήινων γωνιών. Λόγω της “λεπτότητός” του, απαιτεί και πολύ προσεκτική μεταχείριση. Πρέπει να ρυθμίζεται, οπωσδήποτε, πριν από κάθε χρήση, για εξάλειψη του πιθανού “εργαλειακού σφάλματος” (βλέπε έκφραση).
***Έξάρτια (τα): Κοινώς τα “κρεμάμενα”. Δηλαδή τα σχοινιά/συρματόσχοινα που στηρίζουν τα κατάρτια (“πρότονοι”,”επίτονοι”,”παράτονοι” – βλέπε λέξεις). Ο κοινός όρος “ξάρτια” εννοεί μόνον τους “επίτονους” και όχι και τα άλλα “εξάρτια”. Για το τελευταίο, δεν γνωρίζω την ισχύ του.
***Εξαρτία (η): Κοινώς η “αρματωσιά”. Την λέμε όμως και “εξαρτισμό”. Ονομάζουμε το σύνολο των σχοινιών/συρματόσχοινων, που και τα δύο άκρα τους είναι δεμένα σε σταθερά σημεία και που χρησιμεύουν για να στηρίξουν τους “ιστούς”/”επιστήλια” (βλέπε λέξεις), καθώς και το σύνολο των σκευών και των σχοινιών/συρματόσχοινων χειρισμού των. Στην “εξαρτία/αρματωσιά” περιλαμβάνονται και τα κοινώς λεγόμενα “σερνάμενα” (βλέπε λέξη)-(επίσημα “”επιχειρία”), δηλαδή τα σχοινιά που είναι δεμένη η μια τους άκρη, ως το “μαντάρι”. Πάντως η “ΑΙ” δίνει την, επικρατούσα στις μέρες μας, ονομασία, με την εξήγηση που έχει ως ακολούθως “Ξάρτια πλοίου” είναι τα σκοινιά, συρματόσχοινα και άλλα εξαρτήματα που συγκρατούν τα κατάρτια και τα πανιά ενός ιστιοφόρου πλοίου.” και θα συμπληρώσω “και μη πλοίου”.
***Έξαρτόριζα (η): Κοινώς “ξαρτόριζα”. Μεταλλικό σημείο στο πλοίο ,όπου προσδένονται τα συρματόσχοινα/σχοινιά, που στηρίζουν το κατάρτι.
***Εξαωρία (η): Κοινώς “τόκα-βάρδια”. Το πλήρωμα στο πλοίο, εκτός του γεγονότος της διαίρεσής του σε τρεις “φυλακές” (“βάρδιες”)-(βλέπε λέξεις), είναι διηρημένο και σε δύο “τοιχαρχίες” (βλέπε λέξη) με εξάωρο διάρκεια βάρδιας.
***Εξέδρα (η): Είναι μια υπερυψωμένη κατασκευή κοντά ή στη θάλασσα για καταδύσεις, άντληση πετρελαίου κ.α. Στα ιστιοφόρα πλοία,του παλιού καιρού, “εξέδρα” λέγανε το διαμέρισμα του ναυάρχου, που ήταν στην πρύμη, στο επίστεγο (“κάσσαρο”) ή του Κυβερνήτη , στην περίπτωση που το πλοίο δεν ήταν ναυαρχίδα.
***Εξειδικευμένων μεταφορών πλοία (τα): Έχουν δυνατότητα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, αυτοκινήτων κλπ.
***Εξέλικτρο (το): Κοινώς “ανέμη” ή και “σβίγα”.Το βρήκα και “μαγγανέλι”. Επάνω στο τυμπανοειδές κυλινδρικό μέρος του, τυλίγουμε σχοινί /συρματόσχοινο/μάνικα, προς χρησιμοποίηση/φύλαξη. “Εξέλικτρο” λένε και στο εμπόριο την “ανέμη”, που τυλίγεται η μάνικα μιας πυροσβεστικής φωλιάς κλπ.
***Εξοκέλλω: Γράφεται και “εξοκείλω”. Κοινώς “ξώκειλα” (βλέπε λέξη). Προσαράζω, πέφτω έξω στη στεριά/σε ξέρα. Αρκετοί συγχέουν το “προσαράζω/προσάραξη”, με το “προσορμίζω/προσόρμιση”, που είναι η ενέργεια του σκάφους, να καταπλεύσει μέσα σε λιμάνι/όρμο/κόλπο και να δέσει/αγκυροβολήσει. ***Εξοπλισμός πλοίου (ο): Κοινώς “αρμαμέντο” (βλέπε λέξη). Η προπαρασκευή ενός πλοίου, για να “βγει” στη θάλασσα (να ταξιδεύσει) ή για να πάει να πολεμίσει. Αυτό σημαίνει, επάνδρωση με το αναγκαίο προσωπικό, την συμπλήρωση της απογραφής σκευών/υλικών, τον εφοδιασμό με καύσιμα-πυρομαχικά-νερό-τρόφιμα κλπ.
***Εξορμίζω: Πάω “α ρόδο” (βλέπε λέξη).
***Εξυδάτωση ατμού: Υγροποίηση, μεταβολή σε νερό. ***Εξωδούρα (η): Άλλη ονομασία που δίνουν οι Γαλαξιδιώτες στον “μπάτη” ή “μπουκαδούρα” (βλέπε λέξεις).
***Εξωλέμβιος μηχανή (η): Η μηχανή που την τοποθετούμε, έ
ξω από το κύτος του σκάφους, στον “άβακα/καθρέπτη” του. ***Εξωτερικό περίβλημα (το): Κοινώς “κέλυφος” και “πέτσωμα” (βλέπε λέξεις). Είναι το σύνολο των ελασμάτων/μαδεριών (για ξύλινα) που καλύπτουν τον σκελετό του σκάφους.
***Επάγων (ο): “Επάγοντα” λέμε τον κινητό “τρόχιλο/μακαρά” (βλέπε λέξεις), με τον οποίο μπορούμε να σηκώσουμε το διπλάσιο βάρος από την ελκτική δύναμη που εφαρμόζουμε.
***Επακμάζω: Ξανά χειροτερεύει ο καιρός, εκεί που έδειχνε ότι, πάει να καταλαγιάσει.
***Επάκτιος (ο/η/το): Αυτός που βρίσκεται στην ακτή ,όπως έχουμε τα “επάκτια πυροβολεία”. Επίσης έχουμε και τα “επάκτια γνωρίσματα” , όπως είναι τα “αλεώρια”, τα ξωκκλήσια κλπ, που υποβοηθούν στην αναγνώριση.
***Επανακρούω: Ανακρούω πρύμα, αναποδίζω (βλέπε λέξεις) ***Επαναλήπτης (ο): Συσκευή που τοποθετείται μακρυά και συνδεδεμένη με την κύρια μονάδα, προκειμένου να μεταφέρεται σ΄αυτήν η εικόνα/ένδειξη της κύριας μονάδας.
***Επαναληπτικοί επισείοντες (οι): Είναι τρεις σηµαίες, σαν υποκατάστατα ή επαναληπτικά σήµατα .
***Επανατάκτης (ο): Μηχάνημα που, μετά από κάθε βολή, επαναφέρει το πυροβόλο από την θέση της ανάκρουσης στην κανονική του θέση.
***Επάνδρωση πλοίου (η): Η τοποθέτηση πληρώματος προκειμένου να λειτουργήσει/φέρει εις πέρας την αποστολή του. Τον όρο “επάνδρωση” τον χρησιμοποιούμε, επίσης, και σε άλλες περιπτώσεις όπως είναι η στελέχωση μιάς ομοχειρίας πυροβόλου ή της γέφυρας του πλοίου ή και ακόμα μιας Υπηρεσίας Ξηράς κλπ.
***Έπαρση Σημαίας (η): Η ύψωση της Σημαίας. Ιδιαίτερα επιβλητική είναι η έπαρση της Σημαίας στα Πολεμικά Πλοία “εν όρμω”, που γίνεται με συνοδεία ολιγομελούς αγήματος, που παρουσιάζει όπλα και με τον εμβληματικό συριγμό, από τα μεγάφωνα του πλοίου, με την σφυρίχτρα από ναύτη σηματωρό. ***Επάρτης (ο): Κοινώς “μαραβίλια”. Λέμε τον σταθερό “τρόχιλο/μακαρά” (βλέπε λέξεις) με τον οποίον ανυψώνουμε ένα βάρος που ισούται με την ελκτική δύναμη που εφαρμόζουμε.
***Επάρτης φορτίου (ο): Κοινώς “ρόναρης” (βλέπε λέξη). Λέμε το σχοινί/συρματόσχοινο που χρησιμοποιούμε σε ένα φορτωτήρα για να σηκώσουμε/μεταφέρουμε ένα φορτίο.
***Επενδύτης: Στο εμπόριο λέγεται και “παλτό του ναύτη”. Ουσιαστικά είναι ένα κοντό “πανωφόρι”, χρώματος βαθύ μπλε, που οι ναυτικοί φοράνε τον χειμώνα, πάνω από τα ρούχα τους.
***Επέχω προς: Έχω την πλώρη μου στο … .Βαστώ στο..… .***Επήβολος (ο): Κοινώς “μπίμπιλο κατάρτι” ή και “τσιμπούκι”. Στο παλαιότερο ιστιοφόρο ναυτικό λεγόταν έτσι, το κατάρτι που ήτανε από ενιαίο κομμάτι ξύλου.
***Επιβαίνω: Χρησιμοποιούμαι το ρήμα αυτό, για να δείξουμε ότι είμαστε επάνω στο συγκεκριμένο πλοίο.
***Επιβάλλω προς: Βάζω πλώρη προς.
***Επιβάτης (ο/η): Το άτομο που επιβαίνει στο σκάφος, χωρίς να ανήκει στο πλήρωμά του. Την αρχαία εποχή “επιβάτες” ονομαζότανε οι οπλισμένοι υπερασπιστές του πλοίου, σε αντίθεση με τους ναύτες και τους κωπηλάτες ατου σκάφους.
***Επιβατική ακτίνα (η): Εννοούμε την ακτίνα της ελλειπτικής τροχιάς, που διαγράφουν οι πλανήτες γύρω από τον ήλιο και που κατέχει μία από τις εστίες της (νόμος του Κέπλερ-αρχές 17ου αι.). Το μήκος της “επιβατικής ακτίνας”, ως εκ των πραγμάτων, είναι διαφορετικό σε κάθε σημείο της ελλειπτικής τροχιάς, μιας και συνδέει τον πλανήτη και τον ήλιο.
***Επιβατικό πλοίο (το): Το λέμε και “επιβατηγό” πλοίο, μιας και η χρήση είναι μία, δηλαδή η μεταφορά επιβατών.
***Επιβατικός/επιβατηγός (ο/η/το):Το “επιβατικός” το λέμε για ότι έχει σχέση με επιβάτες π.χ. “επιβατικό κοινό ή επιβατική κίνηση”, ενώ με το “επιβατηγός” δηλώνουμε το μέσον μεταφοράς, όπως το “επιβατηγό πλοίο”.
***Επιβατήριος (ο/η): Το άτομο που είναι κατάλληλο για επιβίβαση.
***Επιβίβαση (η): Εννοούμε την κίνηση του ατόμου να εισέλθει/ανέβει στο πλοίο.
***Επιβιβάζομαι: Κοινός “μπαρκάρω”.’
***Επίβολος βυθός (ο): Χαρακτηρισμός που δίνεται σε βυθό που “κρατά καλά” η άγκυρα. Οι άλλοι χαρακτηρισμοί του βυθού είναι : “Δυσεπίβολος” = η άγκυρα δύσκολα πιάνει, και “Ανεπίβολος” = όταν λόγω της φύσης του βυθού, είναι αδύνατη η αγκυροβολία.(Βλέπε λέξεις).
***Επιβίθυση (η): Λέμε, την αύξηση του βυθίσματος του πλοίου , όταν κινείται σε ρηχά νερά, δηλαδή η καρίνα μας πλησιάζει πιο πολύ το βυθό, λόγω της επίδρασης της υποπίεσης (νόμος Μπερνούλι). Πρέπει να ελαττώνουμε ταχύτητα ,αλλιώς κινδυνεύουμε, να βρούμε κάτω.
***Επιγκενίδα (το “επι” το βρήκα και “επη”) (η): Κοινώς “μαδέρι”. Σανίδες στενές και παχειές που χρησιμοποιούμε σαν φόδρο για να ντύσουμε τον σκελετό του σκάφους, μέσα και έξω και για επίστρωση από πάνω.
***Επίδεσμος (ο): Γίνεται με λεπτό σχοινί .(“Ληγαδούρα”/”δετηρία”-βλέπε λέξεις) και τον χρησιμοποιούμε κυρίως, για να ενώσουμε δύο ή περισσότερα ξύλα/σχοινιά /σχοινί με ξύλο. Υπάρχει και ο “επίδεσμος” του “προβόλου” (βλέπε λέξη), που γίνεται με αλυσίδα και λέγεται “ληγαδούρα του μπομπρέσου” (βλέπε έκφραση).
***Επιδίδω: Εκτός της γενικής έννοιας “δίνω/παραδίνω κάτι στα χέρια κάποιου” , επιπρόσθετα, στη ναυτική γλώσσα σημαίνει “απομακρύνω την πλώρη μου από την διεύθυνση του ανέμου”. “Ποδίζω”, “πάω χυτά”, η “ποδισιά”. Στην περίπτωση αυτή το παράγγελμα είναι “επίδος”, κοινώς “έλα πόντζα” ή “έλα χυτά”. (Βλέπε και λέξεις).
***Επιδορατίδα (η): Κοινώς “κόντρα -μπαστούνι”. Δηλαδή, ο “πρόβολος/μπομπρέσο” προεκτείνεται με την προέκταση του “δορατίου/μπαστουνιού” του φλόκου και σε συνέχεια βάζουμε την “επιδορατίδα/κόντρα-μπαστούνι”, για να επιμηκύνουμε ακόμα περισσότερο αυτόν το “οριζόντιο” ιστό.
***Επίδοση (η): Λέγεται η μεταβολή της πλεύσης στην ιστιοδρομία, από “πλαγιοδρομία/αρμένισμα” σε “ουριοδρομία/εξ ουρίας/πρύμα/κατάπρυμα”. Η “ποδισιά”,το “πόδισμα”. (Βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Επίδοση (η): Λέγεται και ο “νεκρός” τομέας, κατά την ιστιοδρομία, όπου είναι 30° περίπου από κάθε πλευρά της κοίτης του ανέμου, που δεν μπορεί να υπερνικήσει το πηδάλιό μας.
***Επίδραση αλμυρότητας της θάλασσας (η): Τα αλμυρότερα νερά έχουν μεγαλύτερη θερμοκρασία , είναι πιο βαριά και πάνε προς τον βυθό.
***Επίδρομος (ο): Κοινώς “μπούμα”. Το βρίσκουμε και σαν “μεγίστη” ή “μαΐστρα”. Τραπεζοειδής τύπος πανιού, που κρέμεται, στο πάνω μέρος του, από ένα “κέρας/κεραία/πίκι”, το οποίο συγκρατείται στο κατάρτι και στο κάτω μέρος του, δένεται στην “ράντα/κέρκο/μάτσα”. Ο “επίδρομος/μπούμα/μεγίστη/μαΐστρα” είναι το κύριο πανί του “κέρκουρου” (ιστιοπλοϊκής βάρκας, με καβαλικευτά μαδέρια στο πέτσωμα), κατάλοιπο της “μεγίστης” των Ενετών, που το έλεγαν “όρζα” (βλέπε το δικό μας “όρτσα” ), γιατί ήταν το πανί, που έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στην κίνηση, του ιστιοπλοούντος πλοίου , να προσαχθεί (να πλεύσει πιο κοντά) προς την κοίτη του ανέμου, κοινώς να “ορτσάρει”
**Επιδρόμου ιστός (ο): Κοινώς “μεντζάνα”. Το τρίτο από την πλώρη κατάρτι ενός ιστιοφόρου πλοίου.
***Επιζεφύριος (ο/η/το): Αυτός που βρίσκεται προς την διεύθυνση του “ζέφυρου”, ο προς τα δυτικά.
***Επιθαλάσσια αρωγή (η): Δίνεται σε κινδυνεύοντα πλοία. Με νόμο του κράτους έχουν καθοριστεί τα διαδικαστικά θέματα.
***Επιθετική περιπολία (η): Ο πλους του πλοίου/ων με σκοπό την αναζήτηση και αντιμετώπιση του εχθρού. Δυνατόν να είναι και η παρενόχληση του αντιπάλου.
***Επίκαυση (η): Κοινώς “καψάλισμα της πλέουσας”. Το κάψιμο της “γάστρας/πλέουσας/ύφαλων”, προκειμένου να καταστρέψουμε διάφορους μικροοργανισμούς που επικολλώνται.
***Επικελευστής (ο/η): Βαθμός Υπαξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος.
***Επικοινωνία (η): Η με τον οποιονδήποτε τρόπο αποκατάσταση επαφής μεταξύ του σκάφους και άλλων, που βρίσκονται έξω από αυτό.
***Επίκριο (το): Κοινώς ο “φόγος” (βλέπε λέξη). Το δεύτερο πανί, από το κατάστρωμα, του τελευταίου καταρτιού (το κατάρτι της “μετζάνας”) του ιστιοφόρου πλοίου.
***Επίκωπος (ο/η): Ο τελευταίος, προς πρύμνα, κωπηλάτης της βάρκας. Αυτός δίνει και τον ρυθμό της κωπηλασίας. Στις βάρκες με “σέλματα/πάγκους” για δύο κωπηλάτες, τότε και οι δύο ονομάζονται “επίκωποι”.
***Επίλαβε: Κέλευσμα, να πιάσουν τα κουπιά οι κωπηλάτες της βάρκας, γιατί θα αρχίσουν να κωπηλατούν αμέσως μετά.
***Επιμελητής (ο): Ειδικότητα στο Ναυτικό. Αυτός που επιμελείται /εποπτεύει/μεριμνά/ διαχειρίζεται υλικά -χρήματα.
***Επίμηλο (το): Κοινώς “πόμολο” ή ¨”γαλέτα”. Στα ιστιοφόρα πλοία, ήτανε ένα φακοειδές κατασκεύασμα, στην ψηλότερο μέρος του καταρτιού (στο πίπουλο), που από τα “ράουλα”, που έφερε, περνούσαν τα διάφορα σηματόσχοινα για την έπαρση σημαιών. Σαν “επίμηλο” γνώρισα στο Ναυτικό, το πάνω τελείωμα του καταρτιού στο καράβι. Επίσης, “επίμηλο” λέμε, το με μορφή πόμολου εξάρτημα, που είναι τοποθετημένο, στην κορυφή των κονταριών της σημαίας.
***Επίνειο (το): Κοινώς “Σκάλα” (βλέπε λέξη).Λέγεται και “Καταβαθμός”. Αλίμενο μέρος, όπου αγκυροβολούν πρόσκαιρα για αποβίβαση/εκφόρτωση, τα προσεγγίζοντα πλοία.΄΄Όπως η “Σκάλα των Ωρεών” που είναι επίνειο της Ιστιαίας.
***Επινήϊο δικαστήριο (το): Στο ιστιοφόρο ναυτικό, υπήρχαν περιπτώσεις, που συγκαλούσαν στο πλοίο δικαστήριο, με δικαιοδοσία επιβολής ποινής, πάσης φύσεως, ακόμα και θανατικής.
***Επινήϊος (ο/η): Το άτομο που βρίσκεται επί του πλοίου.
***Επίπεδο εκλειπτικής (το): Εμείς ξέρουμε ότι, η γη κινείται κατά την ορθή φορά (κατά την φορά κίνησης των δεικτών του ωρολογίου), γύρω από τον ήλιο και διαγράφει μια “επίπεδο έλλειψη”. Όμως σε παρατηρητή πάνω στη γη, δίνεται η εντύπωση ότι, ο ήλιος γυρνάει γύρω από την γη και μάλιστα κατά την ανάδρομο φορά ( (αντίθετα από την φορά κίνησης των δεικτών του ωρολογίου). Με την φαινόμενη κίνησή του αυτή, ο ήλιος διαγράφει ένα αντίστοιχο ελλειπτικό επίπεδο. Τώρα, αν αυτό το “επίπεδο” το προεκτείνουμε, μέχρι να συναντήσει την ουράνια σφαίρα, θα έχουμε ένα άλλο επίπεδο ,που το λέμε “επίπεδο εκλειπτικής” και στο οποίο 8°,5 εκατέρωθεν του μέγιστου κύκλου της εκλειπτικής, είναι η “σφαιρική ζώνη του ζωδιακού” (βλέπε έκφραση) με τα 12 ζώδια.
***Επίπλασμα (το): Κοινώς ο “στόκος”.
***Επιπλέοντα παράλια (τα): Καμιά φορά τα ρεύματα σπρώχνουν φύκια, τα οποία συμπλέκονται με την θαλάσσια χλωρίδα και σχηματίζουν στρώμα, σε συνέχεια της ακτής αλλά μικρού πλάτους. Πάνω σ΄αυτό το στρώμα, έρχεται με τον αέρα και κάθεται, λίγο χώμα και αναπτύσσεται μάλιστα και ασθενής βλάστηση. Αυτού του τύπου οι ακτές θέλουν προσοχή, για όποιον επιχειρεί να τις βαδίσει.
***Επιπλέω: Παραμένω στην επιφάνεια του υγρού στοιχείου και δεν βυθίζομαι.
***Επίπλους (ο): Η προσβολή από πλοίο, του εχθρικού πλοίου. ***Επιπλήρωμα (το): Σε έκτακτες περιπτώσεις τοποθετείται επί πλέον της οργανικής δύναμης προσωπικό στο πλοίο, για ενίσχυση του προβλεπόμενου ή για άλλους λόγους.
***Επίσαλος (ο/η): Η λέξη “επίσαλος” αποδίδει την κατάσταση της θάλασσας. Τώρα έχει αντικατασταθεί με την λέξη “κυματώδης”, δηλαδή κατάσταση θάλασσας 5 , με μέγιστο ύψος κύματος 2,5-4 μ. , που είναι η αμέσως επόμενη της “κατάστασης” 4 (“ταραγμένη”/ύψος 1,25-2,5μ./προηγούμενη ονομασία “σάλος”) και πριν της ΄”κατάστασης” 6 (“πολύ κυματώδης”/ύψος κύματος 4-6μ./προηγούμενη ονομασία “κλυδώνιον” .
***Επισείων (ο): Στενόμακρο διακριτικό σημείο/σημαιάκι, που λέγεται κοινώς “φιόμολα”. Εγώ τον γνώρισα ως “Κυβερνητικό Επισείοντα”. Είναι σε μάκρος, περίπου, 20 φορές το πλάτος της βάσης του, χρώματος, το μπλέ της Ελληνικής Σημαίας και φέρει μικρό σταυρό, χρώματος άσπρου, κοντά στη βάση του (προς το μέρος του ιστού). Επαίρεται στον ιστό του Π.Πλοίου, όταν ο Κυβερνήτης είναι Αξιωματικός του Π.Ναυτικού (από Σημαιοφόρος έως Πλοίαρχος), αλλά και στα επιταχθέντα ή εκμισθωμένα εμπορικά πλοία, για κρατική ανάγκη, εφ΄όσον ο Κυβερνήτης είναι Αξιωματικός του Π.Ναυτικού. Δεν υποστέλλεται ποτέ και παραμένει επηρμένος νύχτα-μέρα, ανεξάρτητα εάν υπάρχει πένθος, μέγας σημαιοστολισμός κλπ. Μικρό ομοίωμα του “Κυβερνητικού επισείοντα”, φέρει στην πλώρη της η λέμβος, που μεταφέρει τον Κυβερνήτη του πλοίου, σε περίπτωση επίσημης επίσκεψης.
***Επίσημα (το): Λέγεται και “ναυτιλιακό βοήθημα”. Είναι τα συμβολικού χρώματος κατασκευάσματα, που επισημαίνουν ναυτιλλιακούς κινδύνους ή μας καθοδηγούν.
***Επισήμανση ναυτική (η):Η σήμανση, από την Υδρογραφική Υπηρεσία, με “αλεώριο” (βλέπε λέξη) σκοπέλου/υφάλου/ξέρας, που είναι επικίνδυνος για την ναυσιπλοΐα.
***Επίσημο (το): Μικρή τετράγωνη σημαία, όπως η σημαία του Στρατού Ξηράς, που επαίρεται στο στιλίδιο της πλώρης του πλοίου ,αλλά μόνον όταν το πλοίο είναι αγκυροβολημένο ή αραγμένο. Η έπαρσή του γίνεται στις 08:00 και η υποστολή του με την δύση του ήλιου, όπως και η Σημαία του Πλοίου. Κατά το άγραφο έθιμο, όταν δεν είναι επηρμένο, τότε σημαίνει ότι, το πλοίο δεν είναι σε θέση να δεχτεί επίσημο επίσκεψη. Κατά την αγκυροβολία του πλοίου, επαίρεται όταν δοθεί το παράγγελμα “πόντισον”, “φούντο” που λένε, και υποστέλλεται όταν ανασπασθεί η άγκυρα.
***Επισιπάριο (το): Κοινώς “κουντριλίνι”. Στα ιστιοφόρα πλοία είναι το υψηλότερο πανί, δηλαδή το 6ο πανί από το κατάστρωμα, εφ΄όσον έχουν τέτοιου είδους ιστιοφορία.
***Επισκαλμίδα (η): Η γνωστή “κουπαστή”(βλέπε λέξη). Εκτός από “επισκαλμίδα” θα την βρούμε και “περιτόναιο” καΙ “κωπητήρα” στις βάρκες (βλέπε λέξεις).
***Επισκάλμωση (η): Η “ανάδεση”, δηλαδή οι βόλτες του σχοινιού, που βάζουμε π.χ. στο “κοτσανέλο” (βλέπε λέξη),για να ασφαλίσουμε/στερεώσουμε το σχοινί.
***Επισταλία (η): Κοινώς “κόντρα σταλία” (βλέπε λέξη “σταλία”). Η “υπερημερία”, δηλαδή οι παραπάνω μέρες, που θα κρατηθεί το πλοίο στο λιμάνι, πλέον αυτών, που έχουν οριστεί για την εργασία.
***Επιστασίες στο πλοίο (οι): Είναι το σύνολο του προσωπικού και του υλικού κατά όπλα/υπηρεσίες.π.χ. επιστασία Ναυτιλίας-Κατεύθυνσης, επιστασία Πυροβολικού, επιστασία Μηχανών κ.α. Υπάρχει και η “Γενική Επιστασία” στην οποίαν προΐσταται ο “Υπαρχος” (βλέπε λέξη) του πλοίου.
***Επίστεγο (το): Μια ζωή, έτσι το ξέρω. Είναι το μέρος του “κυρίως καταστρώματος”( το άκουσα και “προστατευτικό” κατάστρωμα)-(βλέπε λέξη “κατάστρωμα”),που είναι στην πρύμη του πλοίου. Η λέξη “επίστεγο” είναι και τόπος προσδιορισμού, για ότι βρίσκεται επάνω του.π.χ. λέμε “οι βόμβες βάθους, που είναι στο επίστεγο”, ενώ για ότι βρίσκεται, κάτω από αυτό, χρησιμοποιούμε την λέξη “πρύμη” π.χ. το “υπόφραγμα της πρύμης”. Επίσης, το “επίστεγο” το βρήκα και σαν “κάσσαρο” (σε παλιά κείμενα, ως επί το πλείστον, ονομασία που αποδίδεται στο πρόστεγο/καμπούνι και που ταιριάζει και με το “forecastle” των ξένων- το αντίθετο του “poop deck”) επειδή στα παλαιά ιστιοφόρα, υπήρχε υπερυψωμένο μέρος με τα διαμερίσματα των αξιωματικών, στο δε κατάστρωμά του από πάνω, ήταν η θέση του Αξιωματικού Φυλακής εν πλω, στις δε ναυμαχίες, η θέση του ναυάρχου, του κυβερνήτη του πλοίου και του αξιωματικού των αρμένων. Άλλη μια ονομασία που ακούγεται για το”επίστεγο” είναι “πούπι”, που προέρχεται απ΄το “poop” ( στην [[https://en.m.wikipedia.org](https://en.m.wikipedia.org/…)]([https://en.m.wikipedia.org/…](https://l.facebook.com/l.php?u=https%3A%2F%2Fen.m.wikipedia.org%2F%3Ffbclid%3DIwZXh0bgNhZW0CMTAAYnJpZBEwSFV6UlAxR3g3RnNWYlIxSgEe8d74rjCtefq1wYPN_nDshG5JR-eYHu3MtGrDwzU5xtvXl6Zp3SchpCggUGA_aem_X0ouhY_BeTWJUMuxZFBbaQ&h=AT1rk_LaCJ9leux91T4WhZt7jN8ZGTEXNuGDVe_32quim9FWq6JYlDVhEsqzw0aN4wOvhNKh0eNxZwmP08w0vUwf-FJQ1-mKHVxMEkM2Mo6c1L-UJ6mW0UtE_ig_kIm83e3BybSf_BEPYaImrsobnA7tytrnbBxY&__tn__=-UK-R&c[0]=AT0gbsjB_NlDF77A9OaCjQUiSfYBQPoH71swpq9s9Vt8StIcetGvzhgXro_P6L8HYnl2zzn1JNyuZe7oKFbD39K38cvx9X5gNGWlaF5m3832tZilAOdV36iI_VhEoU900cVEItDP3Eb6aTCrZTuV1Z5tLtXbpKNXO5H9bvPIrJ9BlgF7OXH8UNU5Y0XyZA97LHWSj0MWnA)) αναγράφεται ότι ο όρος “poop” προέρχεται από την λατινική λέξη “puppis” που σημαίνει “πρύμνη”). Πάντως και οι δύο αυτές ονομασίες ,δηλαδή “κάσσαρο” και “πούπι” αναφέρονται σε κατάστρωμα με υπερκατασκευές και όχι χωρίς υπερκατασκευές (σπάτσα κουβέρτα), όπου τότε εφαρμόζεται η ονομασία “επίστεγο”. ***Επιστήλιο (το): Κοινώς “τσιμπούκι”. Το κομμάτι του καταρτιού, που προσθέτουμε προκειμένου να αυξήσουμε το ύψος του καταρτιού κι αυτό στα ιστιοφόρα πλοία κάποιας εποχής.
***Επιστολέας (ο/η): Στο Πολεμικό Ναυτικό ο τίτλος αυτός απονέμεται στον Κυβερνήτη του πλοίου ,επί του οποίου επιβαίνει ο Διοικητής αυτής της ομάδας των πλοίων . Γενικά, μόνον οι Διοικητές πλοίων έχουν Αρχιεπιστολείς/Επιστολείς, που ασχολούνται με τα επιχειρησιακά – συναφή προς την εκπαίδευση/παρασκευή θέματα.
***Επιστόμιο (το): Κατασκευή ειδική, που προσαρμόζεται στο στόμιο σωλήνα/βρύσης/αγγείων κλπ προς διευκόλυνση/διαφοροποίηση/φραγμό της εκροής του υγρού. Στον ατμό είναι το εξάρτημα του ατμολέβητα, μέσω του οποίου φεύγει, αυτόματα/κατόπιν χειρισμού, ο πλεονάζων ατμός.
***Επιστράτευση (η): Η μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων, από την κατάσταση της ειρήνης στην εμπόλεμο κατάσταση.
***Επιστρόφιο (το): Κοινώς “πιστρόφι” και “τουρέλο”.Το πρώτο “μαδέρι/επιγκενίδα” (βλέπε λέξη “επιγκενίδα” παραπάνω) του “πετσώματος”, που μπαίνει και θηλυκώνει στην τρόπιδα , ένα από κάθε πλευρά της.
***Επισχύω: Αποσπώ πλοία, από την προστασία του κυρίου σώματος των πλοίων της νηοπομπής, για να ενισχύσω την δύναμη διώξεως.
***Επίταξη (η): Η αναγκαστική κατάληψη των μέσων, από το Κράτος, για την ικανοποίηση των αναγκών του, σε έκτακτες περιστάσεις. Η αποζημίωση δεν είναι άμεσος.
***Επιτελάρχης (ο): Ο αρχηγός του επιτελείου. Στο Πολεμικό Ναυτικό δεν συνηθίζεται αυτή η λέξη.
***Επιτελείο (το): Ομάδα αξιωματικών, που είναι οι κύριοι συνεργάτες του διοικούντα και τον υποβοηθούν στην επίλυση και λήψη αποφάσεων για οποιοδήποτε έργο.
***Επιτελής (ο): Ο αξιωματικός που εκτελεί επιτελική εργασία, ο σύμβουλος του Διοικητή.
***Επιτελίδα (η): Λέμβος 10κωπος,τα παλιά τα χρόνια, με την οποία επικοινωνούσαν με την ξηρά, οι επιτελείς του πλοίου. Σε περίπτωση ιστιοδρομίας, έφερε δύο ιστούς και τα πανιά, στους ιστούς της, ήταν ψαθωτά (τραπεζοειδή, όπως της “βρατσέρας”) και έφερε και “φλόκο” ( έναν τέτοιο τύπο βάρκας έχουν και οι ναυτοπρόσκοποι και την λένε “φαλαινίδα-βλέπε λέξη). Ο ρόλος της “επιτελίδας”,στις μέρες μας, έχει ανατεθεί στις ΠΑΚ (“πετρελαιάκατος”-βλέπε λέξη) των Π. Πλοίων.
***Επιτελικός (ο/η/το): Αυτός που ανήκει στο επιτελείο/επιτελείς ή ο αναφερόμενος σ΄ αυτό, όπως επιτελικό σχέδιο κ.α. ***Επιτήρηση (η): Είναι η αδιάλειπτη και προσεκτική επίβλεψη των θαλάσσιων συνόρων μας, που ασκείται, στην ειρηνική περίοδο, με μέσα και προσωπικό, από το Π.Ναυτικό και το Λ.Σώμα. Έχω ιδίαν αντίληψη των δυσκολιών αυτού του έργου, μιας και τμηματικά, για μιά 4ετία, εκτελούσα αυτή την αποστολή. Μάλιστα μία φορά χρειάσθηκε, να μεταφέρουμε και ασθενή για να σωθεί η ζωή του,, κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες, μιας και δεν κυκλοφορούσε κανένα άλλο μέσον μεταφοράς.
***Επιτηρητής (ο/η): Αυτόν τον τίτλο φέρουν οι αξιωματικοί που ασκούν επιτήρηση/εποπτεία των Ναυτικών Δοκίμων στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Ο “επιτηρητής” πλέον των γενικών καθηκόντων του, αναλαμβάνει προσωπικά και μία τάξη Ν.Δοκίμων .
***Επιτονίζω: Στηρίζω τον ιστό/κατάρτι με επίτονους/ξάρτια (βλέπε λέξεις).
***Επιτονόδεσμος (ο): Κοινώς “ξαρτόδεσμος” ή “”παταρατσόκομπος” (βλέπε λέξεις). Χρησιμεύει για να ενώσουμε τα δυο κομμάτια απ έναν “παράτονο” (βλέπε λέξη), που έχει κοπεί και γενικά για την στέρεη και μόνιμη σύνδεση στριφτών σχοινιών ή πλεξίδων.
***Επίτονοι (οι): Κοινώς τα “ξάρτια” (βλέπε λέξη). Στηρίζουν τον ιστό του σκάφους και όχι μόνον. Αρχικά ήταν χοντρά σχοινιά, αλλά από τα μέσα του19ου αι. αντικαταστάθηκαν από συρματόσχοινα.
***Επιτροπίδια (τα): Δοκάρια δυνατά, που τοποθετούνται, για να στηρίζουν στα πλευρά το σκάφος κατά τον δεξαμενισμό. Επίσης, σιδερένια/ξύλινα δοκάρια ,ανάλογα αν είναι το σκάφος σιδερένιο/ξύλινο, που τοποθετούνται κατά το διάμηκες και προς τα ύφαλα του σκάφους, με σκοπό να μειώσουν τον διατοιχισμό/μπότζι του.
***Επίφορος άνεμος (ο): Ο άνεμος της “φούσκας” (βλέπε λέξη).
***Επίφορος ιστιοδρομία (η): Κοινώς “δευτερόπρυμα” ή “στη φούσκα” ή “στο γοφό” ή “πρωταδεύτερα”. Η ιστιοδρομία γίνεται με τον άνεμο να έρχεται από σχετικούς τομείς 135° – 165° πράσινο ή από 135° – 165° κόκκινο.
***Επιφράκτης (ο): Κοινώς το “πανιόλο” (βλέπε λέξη). Σιδερένια/ξύλινα αφαιρετά επίπεδα, που επιτρέπουν την επιθεώρηση/καθαρισμό/αερισμό, των κάτω από αυτά, χώρων των κυτών. Επίσης “πανιόλα” λέμε τα διαφράγματα που τοποθετούνται κατά το διάμηκες και το εγκάρσιο στο αμπάρι για να παρεμποδίσουν την μετατόπιση του φορτίου του πλοίου.
***Επιχάλκωση (η): Κοινώς “μπακίρωμα”. Η επιμετάλλωση, το γαλβάνισμα.
***Εποκέλλω: Καθίζω το πλοίο. Προσαράζω το πλοίο ***Επουρίζω: Κοινώς “πρυμίζω”. Όταν το ιστιοπλοούν σκάφος από την πλεύση “πλαγιοδρομίας/αρμένισμα” στρέφει, για να αναλάβει την πλεύση της “ουριοδρομίας/εξ ουρίας/πρύμα/κατάπρυμα” κι αυτό κατόπιν εξαναγκασμού, επειδή το θέλει ο καιρός..
***Επτήρης (η): Πολεμικό πλοίο του ναυτικού της αρχαιότητας, που είχε επτά σειρές κουπιών.
***Επωμίδες (οι): Φέρουν τα διακριτικά του βαθμού του αξιωματικού τοποθετούνται στο πάνω μέρος του ώμου. ***Επωτίδες (οι): Κοινώς “καπόνια”. Σιδερένιες καμπυλωτές κατασκευές, τοποθετημένες στα καταστρώματα όρθιες, για την ανακρέμαση/καθέλκυση/στερέωση των σωσσιβίων λέμβων/λέμβων/διάφορες χρήσεις.
***Εργαλειακό σφάλμα (το): Όργανα όπως ο “εξάντας”, το “διαστημόμετρο” και άλλα παρόμοιας φύσης, πιθανόν, να παρουσιάζουν “Εργαλειακό σφάλμα” και πρέπει να το προσδιορίζουμε/διορθώνουμε συνέχεια, για να έχουμε την μεγίστη ακρίβεια.
***Εργατοπέδη (η): Κοινώς “η τρύπα του εργάτη”. Είναι μια τρύπα/οπή στο κατάστρωμα, απ΄όπου περνάει ο άξονας του “εργάτη” (βλέπε λέξη).
***Εργάτης (ο): Τον βρήκα και “αργάτη”, κοινώς “μανουβέλο” (βλέπε λέξη). Είναι ένας τύπος “βαρούλκου”(βλέπε λέξη), αλλά σε κατακόρυφο άξονα, έναντι του οριζόντιου άξονα του “βαρούλκου”. Τον χρησιμοποιούμε για να τραβήξουμε βάρη, που βρίσκονται σε επίπεδο οριζόντιο/κεκλιμένο. Για τον λόγο αυτόν, το “τύμπανο”( “κεφαλάρι”)-(βλέπε λέξεις) του “εργάτη” είναι τοθετημένο κατακόρυφα. Λίγα λόγια για το σπουδαίο αυτό μηχάνημα, της επιστασίας των αρμένων το πλοίου. Με το μέρος του “εργάτη” ,που το λέμε “αλυσέλικτρο” (επίσημα λέγεται “τύμπανο”) και φέρει υποδοχές για να θηλυκώνουν οι κρίκοι της καδένας, βιράρουμε και ανεβάζουμε την άγκυρα του πλοίου. Αμέσως από πάνω του, είναι το “τύμπανο” του εργάτη (επίσημα “κορμός”), με το οποίο χειριζόμαστε (βίρα, λάσκα, αϊ πότζι) τους κάβους του πλοίου και τέλος είναι το “εργατόκρανο”,που έχει τρύπες, για να βάζουμε μανέλες, στην χειροκίνητη λειτουργία του εργάτη ,εφ΄όσον απαιτηθεί.
***Έρειδε: Κοινώς “φόρτσα”. Κέλευσμα προς τους κωπηλάτες, να τραβάνε πιο δυνατά τα κουπιά. Το έμαθα, όταν κάναμε στη Σχολή σαν Δόκιμοι κωπηλασία και μετά το ξέχασα.
**Ερείδω: Κοινώς “φορτσάρω”. Το χρησιμοποιούμε στην κωπηλασία, για να πούμε, ότι βάζουμε όλη μας την δύναμη, προκειμένου η βάρκα να προχωρήσει με μεγαλύτερη ταχύτητα.
***Ερεσία (η): Κοινώς “κωπηλασία” (βλέπε λέξη). Πάντως το ορθόν είναι “ειρεσία” (Εγκυκλοπαίδεια και λεξικό Ζαλούχου 1899). Η κωπηλασία με ρυθμό, από πολλά κουπιά.
***Ερέτης (ο/η): Κωπηλάτης (βλέπε λέξη).
***Ερετικό (το): Κοινώς “τσιούρμο”. Οι κωπηλάτες στις γαλέρες που ήταν συνήθως αιχμάλωτοι,κατάδικοι και “εθελοντές”, που συνήθως ήταν κοινωνικά αποδιοπομπαίοι.
***Έρευνα (η): Η ενέργεια των αεροναυτικών δυνάμεων, με σκοπό την ανακάλυψη των εχθρικών δυνάμεων, που βρίσκονται μέσα σε μια θαλάσσια περιοχή.
***Έρευνα και Διάσωση: Με τον όρο αυτόν εννοούμε την εκτέλεση “έρευνας” για εντοπισμό ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα και στην συνέχεια να τους παρέξουμε βοήθεια για διάσωση.
***Ερκάνη (η): Κοινώς “μπαταγιόλα” (βλέπε λέξη). Είναι τα γνωστά “κιγκλιδώματα”, που τοποθετούνται ,στα μέρη των καταστρωμάτων που δεν υπάρχουν “δρύφακτα/παραπέτα”(βλέπε λέξεις), για προστασία των ναυτιλλομένων, από πτώση στη θάλασσα.
***Έρμα (το): Κοινώς “σαβούρα” ή και “μπάλλαστ” (βλέπε λέξεις). Είναι το πρόσθετο βάρος, που, περιστασιακά, μεταφέρει ένα πλοίο (εκτός ή αντί του φορτίου του) προκειμένου να βελτιώσει την ευστάθειά του (π.χ. να αυξήσει το βύθισμά του για ελέγξει τη διαμήκη ή την εγκάρσια κλίση του, να μειώσει το κέντρο βάρους του, κ.ά.). Διακρίνεται σε μόνιμο έρμα, που τοποθετείται στο πλοίο για λόγους ευστάθειας και σε μη μόνιμο έρμα (θαλασσινό νερό), που φορτώνεται και ξεφορτώνεται σε συγκεκριμένες δεξαμενές, ανάλογα με τις ανάγκες της ευστάθειας του πλοίου.
***Έρμα (το): Στη “ναυτική γεωγραφία”, λέμε “έρμα” (κοινώς “σαβούρα”) το “στήθος” (βλέπε λέξη) από σωρούς βράχων, που αποτελούν μια έξαρση του βυθού π.χ. οι “κίνδυνοι” από αρχαία εμπόδια, που είναι αρχαία λείψανα αμυντικών έργων, βόρεια του λιμανιού της Αίγινας και τα λέμε “έρματα”.
***Ερμάριο (το): Κοινώς “ντουλάπι” (βλέπε λέξη). Είναι ένας μικρός αποθηκευτικός χώρος, στέρεα τοποθετημένος στα πλοία.
***Ερματίζω: Κοινώς “σαβουρώνω” (βλέπε λέξη). Βάζω “έρμα” στο πλοίο.
***Ερματισμός (ο): Κοινώς “σαβούρωμα” (βλέπε λέξη). Η τοποθέτηση “έρματος” στο πλοίο.
***Εμφάνιση φάρου (η): Η φωτοβολία (visibility) ενός φάρου παρέχεται στους χάρτες/φαροδείκτες και είναι, για μάτι που βρίσκεται σε ύψος 15 ποδών (περίπου 5 μέτρα ψηλά). Αν τώρα, το ύψος είναι διαφορετικό πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τους ειδικούς πίνακες για να προσδιορίσουμε την εμβέλεια του φάρου.
***Εσπερία (η): Η λέξη υπονοεί την δυτική Ευρώπη.
***Εσωτρόπιο (το): Κοινώς “σωτρόπι”. Είναι κομμάτι ξύλου, σε όλο το μήκος της τρόπιδας/καρίνας, που καλύπτει την δεύτερη τρόπιδα/καρίνα και ενισχύει την κυρίως τρόπιδα/καρίνα καθώς επίσης την δένει με τις έδρες των νομέων/στραβόξυλων, με περαστές βίδες ή γόμφους/τζαβέτες (βλέπε λέξεις).
***Εσχάρα (η): Κοινώς “σχάρα” ή “σκάρα”. Για να την ξεχωρίζουμε, την λέμε “ναυπηγική σχάρα” όπου κατασκευάζονται/επισκευάζονται τα σκάφη.
***Εσχαρέας (ο): Κοινώς “μάγειρας”. Ειδικότητα στο ναυτικό.
***Εσχάρια (τα): Κοινώς τα “σκαριά” (βλέπε λέξη). Υποστυλώματα του ναυπηγείου, για να υποβαστάζουν την τρόπιδα/καρίνα του σκάφους. Βλέπε και λέξη “βάζα”.
***Εσωτερικά ύδατα (τα): Κοινώς τα “κλειστά ύδατα”. Είναι τα ποτάμια του κράτους , οι λίμνες του και κάποιες θαλάσσιες περιοχές που ορίζει. Σ΄αυτά τα μέρη, ορίζονται και κάποιοι ιδιαίτεροι κανόνες, που πρέπει να ξέρουμε και να μην μένουμε, μόνο, στους Διεθνείς Κανόνες προς Αποφυγή Σύγκρουσης, γιατί αυτοί εφαρμόζονται στην ανοιχτή θάλασσα.
***Εσωτερικός πυθμένας πλοίου (ο): Βλέπε λέξη “διπύθμενα”. ***Ετησίαι (οι): Κοινώς λεγόμενα “μελτέμια” (βλέπε λέξη). Διαιρούνται στους “προδρόμους”(από 20 Μαϊου-10 Ιουνίου) και στους “κυρίως ετησίες” από 15 Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου. Είναι άνεμοι από ΒΔ-ΒΑ κατεύθυνσης, με ένταση που κορυφώνεται τις μεσημβρινές και ελαττώνεται τις βραδυνές ώρες. Η έντασή τους μπορεί να φθάσει και τα 9 bf. Καμιά φορά πνέουν και την νύχτα κι αυτό είναι και σημάδι ότι θα συνεχίσουν να πνέουν και την άλλη μέρα με ένταση.
***Ευδιαίοι (οι): Κοινώς τα “μπούνια” (βλέπε λέξη). Είναι ,ας πούμε οι τρύπες, απ΄όπου βρίσκουν διέξοδο τα νερά του καταστρώματος από τις υδρορρόες (“κουρζέτα”) (βλέπε λέξεις), που καταλήγουν σ΄ αυτές και μετά στη θάλασσα. Να μην ξεχνάμε και την έκφρασή μας “φορτωμένο μέχρι τα μπούνια” (παραφορτωμένο πλοίο).
***Εύδρομο (το): Τύπος πολεμικού πλοίου του παλαιότερου ναυτικού, το λεγόμενο ¨καταδρομικό”
***Ευθαλασσία (η): Ο/η “ευ-θάλασσος/ία” είναι ο/η εύκολος στη θάλασσα (λεξικό Ζαλούχου). Η ονομασία “ευθαλασσία” (κοινώς “θαλασσάκι”), ήταν η “κατάσταση της θάλασσας” με τον αριθμό 2 . Σήμερα, η “κατάσταση της θάλασσας” με τον αριθμό 2, έχει την ονομασία “ήρεμη” (ύψος κύματος από 0,10 έως 0,50 του μέτρου). ***Ευθεία θέσεως (η): Είναι ο γεωμετρικός τόπος, πάνω στον οποίον ευρίσκεται το σκάφος μας, την δεδομένη στιγμή της παρατήρησής του. Αυτή η “ευθεία θέσεως” μπορεί να είναι μία “διόπτευση” (βλέπε λέξη) ή μια “ευθεία” Αστρονομικής Ναυτιλίας, που προκύπτει από τον υπολογισμό παρατηρηθέντος αστεριού. ***Ευθεία θέσεως Αστρονομικής Ναυτιλίας(η): Όταν πλέουμε στην ανοιχτή θάλασσα, μακριά από ακτές, η μέθοδος “Μαρκ” (βλέπε λέξη) είναι η πλέον πλεονεκτική μέθοδος, για να βρούμε τον γεωμετρικό τόπο, πάνω στον οποίον είναι το σκάφος μας, λαμβανομένου υπόψη της αδυναμίας/αμφιβολίας των ηλεκτρονικών μέσων.
***Ευθυγράμμιση (η): Βλέπε και “γραμμή θέσεως”. Η “ευθυγράμμιση” είναι η ευθεία, που ενώνει δύο καταφανή/αναγνωρίσιμα σημεία. Αυτό αποτελεί και “γραμμή θέσεως” του σκάφους μας. Εάν την μετρήσουμε στο “ανεμολόγιο” (βλέπε λέξη) του χάρτη μας ,τότε είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να ελέγξουμε το τυχόν σφάλμα της πυξίδας μας.
***Ευθυντηρία πυξίδα (η): Κοινώς “μπούσουλας της ρότας” (βλέπε έκφραση). Εγώ, δεν την ξέρω σαν “ευθυντηρία”. Την έμαθα σαν “ιθυντηρία πυξίδα”, δηλαδή αυτή που δίνει κατεύθυνση (όπως λέμε και “ιθύνων νους” ή η “ιθύνουσα τάξη”- βλέπε λεξ.Μπαμπινιώτη και Τεχνική Νοημοσύνη). Είναι η πυξίδα που τηρούμε πορεία στο πλοίο, σε αντίθεση με την “διοπτηρία” (βλέπε λέξη), την οποία θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε “ευθυντηρία”, μιας και η λέξη “ευθύς/εια” ,μας δίνει αυτό το δικαίωμα, εφ΄όσον με την πυξίδα αυτή, παίρνουμε διοπτεύσεις/ευθείες.
***Εύκρατος ζώνη (η): Η γη μας, χωρίζεται σε πέντε ζώνες. Στην ζώνη του “αρκτικού” (πολική / φ=66°33΄Β – φ=90°Β), στην ζώνη του “καρκίνου” (εύκρατος / φ=23°27΄Β – φ=66°33΄Β), στην “διακεκαυμένη” ζώνη (φ=23°27΄Β- φ=23°27΄Ν), στη ζώνη του “αιγόκερω” (εύκρατος / φ=23°27Ν – φ=66°33΄Ν) και στη ζώνη του “ανταρτικού” (πολική- φ=66°33΄Ν – φ=90°Ν).
***Εύξεινος Πόντος (ο): Κοινώς “Μαύρη θάλασσα”. Η αρχαιότατη ελληνική εσωτερική θάλασσα που είναι μεταξύ Ευρώπης και Ασίας
***Ευπλοία (η): Προσωνυμία της Αφροδίτης, στην οποίαν προσευχόντουσαν οι πρόγονοί μας για να έχουν “καλές θάλασσες” στο ταξείδι με το πλοίο.
***Ευπρεπίζω άγκυρα: Κοινώς “τραβερσώνω” ή “νετάρω” άγκυρα (βλέπε λέξεις). Με την κίνηση αυτή “μασχαλίζουμε/εχμάζουμε/μποτσάρουμε” την άγκυρα στο “όκιό” της (βλέπε λέξη).
***Ευραπηλιώτης (ο): Κοινώς “σοροκολεβάντες” ή και “σιροκολεβάντες”. Ο ανατολικός-νοτιοανατολικός (ΑΝΑ) άνεμος.
***Ευροκλύδων (ο): Ονομασία που αναφέρεται, σε καταιγίζοντα ανατολικό άνεμο, κατά την διάρκεια της περιπέτειας μεταφοράς με πλοίο του Αποστόλου Παύλου.
***Ευρονότος (ο): Κοινώς “όστρια-σορόκος” ή “”όστρια-σιρόκος”. Ο νότιο-νοτιοανατολικός (ΝΝΑ) άνεμος.
***Εύρος (ο): Κοινώς “σορόκος”(βλέπε λέξη) .”Εύρος” είναι η επίσημη ναυτική ονομασία του Νοτιοανατολικού ανέμου, με σύντηση “ΝΑ” . Θα τον βρούμε και ως “σιρόκο”. Ο Ησίοδος τον κατατάσσει μεταξύ των υγρών ανέμων.
***Ευρύαλα (τα): Τα ψάρια, τα μικρά γενικά ζώα της θάλασσας, καθώς και η χλωρίδα της, που μπορούν να υποστούν μεγάλες μεταβολές αλμυρότητας. Μερικά ,όπως τα χέλια, μπορούν να ζήσουν και στα ποτάμια. “Ευρύαλος” λέγεται και ένας ύφαλος νότια από την άκρα Σηπιάδα και βόρεια του όρμου Κατηγιώργη της Μαγνησίας. Επίσης, “Ευριάλη” ονομαζόταν και μια γοργόνα.
***Ευστάθεια (η): Είναι η υδροδυναμική τάση, που έχει κάθε σκάφος, να ξαναγυρνάει στην κατακόρυφη θέση, όταν, για κάποια αιτία, παρεκκλίνει από την θέση ισορροπίας του (διατοιχισμός/μπότζι και προνευστασμός/σκαμπανέβασμα). ***Ευχείριστος (ο/η/το): Κοινώς “μανιτζέβελος” ή “μαντζέβελος”.
***Ευφορώ: Αρμενίζω “λασκάδα” (βλέπε λέξη).
***Εφεδρική πλευστότητα (η): Λέγεται “εφεδρική πλευστότητα” το “ύψος των εξάλων” ενός σκάφους και συμβολίζεται με την σύντμηση “Υ.Ε.” Το Υ.Ε. μετριέται, στην μέση του πλοίου και είναι η κάθετη απόσταση, από το επίπεδο του ανώτερου υδατοστεγανού καταστρώματος, μέχρι την επιφάνεια της θάλασσας. Το ελάχιστο Υ.Ε. αποτυπώνεται στις “γραμμές φορτώσεως του πλοίου. Επίσης , “εφεδρική πλευστότητα” λέγεται και η δυνατότητα των σκαφών να μην βυθίζονται, χάρις στους στεγανούς χώρους που έχει ή στο υλικό κατασκευής του. ***Εφεδρικός (ο/η/το): Είναι αυτό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί,σε αντικατάσταση άλλου, που χάλασε. Συνήθως λέμε “αμοιβό” ή “σπεαρ” ή “ρισπέτο/ρεσπέτο” (βλέπε λέξεις).
***Εφέλκω π.χ. βάρκα: Ρυμουλκώ βάρκα, σέρνω βάρκα.
***Εφημερίδες αστρονομικές (οι): Βλέπε “αστρονομικές εφημερίδες”. Ουσιαστικά μας δίνουν την “ωρική γωνία”(G.H.A.) όλων των ουρανίων σωμάτων, που παρατηρούμε από την θάλασσα, για τον “πολιτικό χρόνο”(G.M.T.) της παρατήρησης. ***Εφηλίδα (η): Κοινώς “κασκαβάλι”βλέπε λέξη). Είναι η μικρή γλωττίδα που την βάζουμε στην περόνη και την παρεμποδίζει να βγει.
***Εφίστιος φανός (ο): Σύμφωνα με τον Διεθνή Κανονισμό προς Αποφυγή Σύγκρουσης στη θάλασσα, Κανόνας 21, “εφίστιος φανός” σημαίνει λευκό φανό πάνω από την διαμήκη κεντρική γραμμή του πλοίου, που φωτίζει, χωρίς διακοπή, τόξο του ορίζοντα 225° και τοποθετημένον κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φωτίζει από την πλώρη μέχρι 22,5° πρύμνηθεν του εγκαρσίου, από κάθε πλευρά του πλοίου.
***Εφοδεία (η): Ο έλεγχος ότι όλα λειτουργούν σωστά και είναι στη θέση τους, κατά την διάρκεια της νύχτας κα η σχετική αναφορά στον Αξιωματικό, που έχει βάρδια.
***Εφόλκιο (το): Η λέξη είναι ταυτόσημη με την λέξη λέμβος/βάρκα. Η διαφορά της είναι ότι, περιλαμβάνει όλες τις βάρκες του πλοίου, είτε είναι κωπήλατες, είτε βενζινοκίνητες, είτε σωσίβιες, είτε είναι για οποιαδήποτε χρήση. Όταν λέμε “εφόλκια – πρωρατικά” εννοούμε όλες τις βάρκες του πλοίου (εφόλκια) και ότι αφορά στα σχοινιά/συρματόσχοινα , στους ιστούς/ιστία,άγκυρες και γενικά στα άρμενα (πρωρατικά).
***Εφοπλισμός (ο): Κοινώς το “αρμάτωμα” (βλέπε λέξη). Η λέξη αυτή έχει την έννοια της τοποθέτησης/εφοδιασμού του πλοίου όλων των αναγκαίων σε προσωπικό/υλικό για να μπορέσει να ταξιδεύσει.
***Εφοπλιστής (ο/η): Το άτομο που εφοπλίζει πλοίο. Επίσης, το άτομο που χρησιμοποιεί πλοίο σε ναυτιλιακή εργασία, προκειμένου να κερδίσει, ανεξάρτητα εάν είναι πλοιοκτήτης ή ναυλωτής.
***Εφορμίζω: Πλέω προς όρμο ή ακτή για αναζήτηση καταφυγίου.
***Εφτά Αδέλφια (τα): Είναι μια άλλη ονομασία, που ακούγεται για την Μεγάλη Άρκτο και τα 7 λαμπερά της αστέρια. Στην Κύπρο την λένε “Εφτά πλανήτες”.
***Εφύδρωση (η): Στην περίπτωση που η εξωτερική θερμοκρασία στο πλοίο κατεβαίνει και μάλιστα αιφνιδιαστικά, ο πιο ζεστός αέρας στα αμπάρια του φορτίου ψύχεται και οι υγροποιημένοι υδρατμοί εναποτίθενται στα τοιχώματα των αμπαριών. Τότε λέμε ότι έχουμε “εφύδρωση”.
***Εχμάζω: ΄Κοινώς “μποτσάρω”. Στερεώνω. Σιγουρεύω.
***Εχμάτια (τα): Κοινώς “μπαγκέτες” ή “μποτσέλλα” ή “φασκιές” (βλέπε λέξεις). Αυτήν την τελευταία ονομασία την έχω ακούσει περισσότερο. Τα “εχμάτια/φασκιές” χρησιμοποιούνται για την έχμαση/μποτσάτισμα /στερέωση μιας βάρκας, στις επωτίδες/καπόνια του πλοίου.
***Εωθινός (ο/η/το): Πρωϊνός.
***Εωσφόρος (ο): Αυτός που προαναγγέλλει την αυγή, δηλαδή ο πλανήτης Αφροδίτη, που όταν φαίνεται την αυγή λέγεται “αυγερινός” και όταν φαίνεται το σούρουπο λέγεται “αποσπερίτης”/”πούλια”.
***Έάω-Εώ: Κοινώς “μολάρω”,”λασκάρω”. Το κέλευσμα προς τους κωπηλάτες είναι “εά τα κουπιά”, που σημαίνει, να πιάσουν το κουπί από το “εγχειρίδιο/χερούλι/λαβή” με το χέρι τους, που είναι προς την θάλασσα, να το βγάλουν από το “έγκωπο”(βλέπε λέξη) και να το αφήσουν, να το παρασύρει η ρύμη της βάρκας ,κρατώντας το σταθερά.