***«Μυ» ή «Μι» : Το γράμμα «Μ», που στα σήματα “μορς” αντιστοιχεί με το γράμμα “M”, σημαίνεται με παύλα – παύλα ( _ _ ) και σημαίνει «Το πλοίο μου σταμάτησε και δεν κινείται στο νερό» . Το έγχρωμο σημείο (σημαία), που σηκώνουμε στον ιστό, από το σηματοθέσιο, είναι μια σημαία κυανού χρώματος, που φέρει ένα λευκό «Χ» απ΄άκρη σε άκρη (καταλαμβάνει όλη την σημαία). Η φωνητική του παράσταση στα ελληνικά είναι “ΜΕΛΙ” και διεθνώς “MIKE”. Στο Πολεμικό Ναυτικό η έπαρση στον ιστό του σήματος αυτού, σημαίνει «Κινήσεις μου ανεξάρτητες» .
***Μαγγιόρα πανιά (τα): Η κοινή ονομασία των «μείζονων ιστίων» (βλέπε έκφραση), της ιστιοφόρου ναυτιλίας.
***Μαγγιόρα (το): Με την λέξη αυτή εννοούμε τους «επίτονους/ξάρτια» (βλέπε λέξεις) , που στηρίζουν τον ιστό/κατάρτι.
***Μαγγανέλι (το): Μια απ΄τις κοινές ονομασίες του «εξέλικτρου/ανέμης» (βλέπε λέξεις).
***Μαγγελάνος Φερδινάνδος (ο): Ο διάσημος Πορτογάλος θαλασσοπόρος, ποντοπόρος και εξερευνητής. Προς τιμήν του ονομάστηκε «Πορθμός του Μαγγελάνου» το αμφίγειο/πορθμός, που πρώτος ανακάλυψε ο ίδιος τον 16ον αι. και είναι μια θαλάσσια δίοδος ,στο νότιο άκρο της Νοτίου Αμερικής, που συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό ωκεανό. Έτσι παρακάμπτεται το ακρωτήριο Χόρν και οι τρικυμίες, που δέρνουν την περιοχή. Το διαδίκτυο μας πληροφορεί ότι, το μήκος του περάσματος είναι πάνω από 300 ν.μλ., με μέγιστο πλάτος περί τα 20 ν.μλ. και με 2 ν.μλ. και κάτι, το πιο στενό του μέρος. Ο Μαγγελάνος σκοτώθηκε σε μια μάχη στις Φιλιππίνες ,στον Ειρηνικό και ο αντικαταστάτης του, τέλειωσε το ταξίδι του Μαγγελάνου και γύρισε στην Ισπανία στις 6 Σεπτεμβρίου του 1522, σύμφωνα με το ημερολόγιο πλοίου, αλλά αποκαλύφθηκε ότι ήταν ,στην πραγματικότητα, 3 Σεπτεμβρίου. Το γεγονός αυτό χρησιμοποίησε ο Ιούλιος Βερν, για την συγγραφή του μυθιστορήματος «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». ΣΧΟΛΙΟ: Πλους από δυσμάς προς Ανατολάς κερδίζουμε σε χρόνο, ενώ το αντίθετο από Ανατολάς προς Δυσμάς χάνουμε χρόνο.
***Μάγειρας (ο): Η κοινή ονομασία του «εσχαρέα» (βλέπε λέξη). Αυτός που έχει για επάγγελμα την παρασκευή φαγητού.
***Μαγειρείο (το): Η επίσημη ονομασία του χώρου όπου παρασκευάζεται το φαγητό για πολλά άτομα και λέγεται κοινώς «κουζίνα» (βλέπε λέξη).
***Μαγιό (το): Στη Σχολή το λέγαμε «σκελέα κολυμβήσεως». Ειδικό ρούχο για μπάνιο στη θάλασσα, που φοριέται κατάσαρκα.
***Μαγκάρω: Κοπάζω (βλέπε λέξη).
***Μαγνήτης (ο): Διακρίνεται σε φυσικό, τεχνητό και προσωρινό μαγνήτη.
***Μαγνητικά αβαθή (τα): Σε κάποια αβαθή , προξενούνται αναταραχές στις μαγνητικές πυξίδες.
***Μαγνητικές ανωμαλίες (οι): Σε κάποιες περιοχές, έχουν παρατηρηθεί μαγνητικές ανωμαλίες στην απόκλιση της μαγνητικής πυξίδας του πλοίου, όπως στην περιοχή του ο.Κουταλά της ν,Σερίφου (Υδρ. Υπηρεσία Π.Ναυτικού).
***Μαγνητικές θύελλες (οι): Λέγονται και «μαγνητικές καταιγίδες» και έχουν σαν αποτέλεσμα, η μαγνητική βελόνη να αποκλίνει από την κανονική της θέση, καμιά φορά και για μέρες. Το γεγονός αυτό συνδέεται με τις εκλάμψεις στον ήλιο, τις ηλιακές εκρήξεις που είναι ακανόνιστες.
***Μαγνητική απόκλιση (η): Ονομάζεται «απόκλιση μαγνητικής βελόνης» (συμβολίζεται ως «Απ») η γωνία, που περιλαμβάνεται μεταξύ του αληθούς βορρά και του μαγνητικού βορρά. Την χαρακτηρίζουμε δε, ως ανατολική/θετική/δεξιά όταν ο μαγνητικός βορράς είναι ανατολικότερα του αληθούς και ως δυτική/αρνητική/αριστερά όταν ο μαγνητικός βορράς, είναι δυτικότερα του αληθούς. Στον χάρτη που περιέχεται στο εγχειρίδιο H.O.Pub.No.226 U.S.NOO είδα ότι, η μαγνητική απόκλιση φθάνει τις – 40° (αρνητική/δυτική) στις περιοχές της αρκτικής ( ΒΑ Καναδά-Γροιλανδία) και της ανταρκτικής (ΝΑ Αφρικής και κάτω από τον παράλληλο 40° Ν.) Στην περιοχή μας η απόκλιση κυμαίνεται σε αρκετά μικρές τιμές.
***Μαγνητική βελόνη (η): Λεπτός και πολύ ελαφρύς μαγνήτης, με ιδιότητα να περιστρέφεται ελεύθερα και να υποδεικνύει τον μαγνητικό βορρά. Αποτελεί θεμελιώδες εξάρτημα των «μαγνητικών πυξίδων» (βλέπε έκφραση). Η πρωτόγονη μορφή της μαγνητικής βελόνης είναι η «καλαμήθρα» (βλέπε λέξη).
***Μαγνητική διόπτευση (η): Παριστάνεται με το σύμβολο «Αζμ» και είναι η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ της κατεύθυνσης του μαγνητικού βορρά και της νοητής γραμμής μεταξύ του παρατηρητή και του αντικειμένου.
***Μαγνητική έγκλιση (η): Βλέπε λέξη «Έγκλιση», (Εγκλίνω= λυγίζω προς τα εμπρός, κλίνω, σύμφωνα με το λεξικό Ζαλούχου εκδόσεως 1899).
***Μαγνητική νάρκη (η): Η νάρκη που εκρήγνυται με την προσέγγιση σιδερένιου ή χαλύβδινου πλοίου.
***Μαγνητική παρεκτροπή (η): Σύντμηση «Τρ». Η γωνία που σχηματίζει ο Βορράς πυξίδας (Βπ) με τον μαγνητικό Βορρά (Βμ). Χαρακτηρίζεται ως θετική/δεξιά/ανατολική (+) ή αρνητική/αριστερά/δυτική (-) ανάλογα, αν ο βορράς πυξίδας βρίσκεται δεξιότερα ή αριστερότερα του μαγνητικού Βορρά.
***Μαγνητική πορεία (η): Παριστάνεται με την σύντμηση «ζμ» και είναι η γωνία μεταξύ του μαγνητικού βορρά και της διαμήκους γραμμής του σκάφους.
***Μαγνητική πυξίδα (η): Η πυξίδα που γνωρίζουμε, για ναυτική και τοπογραφική χρήση , που με την μαγνητική βελόνη υποδεικνύει τον μαγνητικό βορρά σε αντίθεση με την «γυροσκοπική πυξίδα» (βλέπε έκφραση) που υποδεικνύει τον αληθή βορρά.
***Μαγνητικό ανεμολόγιο (το): Στους ναυτικούς χάρτες, το «ανεμολόγιο» αποτελείται από δύο κύκλους, διηρημένους σε μοίρες. Ο εσωτερικός κύκλος είναι αφιερωμένος στο μαγνητικό πεδίο του τόπου και δείχνει τον μαγνητικό βορρά που παρεκκλίνει του αληθούς βορρά. Επίσης αναγράφεται το ποσόν της απόκλισης, εάν αυτή είναι ανατολική (προσθετική/θετική) ή δυτική (αφαιρετική/αρνητική),το έτος παρατήρησης και το ποσόν μεταβολής της κάθε χρόνο. Έτσι μπορούμε να ξέρουμε, με ένα απλό πολλαπλασιασμό, την απόκλιση του μαγνητικού βορρά από τον αληθή, για την περιοχή του ανεμολογίου , τον χρόνον που χρησιμοποιούμε τον χάρτη.
***Μαγνητικοί μεσημβρινοί (οι): Οι μεσημβρινοί που σαν μέγιστοι κύκλοι περνάνε από τους μαγνητικούς πόλους.
***Μαγνητικοί πόλοι: Τα σημεία της γης που συναντιόνται οι μαγνητικοί μεσημβρινοί. Οι μαγνητικοί πόλοι είναι διάφοροι από τους γεωγραφικούς πόλους.
***Μαγνητικός (ο): Ο αναφερόμενος/ανήκων στα μαγνητικά φαινόμενα.
***Μαγνητικός άξονας (ο): Συνδέει τον μαγνητικό βόρειο πόλο με τον μαγνητικό νότιο πόλο.
***Μαγνητικός ισημερινός (ο): Η νοητή γραμμή γύρω από τη Γη όπου το μαγνητικό πεδίο είναι απόλυτα οριζόντιο (η μαγνητική έγκλιση είναι 0°). Δεν είναι ο κανονικός γεωγραφικός Ισημερινός, ούτε και τέλειος κύκλος, μιας και το μαγνητικό πεδίο της Γης δεν είναι ακριβώς διπολικό, αλλά μια ζώνη με την ελάχιστη μαγνητική ένταση.
***Μαγνητικός μεσημβρινός (ο): Ο μεσημβρινός που ακολουθεί την μαγνητική βελόνα και δεν συμπίπτει με τον αληθή μεσημβρινό, αλλά διέρχεται από τους μαγνητικούς πόλους. Σε κάθε περίπτωση σχηματίζει την εικόνα της «μαγνητικής απόκλισης» (βλέπε έκφραση).
***Μαγνητικός χάρτης (ο): Ο χάρτης που δείχνει τις μαγνητικές γραμμές πάνω στη γη.
***Μαγνητογράφος (ο): Αυτογραφικό όργανο για τις μεταβολές του γήϊνου μαγνητισμού ( έγκλιση, απόκλιση, οριζόντια συνιστώσα).
***Μαγνητόμετρο (το): Γενική ονομασία όλων των οργάνων που χρησιμοποιούνται για την μέτρηση του γήϊνου μαγνητισμού.
***Μαγνητοσκόπιο (το): Όργανο που ανιχνεύει την μαγνητική δύναμη.
***Μαγνητών νήσοι (αι): Αρχαία ονομασία των Βορείων Σποράδων ,όπως αποκαλείται σήμερα η συστάδα αυτή την νησιών . Την ονομασία «Μαγνητών νήσοι» αναφέρει ο Έλληνας γεωγράφος Στράβων ( 1ος π.Χ.αι.).
***Μάγουλα (τα): Η κοινή ονομασία των «επωμίδων/ωμίδιων» (βλέπε λέξεις). Οι γωνιές που υποστηρίζαν το «θωράκιο/κόφα» στα παλιά πλοία.
***Μάγουλο (το): Βλέπε λέξη «μάσκα».
***Μάγουλο μακαρά (τ): Η κοινή ονομασία της «παρειάς του τρόχιλου» (βλέπε έκφραση).
***Μάγουλα στομίου κύτους (τα): Τα πλάγια τοιχώματα του στομίου του αμπαριού.
***Μαδέρι: Η σανίδα που τοποθετείται για επικοινωνία του σκάφους με την ξηρά ,όταν τούτο δένει σε λιμενική εγκατάσταση. Άλλες ονομασίες είναι: «Διαβάθρα», «Σκάλα», «Πασαδούρος», «Μπαρμπαρίζος», «Θυρίδα επιβίβασης», «κάνγουες», «κλίμακα» (βλέπε λέξεις).
***Μαδέρια (τα): Η κοινή ονομασία των «επιγκενίδων» (βλέπε λέξη).Οι στενές και παχιές σανίδες του χρησιμοποιούνται για «φόρδο/πέτσωμα» στα ξύλινα σκάφη. Γενικά λέμε «μαδέρι» κάθε στενό, μακρύ, στέρεο, παχύ και επίπεδο ξύλο.
***Μαδρέπορα (τα): Ζωϊκοί οργανισμοί που σχηματίζουν τα κοραλλιογενή νησιά, που είναι διεθνώς γνωστά με την ονομασία «ατόλλες».
***Μαζεύω πανί: Πτύσσω ιστίο.
***Μαζεύω σχοινί: Το λέμε και «μαζώνω το σχοινί, που σημαίνει ότι το «σπειρώ», δηλαδή το «ντουκιάρω» (το δεξιόστροφο δεξιά και το αριστερόστροφο αριστερά), (βλέπε λέξεις). Κάθε «σπείρα» την λέμε «ντούκα».
***Μαζούτ (το): Ακάθαρτο/βαρύ πετρέλαιο. Ονομασία πετρελαίου που χρησιμοποιείται σαν καύσιμη ύλη στους ατμολέβητες.
***Μαθηματικός ορίζοντας (ο): Τον «μαθηματικό ορίζοντα» τον λέμε και «νοητό ή αληθή ή ουράνιο ορίζοντα» και είναι κάθετος στην γραμμή «ναδήρ-ζενίθ» του τόπου, διερχόμενος όμως και από το κέντρο της γης. Αυτός ο «ορίζοντας» χωρίζει την «ουράνιο σφαίρα» σε δύο ημισφαίρια. Το ημισφαίριο που περιέχει το «ζενίθ» λέγεται «ορατό», επειδή έχει τα ουράνια σώματα που βλέπουμε και το άλλο που περιέχει το «ναδίρ» λέγεται «αόρατο» για τον αντίθετο λόγο.
***Μάϊνα: Κέλευσμα στη ναυτική γλώσσα , που χρησιμοποιείται πολύ. Σημαίνει να λασκάρουμε, να κατεβάσουμε, να καθαιρέσουμε πάντα υπό έλεγχο. Εάν είναι σύνθετο, ως «μάϊνα -μπάντου», τότε σημαίνει «άστο εντελώς ελεύθερο» π.χ. τον κάβο.
***Μαϊνάρω: Λασκάρω, χαλώ.
***Μαινόμενη θάλασσα (η): Έτσι ονομαζότανε παλιά η κατάσταση της θάλασσας που αντιστοιχούσε στον άνεμο των 8 Bf, δηλαδή «Πολύ τρικυμιώδης, με ύψη κυμάτων από 9-14 μ.» , όπως χαρακτηρίζεται σήμερα από την ΕΜΥ.
***Μαΐστρα (η): Η κοινή ονομασία της «μεγίστης» (βλέπε λέξη).
***Μαϊστράλι (το): Ο ελαφρύς «μαΐστρος» (βλέπε λέξη).
***Μαΐστρος (ο): Κοινή ονομασία του βορειοδυτικού (ΒΔ) ανέμου, που έχει επίσημη ονομασία «Σκίρων». Σύμφωνα με την ανάλυση των καιρών στον ελλαδικό χώρο, o Σκίρων (ΒΔ-Μαΐστρος) επικρατεί σχεδόν όλο τον χρόνο στο Ιόνιο +ΝΑ Αιγαίο+Δυτικά Κρήτης , αλλά και στο κεντρικό Αιγαίο, ενώ στις άλλες περιοχές των Ελληνικών θαλασσών πνέει κατά περιόδους και βασικά την καλοκαιρινή περίοδο με εξαίρεση το ΒΑ Αιγαίο, όπου θα τον βρούμε και τον χειμώνα κάποιες φορές. Είναι άνεμος που φέρνει συχνά καταιγίδες, προκαλεί καταστροφές και εικονίζεται ,στους “Αέρηδες” ,να αδειάζει απότομα νερό από μια υδρία (κανάτα).
Η λέξη “Μαΐστρος”, προέρχεται από την Βενετική λέξη maistro (μέγιστος) και λατινικά magister(magnus) (μέγας, ισχυρός).Συχνά αναφέρεται και ως μαϊστράλι, που έχει κυριαρχήσει και στην καθημερινή ζωή. Η ονομασία «Μαΐστρος » ,όπως μου είπαν, καθιερώθηκε από τους Ενετούς, όταν κατείχαν την Κρήτη, που με βάση την Candia (Ηράκλειο), ονομάτισαν τους καιρούς. Εκφράζει την κατεύθυνση που ήταν η Βενετία, όπου και η έδρα του Μέγα Μάγιστρου. Το «μαϊστράλι”( βενετικά maistral) που φυσάει το καλοκαίρι στην Αδριατική/Ιόνιο, είναι ένα φρέσκο αεράκι που συνοδεύονται από πολύ καλές καιρικές συνθήκες. Όταν λέμε, στον πληθυντικό, “τα μαϊστράλια”, εννοούμε τους μεταβλητούς ανέμους με μέση ΒΔ διεύθυνση. Υποκοριστικά δε το “μαϊστραλάκι”,είναι ο “ελαφρύς” ΒΔ άνεμος. Οι Ιταλοί, υποκοριστικά, λένε “τραμουντανέλλα” ,επειδή λόγω της αδύναμης πνοής του, δεν μπορείς να διακρίνεις εάν φυσάει από τον Βορρά ή από τον Σκίρωνα(Μαΐστρο).
***Μαϊστροτραμουντάνα (ο): Ο ΒΒΔ άνεμος/διεύθυνση (Βορειοβορειοδυτικός). Επίσημη ονομασία «Σκιρωνοβορράς» (βλέπε λέξη).
***ΜΑΚ: Σύντμηση που χρησιμοποιείται στο Ναυτικό για να δηλώσει ότι το σκάφος τέθηκε σε «Μακρά Ακινησία», με σκοπό την εκτέλεση γενικών επισκευών και εργασιών. Είναι μία περιοδική κατάσταση στη ζωή ενός πλοίου.
***Μάκα (η): Η βρώμα, η γλίτσα, (βλέπε λέξεις).
***Μακαράς (ο): Η κοινή ονομασία του «τροχίλου» (βλέπε λέξη).
***Μακαράς με σκουλαρίκι (ο): Η κοινή ονομασία του «τροχίλου με τροπό» (βλέπε έκφραση). Ο μακαράς που φέρει περιφερειακά και τον περιδένει σφιχτά ένα σχοινί για την ανακρέμασή του .
***Μάκινα (η) Η μηχανή, το μηχάνημα.
***Μακρά (η): Με την λέξη αυτή εκφράζουμε την χρονική διάρκεια π.χ. λέμε «σφύριξε μία μακρά».
***Μακρά αμμάτιση (η): Βλέπε «μάτιση χωρίς καβίλια» Την λέμε και «δρομική αμμάτιση» ή «άκεστρο αμμάτιση» (χωρίς την βοήθεια «κέστρας/καβίλιας» (βλέπε λέξεις/εκφράσεις).
***Μακραίνω: Η ενέργεια να τεντώσουμε ένα σχοινί, να το ξετονίσουμε, να το εκτείνουμε.
***Μακράν: Σε μεγάλη απόσταση.
***Μακρινάρια (τα): Η κοινή ονομασία των «ταινιών της εσχάρας», που είναι δοκοί παράλληλοι στην «ναυπηγική κλίνη» (βλέπε εκφράσεις) .
***Μακρινός (ο): Βλέπε λέξη «μακρύς» κάβος.
***Μακροβούτι (το): Βουτιά στο νερό, σε μεγάλη απόσταση/βάθος.
***Μακροματισιά (η): Η κοινή ονομασία της «μακράς αμμάτισης» (βλέπε έκφραση).
***Μακρυά: Γράφεται και «μακριά» . Συνηθίζεται στην γλώσσα των ναυτικών, να χρησιμοποιείται η λέξη «αλάργα», π.χ. σε μακρινή απόσταση από την ακτή.
***Μακρυά απ΄ το λιμάνι: «Βάρδα πόρτο» (βλέπε έκφραση).
***Μακρύς (ο): Βλέπε λέξη «λογκάδος» κάβος. Ο «μακρινός» (βλέπε λέξη).
***Μάκτρο (το): Κοινώς η μεγάλη «πετσέτα» (βλέπε λέξη). Έτσι λέγαμε στην ΣΝΔ την μεγάλη πετσέτα, που χρησιμοποιούσαμε για να σκουπίσουμε το σώμα μας.. Την διαχωρίζαμε από την μικρή πετσέτα, που την αποκαλούσαμε «προσόψιο». «Μάκτρο» γενικά, είναι το κοινώς λεγόμενο «σφουγγιστήρι» ή και «πατσαβούρα», για κάθε δουλειά.
***Μάλαγμα (το): Το βρήκα στην εγκυκλοπαίδεια ότι,είναι η επίσημη ναυτική ονομασία της «στρωμάτσας», όπου «στρωμάτσα», έμαθα να λέω το μακρόστενο μεγάλο «μπαλόνι/παράβλημα», που το τοποθετούμε παράλληλα με την ίσαλο γραμμή του πλοίου, κρεμασμένο απ΄τις δυο του άκρες, για αποφυγή πρόσκρουσης κατά τους χειρισμούς παραβολής/πλεύρισης. Η ΑΙ μου έδωσε την ακόλουθη απάντηση «μάλαγμα = προστατευτικό παράβλημα του πλευρού πλοίου – Ναυτικό Λεξικό (τέλη 19ου αι.):«Μάλαγμα”= παν ότι κρεμάται εις τα πλευρά του πλοίου προς άμβλυνσιν των προσκρούσεων κατά τον παραβολισμόν.» Τελικά, τα σημερινά εγχειρίδια Ναυτικής Τέχνης αναγράφουν ότι επίσημη ονομασία είναι «Παράβλημα».
***Μαλάγρα (η): Ένα δύσοσμο μείγμα πολτοποιημένο, που ρίχνουμε στη θάλασσα, στο μέρος που θα ψαρέψουμε με αγκίστρι. Στο νησί μου το λέγαμε «μπασμός» (βλέπε λέξη).
***Μαλακό πλοίο (το): Όρος της ναυπηγικής που σημαίνει το «απαλά λικνιζόμενο πλοίο», ενώ ο αντίθετος όρος είναι «σκλήρο πλοίο» (βλέπε έκφραση), που σημαίνει το γρήγορο και βίαιο διατοιχισμό/μπότζι.
***Μαλάρια (η): Η ελονοσία .
***Μαλαστούπα (η): (Βλέπε λέξη «λαμπάς» ή και «πυρσός»). Παλιά στα πλοία “ποτίζανε” ένα “στουπί” με πετρελαιοειδή είδη και το άναβαν για κάθε χρήση.
***Μάλη (η): Η μασχάλη. Το λέμε μόνο στο στρατιωτικό παράγγελμα «υπό μάλης, αρμ».
***Μαλλινάκια (τα): Κοινώς τα «ανεμούρια» (βλέπε λέξη). Λωρίδες από ύφασμα/ μαλλί, σε ορισμένα σημεία των πανιών, για να δείχνουν την ομαλή ροή του αέρα στα σημεία αυτά (το «τριμάρισμα» – βλέπε λέξη- του πανιού).
***Μάνα σχοινιού (η): Η αρχή του σχοινιού.
***Μανδάλιο (το): Κοινώς «μαντάλι» (βλέπε λέξη), το κάτω τμήμα του «νομέα/πόστα» (βλέπε λέξη) σε ξύλινο πλοίο.
***Μάνδαλος (ο): Η λαβή, το πιάσιμο του νερού (η κουπιά).
***Μανδράκι (το): Ενας μικρότερος όρμος από το «καραβοστάσι» (βλέπε λέξη), όπου σκάφη κάποιου μεγέθους μπορούν να καταφύγουν με ορισμένες καιρικές συνθήκες (όπως το Μανδράκι στη ν.Νίσυρο).
***Μανδύας (ο): Τον γνώρισα με την ονομασία «χλαίνη» (βλέπε λέξη), που στην ουσία είναι ένας «επενδύτης» , αν και ο «επενδύτης» έχει καταλήξει να ονομάζεται ένα ρούχο , σε διαστάσεις μεταξύ σακακιού και ημίπαλτου. Ο «μανδύας» είναι μια «χλαμίδα» από χοντρό ύφασμα, καλύπτει δε όλο το σώμα και γι΄αυτό λέγεται και «γαμπάς»(βλέπε λέξεις). Τον «μανδύα της φυλακής» τον λέγαμε «πατατούκα της βάρδειας».
***Μανέλα (η): Κοινή ονομασία της «σκυτάλης» (βλέπε λέξη). Λέγεται και «μανιβέλα», «μαναβέλα» και «μανοβέλα». Περιστρεφόμενος μοχλός, που χειριζόμαστε για λόγους περιστροφής.
***Μανετζάρω ή και μανιτζάρω Χειρίζομαι και τακτοποιώ.
***Μάνι-μάνι: Γρήγορα , από χέρι σε χέρι.
***Μανιατό (το): Συσκευή που παράγει σπινθήρα, για να πάρει μπροστά μια μηχανή εσωτερικής καύσης.
***Μάνικα (η): πλαστικός και εύκαμπτος σωλήνας για τη μεταφορά συνήθως μεγάλης ποσότητας νερού, που χρησιμοποιούμε στα σκάφη για κατάσβεση φωτιάς.
***Μανιτζέβελο (το): Λέγεται και «μαντζέβελο» (βλέπε λέξη) και εννοούμε το ευκολοχείριστο.
***Μανίλα (η): Έτσι ονομάζονται τα σχοινιά/κάβοι από ίνες είδους μπανάνας των Φιλιππίνων .
***Μανιτάρι (το): Βλέπε και έκφραση «μυκητοειδής άγκυρα». Το «μανιτάρι» δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη άγκυρα σε μας, καθώς χρησιμεύει σε μόνιμα αγκυροβόλια σε πυθμένες άμμου και λάσπης. Συνήθως χρησιμοποιείται σε αγκυροβολία φαρόπλοιων, λόγω της αντοχής στην κακοκαιρία. Έχει σχήμα μανιταριού και είναι κατάλληλο για ναύδετα/ρεμέτζα, (βλέπε λέξεις).
***Μανιτζέβελο (το): Το «ευχείριστο» (βλέπε λέξη).
***Μανιφέστο (το): Το δηλωτικό φορτίου.
***Μανκάρω/μαγγάρω (επί ανέμου): Κοπάζει ο άνεμος.
***Μανκάρω πανιά: Ελαττώνω ιστία.
***Μανόμετρο (το): Το «θλιβόμετρο» (βλέπε λέξη). Όργανο που μετράμε την πίεση των υγρών και των αερίων.
***Μανούβελο (το): Μια άλλη ονομασία του «εργάτη/βαρούλκου» (βλέπε λέξεις) ,που τον λέμε και «αργάτη».
***Μανούβρα (η): Ο χειρισμός των αρμένων και κατ΄επέκταση του αρμενίζοντος σκάφους. Όμως, το λέμε και για ανθρώπους που χρησιμοποιούν ασυμβίβαστους τρόπους, ως προς την ευθύτητα και την ηθική. Αυτός, λέμε, είναι «μανουβρατζής».
***Μανουβράρω: Χειρίζω (βλέπε λέξη).
***Μαντάλι (το): Βλέπε λέξη «μανδάλιο».
***Μαντάρι (το): Η κοινή ονομασία της «υπέρας», που είναι ένα σχοινί με το οποίο χειρίζουμε τις κεραίες των ιστίων/πανιών της ιστιοφορίας. Το σχοινί αυτό το στερεώνουμε στην προσωρινή επιθυμητή θέση με δεσμό, που ονομάζεται «υπερόδεσμος», κοινώς «δέσιμο του σολόγγου», (βλέπε λέξεις).
***Μαντάρι σπινακόξυλου (το): Μαζύ με το «ποδάρι» ρυθμίζουν το ύψος της ελεύθερης άκρας του «σπινακόξυλου» ,(βλέπε λέξεις).
***Μαντατοφόρος (ο/η): Το άτομο που φέρνει τα νέα, τις ειδήσεις.
***Μανταφούντια (τα): Βλέπε λέξη «μαραφούντια».
***Μαντέκι (το): Η κοινή ονομασία του «κεροίακου» (βλέπε λέξη). Το σχοινί που ανεβοκατεβάζουμε την κεραία/αντέννα (βλέπε λέξεις) στο σκάφος.
***Μαντέμι (το): Ο «χυτοσίδηρος» (βλέπε λέξη).
***Μαντέμια της σαβούρας (τα): Οι «σόλοι» (βλέπε λέξη). Τα κομμάτια χυτοσίδηρου του «έρματος» (βλέπε λέξη).
***Μαντζαπλί (το): Η κοινή ονομασία του «λυκίσκου» (βλέπε λέξη),του σιδερένιου «τρόχιλοου/μακαρά ,που ανοίγει στο πάνω μέρος για να περάσουμε το καλώδιο.
***Μαντιζέλο (το): Η κοινή ονομασία του «έκφορου» (βλέπε λέξη). Το σχοινί που μικραίνουμε το τετράγωνο πανί στα ιστιοφόρα πλοία.
***Μαντοκαμπάνα (η): Πρόσθετος «επίτονος/ξάρτι» ΄(βλέπε λέξεις).
***Μαντοπόδαρο (το): Η κοινή ονομασία του «κρεμαστήρα» (βλέπε λέξη), του σχοινιού με ροδάτζα για χρήση κοτσαρίσματος.
***Μάντος (ο): Το «πολύσπαστο» (αποτελείται από δύο ή περισσότερα «σύσπαστα») (βλέπε λέξεις) , που χρησιμοποιείται για τον χειρισμό βαρέων αντικειμένων, επειδή αυξάνεται το μηχανικό κέρδος.
***Μαούνα (η): Η κοινή ονομασία της «φορτηγίδας» (βλέπε λέξη). Υπηρετικό σκάφος του λιμανιού, με ή χωρίς κατάστρωμα, μικρού βυθίσματος, συνήθως χωρίς ιδίαν κίνηση, αλλά ρυμουλκούμενο. Και μια ιστοριούλα: Στο νησί είχαμε τέτοιες μαούνες, που φόρτωναν τα τεράστια βαρέλια με το μοσχάτο κρασί και το πήγαιναν στα γαλλικά πλοία, προς μεταφορά. Η διαδικασία ήταν , να αγκυροβολήσει το πλοίο στον όρμο, να δώσει λογκάδο κάβο στη στεριά και οι μαουνιέρηδες ,πάνω στη μαούνα, να τραβάνε τον κάβο και να πηγαίνουν την φορτωμένη με βαρέλια κρασί μαούνα, απ΄την παραλία στο πλοίο, για εκφόρτωση. Ανάμεσα σ΄αυτούς ήταν και κάποιος «σωματαράς», που η εργασία αυτή τον είχε κάνει «σούπερμαν». Έτυχε ,λοιπόν, την δεκαετία του 1950, νάρθει στο νησί μια ομάδα στίβου του Παναθηναϊκού για αγώνες και στο γήπεδο ,όταν έριχναν σφαίρα, ο κόσμος «απαίτησε» να δοκιμάσει και ο «Στράλιας» (παραγκώμη/πατατσούκλι), ο ναυτεργάτης μαουνιέρης . Όταν με τα πολλά κατέβηκε απ τις κερκίδες και έπιασε την σφαίρα , αυτή χάθηκε στην θεόρατη παλάμη του. Όταν την εκσφενδόνισε κυριολεκτικά, όλοι μείνανε με το στόμα ανοιχτό, με το πόσο μακριά και χωρίς παλμό φυσικά ,την έριξε. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν έγινε τίποτα ,γιατί ο «Στράλιας» είχε προτεραιότητα την οικογένειά του και οι εποχές τότε, μετά την κατοχή, ήταν δύσκολες.
***Μαούνα της φαγάνας (η): Κοινή έκφραση του «κανθάρου» (βλέπε λέξη).
***Μαουνιέρης (ο): Πλήρωμα της “μαούνας/φορτηγίδας”, αλλά και ο ιδιοκτήτης.
***Μάπα (η): Η κοινή ονομασία της «πόρπης» (βλέπε λέξη), που ευρίσκονται στα «καταστρώματα/μπουλμέδες», για να «κοτσάρουμε» το οτιδήποτε έχει ανάγκη «μποτσαρίσματος». «Μάπες» αποκαλούμε και τις ειδικές οπές/τρύπες στα «καταστρώματα/μπουλμέδες», που ο σκοπός τους είναι, να υποδεχτούν τον γάντζο/διαμορφωμένη άκρη των «εντατήρων/καλωδίων» που ασφαλίζουν το φορτίο.
***Μαραβίλια (η): Ο «επάρτης» (βλέπε λέξη). Ο σταθερός «τρόχιλος/μακαράς».
***Μαραβίλια του νερού (η): Κοινή έκφραση, που χρησιμοποιείται για τον «ενθέτη». Είναι , θα λέγαμε, ένα «σύσπαστο/παλάγκο» , που πολλαπλασιάζει το βάρος που θα ανυψώσουμε, σε σύγκριση με την ανυψωτική δύναμη που θα βάλουμε, (βλέπε λέξεις).
***Μαραγκιασμένο (το): Αυτό που είναι αφυδατωμένο, συρρικνωμένο, μαραμένο.
***Μαραγκόδεμα (το): Κοινή ονομασία του «ξυλόδεσμου» (βλέπε λέξη), που χρησιμοποιείται, για να σηκώσουμε ένα βάρος με σχοινί.
***Μαραγκός (ο): Κοινή ονομασία του “ξυλουργού”, που στα σκάφη καλείται “ναυτοξυλουργός” ή “καραβομαραγκός”, (βλέπε λέξεις).
***Μαράσλειο (το): Η περιοχή στην Αθήνα που είναι το Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών (ΝΝΑ).
***Μαραφούντια (τα): Κοινή ονομασία των «παραδετών» των «σκηνών» και των «αιωρών», που χρησιμοποιούνται στην ανάταση των «σκηνών», για την στερέωσή τους και την περίδεση των «αιωρών», όταν τις τυλίγουμε.
***Μαρέα (η): Η «παλίρροια» (βλέπε λέξη).
***Μάρε Γκρέκουμ (η): Η άλλη ονομασία του Κόλπου του Λέοντος, που βρίσκεται στη νότια Γαλλία, γνωστού για τις φουρτούνες του.
***Μαρίνα (η): Λιμενίσκος σκαφών αναψυχής.
***Μαρινάρης (ο): Λέγεται και «μαρινέρος» ή και «μαρνέρος» (βλέπε λέξεις). Ο ναυτικός.
***Μαρινέρος (ο): Βλέπε λέξη «μαρινάρης».
***Μαρνέρος (ο): Βλέπε λέξη «μαρινάρης»
***Μαρκ, ευθεία (η): Με την μέθοδο αυτήν και χρησιμοποιούντες τον εξάντα για την λήψη γωνίας αστεριού, προσδιορίζουμε την «ευθεία θέσεως» του πλοίου μας, στην ανοιχτή θάλασσα.
***Μάρκα (η): Το σήμα, το σημείο.
***Μαρκάδος (ο): Ο σημειωμένος.
***Μαρκάρισμα (το): Το «φίμωμα» (βλέπε λέξη) των σχοινιών γενικά.
***Μαρκάρω: Σημειώνω,καταγράφω.
***Μαρκόνης (ο): Ο «τηλεγραφητής» (βλέπε λέξη), σ΄ ένα πλοίο.
***Μαρμαίρον φως (το): Σαν χαρακτηριστικό ακτινοβολίας φάρων είναι το συνεχές παλμικό (300 εκλάμψεις/ανά λεπτό) φως, που λαμποκοπεί, χωρίς να είναι διαλείπον (βλέπε λέξη). (Εγκυκλοπαίδεια).
***Μαρμαρυγή αστεριών (η): Κοινώς το «τρεμόπεγμα» των αστεριών ή που τρεμολάμπουν.
***Μαρς (το): Κέλευσμα για βάδισμα. Προέρχεται από το γαλλικό «marche”.
***Μαρτυρία (η): Η «έκθεση» (βλέπε λέξη).
***Μασίνι (το): Το μηχάνημα.
***Μάσκα (η): Βλέπε λέξη «δευτερόπλωρα». Το λέμε και «μάγουλο» ή «παρειά» (βλέπε λέξεις).
***Μασκάδο πλοίο (το): Το πλοίο που έχει εξωγκομένη πλώρη.
***Μασκαρέ (το): Φαινόμενο παλιρροιακό (διεθνής γαλλικός όρος), που συμπίπτει με το κύμα της πλημμυρίδας, δηλαδή όσο ανεβαίνουν τα νερά μέχρι την πλήμμη και εκδηλώνεται στα στόμια των μεγάλων ποταμών. Ο Έλληνας γεωγράφος Στράβων (1ος π.Χ.αι,) το ονόμαζε «αναδρομή». Το φαινόμενο αυτό είναι ένας κυματισμός, που κυλάει με θόρυβο και αφρίζει πάρα πολύ, στα αβαθή.
***Μασκάρω: Καλύπτω, αποκρύπτω.
***Μαστέλο (το): Ο «κάδος» (βλέπε λέξη).Το δοχείο για τα υγρά.
***Μάστορης (ο): Βλέπε έκφραση «Μέγιστος νομέας».
***Μασχαλίζω άγκυρα: Κοινώς την «τραβερσώνω», την «νετάρω» (βλέπε έκφραση «ευπρεπίζω άγκυρα») .
***Μασχαλίστηκε: Με την λέξη αυτή ενημερώνει η ομάδα «προστέγου» την «γέφυρα», κατά την «άπαρση» του πλοίου από αγκυροβολία, ότι η άγκυρα μπήκε στη θέση της στον «στορέα/χωνί/καλούπι», του «οκίου/οφθαλμού», για να ακολουθήσει η «έχμασή/μποτσάτισμά/ασφάλισή» της με τον «αλυσοδέτη» (συνήθως «γάφα»), που διαθέτει εντατήρα για να πάρουμε τα «μπόσκα» και να την φερμάρουμε, να μην παίζει στο ταξείδι. Η εντολή από την «γέφυρα» της «διάλυσης απάρσεως» εκδίδεται, όταν λάβει από το «πρόστεγο» την αναφορά «στερέωση», που σημαίνει ότι η άγκυρα «μποτσαρίστηκε/στερεώθηκε».
***Μασχαλιστήρας (ο): Κοινώς ο «πεσκαδούρος» (βλέπε λέξη), που είναι μια αρπάγη με δύο άγκιστρα/τσιγκέλια.
***Ματζαπλί (το): Κοινή ονομασία του «λυκίσκου» (βλέπε λέξη). Σιδερένιος μεγάλος «τρόχιλος/μακαράς», σπαστός με άνοιγμα στο πάνω μέρος, για να περνάμε το αγόμενο (σχοινί/σύρμα). Δεν το χρησιμοποιούμε όταν η ασφάλεςια ζωής εξαρτάται από αυτόν. Στο εμπόριο τον συνάντησα και σαν «μπαστέκα σπαστή», (βλέπε λέξεις).
***Μάτι αγκύλης (το): Το κλειστό μέρος της αγκύλης/θηλειάς.
***Μάτι του κυκλώνα (το): Ονομάζεται το κέντρο του «κυκλώνα» (βλέπε λέξη), που είναι μια περιοχή διαμέτρου 15-20 ν.μλ. Στην περιοχή αυτή, ο άνεμος έχει μικρές εντάσεις (15 κόμβους και λιγότερο) και η νέφωση ελαττώνεται σημαντικά μέχρι πόυ διακρίνεται το γαλάζιο χρώμα του ουρανού. Η θάλασσα έχει ογκώδη κύματα αποθαλασσίας, που είναι συγκεχυμένα καθώς έρχονται απ΄όλες τις περιοχές του κυκλώνα. Στην περιφέρεια του ματιού, που ονομάζεται «τοίχος του ματιού» (βλέπε έκφραση), έχει πολύ ισχυρούς ανέμους με ογκώδη κυματισμό.
***Ματίζω, μάτιση ; Βλέπε «αμματίζω, αμμάτιση».Η συνένωση σχοινιών.
***Ματικάπι (το): Το τρυπάνι.
***Μάτιση με καβίλια (η): «Βραχεία αμμάτιση» ή «κεστρωτή αμμάτιση» (βλέπε εκφράσεις). Η μάτιση με «καβίλια/κέστρα».
***Μάτιση χωρίς καβίλια (η): Την λέμε και «δρομική αμμάτιση» ή «άκεστρο αμμάτιση» ή και «μακρά αμμάτιση» (βλέπε εκφράσεις).
***Ματισιά (η): Η κοινή ονομασία του «συνάμματος» (βλέπε «αμματίζω», «αμμάτιση» και «σύναμμα»).
***Ματρακάς (ο): Είδος σφυριού με βάρος πάνω από ένα κιλό. Έχει σιδερένια χοντρή κεφαλή, σε σχήμα παραλληλόγραμμου και ξύλινη λαβή.
***Μάτσα (η): Η κοινή ονομασία του «κέρκου» (βλέπε λέξη). Άλλες ονομασίες «ράντα», «μπούμα» (βλέπε λέξεις).
***Ματσακόνι (το): Σφυρί για να βγάζουμε την σκουριά/χρώματα από την λαμαρίνα και κατ΄ επέκταση όλα τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε γι΄ αυτήν την δουλειά.
***Μάτσο (το): Η κοινή ονομασία του «ορμαθού» (βλέπε λέξη).
***Ματσόλα (η): Ένα είδος ξύλινου δικέφαλου σφυριού.
***Ματσόλα πατερναρίσματος (η): Η κοινή ονομασία της «καλόσφυρας» (βλέπε λέξη). Την λέμε και ο «τυπάς».
***Μαύρες σφαίρες/σχήματα (οι): Τα σκάφη στις διάφορες καταστάσεις τους , εν πλώ και εν όρμω, κατά την διάρκεια της μέρας, επιδεικνύουν διάφορα σήματα, σύμφωνα με τον ΔΚΑΣ (Διεθνείς Κανονισμοί προς Αποφυγή Συγκρούσεων-βλέπε έκφραση). Ειδικά θα μνημονεύσουμε την «μία μαύρη μπάλα» που επιδεικνύουν τα σκάφη όταν είναι αγκυροβολημένα και τις «δύο μαύρες μπάλες», σε κατακόρυφη γραμμή, όταν έχουν προσαράξει (Κανόνας 30), καθώς και τις «τρείς μαύρες μπάλες»,σε κατακόρυφη γραμμή, της ακυβερνησίας.
***Μαύρη θάλασσα (η): Ο «Εύξεινος Πόντος». Κατ΄ αντιστοιχία τα χρόνια της τουρκοκρατίας είχε ονομαστεί το Αιγαίο Πέλαγος , ως «Άσπρη Θάλασσα» και ο Αιγαιοπελαγίτης ως «Ασπροθαλασσίτης» (βλέπε λέξη).
***Μαύρη πυρίτιδα (η): Αυτό είναι το γνωστό μας μπαρούτι.
***Μαυρίλα (η): Ο «ζόφος» (βλέπε λέξη), το σκοτάδι.
***Μαυρομύτα (η): Μια απ΄ τις κοινές ονομασίες της «γραφίδας». Η «πένα», το «καλαμάρι» (βλέπε λέξεις).
***Μαύρος κατάλογος (ο): Τηρείται από ένα κράτος, για λιμάνια που είναι ανεπιθύμητη η προσέγγιση Εμπορικού πλοίου.
***Μάχιμος Αξιωματικός (ο/η): Το άτομο που έχει την γνώση/ευθύνη της διακυβέρνησης ενός πλοίου, ο σχετικός/κατάλληλος με τις ναυτικές επιχειρήσεις.
***Μάψαυρα (τα): Ασταθής και διαλείπουσα πνοή αύρας, που τα λέμε «σαγανάκια» ή «σπηλιαδούλες». Τα αναγνωρίζουμε όταν στην λιπαρά γαλήνη βλέπουμε περιορισμένες ρυτιδώσεις, που εκδηλώνονται και παύουν μετά από λίγο.
***Μέγα ημιόλιο (το): Κοινώς η «γκλίζα της μαϊστρας» (βλέπε λέξη «ημιόλιο/γκλίζα/μπούμα».
***Μέγα κάτοπτρο (το): Το κάτοπτρο που υπάρχει στην κινητή ακτίνα του εξάντα και μας δίνει την εξ ανακλάσεως εικόνα του αστέρα/αντικειμένου που μετράμε.
***Μεγάλα ιστία/πανιά (τα): Έτσι ονομαζότανε, συλλήβδην, όλα τα τετράγωνα πανιά, στα ιστιοφόρα πλοία, αμέσως μετά το κατάστρωμα, δηλαδή ο ακάτιος, η μεγίστη και ο φόγγος (βλέπε λέξη ιστίο). Κοινώς λεγόντουσαν «τα τρέγα» (βλέπε λέξη «τρέγα»).
***Μεγάλη Άρκτος (η): Η «Μεγάλη Άρκτος» απαρτίζεται από 7 αστέρια, από τα οποία τα 4 είναι σε σχήμα, περίπου, τετραγώνου και στη συνέχεια, από μια γωνία του, ξεκινούν τα άλλα 3, σε τοξοειδές σχήμα. Αν τώρα προεκτείνουμε την ευθεία που ενώνει τα 2 αστέρια (5 φορές) , ας πούμε , της βάσης του τετραγώνου, θα οδηγηθούμε στον «πολικό αστέρα», που μας δείχνει τον βορρά. Ο «πολικός αστέρας» είναι το τελευταίο αστέρι της ουράς της «Μικρής Άρκτου», που είναι σαν την «Μεγάλη Άρκτο» σε σχήμα και αριθμό αστεριών, αλλά αντίθετης κατεύθυνσης, περίπου.
***Μεγάλη Θάλασσα (η): Η «Μεσόγειος Θάλασσα» (βλέπε έκφραση) κατά τους Λατίνους.
***Μεγάλη προτονίδα (η): Κοινώς η «σταντζαβέλλα» (βλέπε λέξη), ένα τριγωνικό πανί, που χρησιμοποιούσαν τα ιστιοφόρα πλοία στην κακοκαιρία και στην «αντιμονή/τραβέρσωμα» (βλέπε λέξεις), δηλαδή όταν έπλεαν πάνω στον καιρό με μικρή ταχύτητα για να πηδαλιουχούνται.
***Μεγάλη χερσόνησος (η): Έτσι αποκαλείται η Βαλκανική/Ιταλική κλπ.σε αντίθεση με την π.χ. Πελοπόννησο, που αποκαλείται απλά «χερσόνησος».
***Μεγάλο (το): Ναυτικά τοπωνύμια που δίνονται σε νησίδες ,όρμους κλπ. .Εδώ αξίζει να πούμε ότι, ένας όρμος της ν. Παλαιάς Καμμένης, στην καλντέρα της Σαντορίνης, κατέναντι της ν. Νέας Καμμένης, όπου και το γραφικό εκκλησάκι του Άη Νικόλα , έχει θερμές πηγές και αξίζει τον κόπο να κάνουμε μπάνιο, όπως σημειώνεται στον «ΕΛΛΑΣ,ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΟΔΗΓΟΣ» ΤΟΜΟΣ Ι. Να προσθέσω την πληροφορία που ήρθε εις γνώση μου ότι, η πηγή που αναβλύζει από τον βυθό δίνει μια βαθύτερη απόχρωση στο γαλάζιο της θάλασσας και επικρατεί μια βαριά μυρωδιά υδρόθειου. Η παρομονή του σκάφους μας εκεί, έχει και το καλό ότι, βγάζει την οξείδωση από τις επιχαλκώσεις και αφαιρεί τα φύκια/όστρακα που επικάθονται στα ύφαλα.
***Μεγάλο μπαστούνι (το): Βλέπε λέξη «δοράτιο» και υποδιαίρεση «δοράτιο του αρτέμωνα/μπαστούνι του φλόκου».
***Μεγάλος (ο): Η κοινή ονομασία του ιστού που ονομάζεται «μέγας» (βλέπε λέξη), που είναι ο μεσαίος ιστός/ κατάρτι στα τρικάταρτα ιστιοφόρα.
***Μεγάλος σημαιοστολισμός (ο): Ο πανηγυρισμός με την έπαρση Σημαιών και σημάτων στο πλοίο.
***Μεγάλο νησί (το): Π.χ. η Μαδαγασκάρη.
***Μεγαλόνησος (η): Π.χ. η ν. Κρήτη.
***Μέγας (ο): Κοινώς ο «μεγάλος» (βλέπε λέξη). Ο μεσαίος ιστός/κατάρτι στα τρικάταρτα ιστιοφόρα και ο πρυμναίος στα δικάταρτα.
***Μεγάφωνο (το): Το όργανο που μετατρέπει την ηλεκτρική ενέργεια σε ηχητική με αυξομείωση της έντασης.
***Μέγγενη (η): Η κοινή ονομασία της συσκευής που στερεώνουμε αντικείμενα για εργασία.
***Μέγεθος αστέρα (το): Η λαμπρότητα του αστέρα λαμβάνοντας υπόψη και την απόστασή του.
***Μέγεθος πλοίου (το): Οι διαστάσεις του πλοίου.
***Μεγίστη (η): Κοινώς η «μαΐστρα» (βλέπε λέξη), στην ιστιοφόρο ναυτιλία ονομαζότανε, το κατώτερο «τετράγωνο/σταυρωτό» « πανί/ιστίο» του «μέγα/μεγάλου» ιστού/καταρτιού, που είναι το μεσαίο κατάρτι στα τρικάταρτα ιστιοφόρα. (βλέπε λέξεις).
***Μεγίστη (η): Κοινώς «μαΐστρα». Αποκαλούμε έτσι το ιστίο/πανί, σχήματος τριγωνικού ή τραπεζοειδούς, που αναρτάται στο πίσω μέρος του μοναδικού ιστού/καταρτιού και το «πόδωμά» του στερεώνεται στον «κέρκο/μάτσα/ράντα», η δε «κορυφαία» του, στην περίπτωση του τραπεζοειδούς πανιού, αναρτάται σε «κέρας/πίκι» ,(βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Μέγιστο βεληνεκές (το): Βλέπε λέξη «βεληνεκές». Η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να φθάσει ένα βλήμα, όταν εκτοξευτεί.
***Μέγιστο μήκος πλοίου (το): Το μήκος του πλοίου, από το ακρότερο μέρος της πλώρης μέχρι το ακρότερο μέρος της πρύμης. Δεν συμπεριλαμβάνεται ο τυχών πρόβολος και το τυχόν εξέχον πηδάλιο.
***Μέγιστο πλάτος του πλοίου: Το πλάτος του πλοίου συνήθως στο ύψος του μεσαίου νομέα (συμπεριλαμβάνονται και οι προεξοχές).
***Μέγιστο ύψος πλοίου (το): Το ύψος από την ίσαλο μέχρι το ψηλότερο σημείο, στοιχείο απαραίτητο και για να αποφύγουμε ναυτικά ατυχήματα, που ακούμε/βλέπουμε κάτω από γέφυρες κλπ.
***Μέγιστος διαμήκης νομέας (ο): Χαλύβδινος δοκός με διατομή σε σχήμα γωνίας ή «Τ», που τοποθετείται κατά το διάμηκες του πλοίου (Στοιχεία Ναυπηγίας-Ευγενίδειο Ιδρυμα).
***Μέγιστος κύκλος (ο): Ονομάζεται ο κύκλος της γης, που έχει κέντρο το κέντρο της και την χωρίζει σε δύο ημισφαίρια.
***Μέγιστος νομέας (ο): Κοινώς ο «μάστορης», (βλέπε λέξη). Ο νομέας/στραβόξυλο/πόστα» (βλέπε λέξεις), που είναι στο μέσον του πλοίου και παρέχει το «μέγιστον πλάτος», που λέμε παραπάνω.
***Μέδουσα (η): Κοινώς «τσούχτρα» ή «σαλούπα» (βλέπε λέξεις). Ζώο της θάλασσας, σχεδόν διαφανές, χωρίς σπονδύλους, που το τσίμπημά της είναι συνήθως επώδυνο.
***Μέθελκε: Κέλευσμα που σημαίνει «τίρα-μόλα» = «βίρα-λάσκα».
***Μεθέλκω: Κάνω «τίρα-μόλα» (για έκφραση «τίρα-μόλα» βλέπε παρακάτω έκφραση «μόλα όλα»). Για τα πανιά και τους κάβους/σχοινιά λέμε «τιραμολάω/μεταβάλλω/σκαντζάρω».
***Μέθοδος S.M.B. (η): Η μέθοδος αυτή (Sverdrup – Munk-Bretschneider) χρησιμοποιείται στα Λιμενικά Έργα και είναι ένα μοντέλο περιγραφής της κατάστασης της θάλασσας. Η βασική παραδοχή αυτού του μοντέλου είναι ότι, το χαρακτηριστικό κύμα αντιστοιχεί στο φυσικό κύμα, κατά προσέγγιση. Το ύψος και η περίοδος του κύματος, είναι συναρτήσεις της ταχύτητας του ανέμου, του μεγέθους/ αναπτύγματος πελάγους και της διάρκειας/έντασης του ανέμου.
***Μεθορμίζω: Με το ρήμα αυτό δηλώνουμε την κίνηση να αλλάξουμε θέση αράγματος του πλοίου (πρόσδεση/αγκυροβολία) και να πάμε σε μια άλλη. Αλλάζω άραγμα.
***Μεθόρμιση (η): Η πράξη τής ενέργειας του ρήματος «μεθορμίζω».
***Μείγμα (το): Κοινώς το «κράμα» (βλέπε λέξη).
***Μείζονα ιστία (τα): Λέγονται και απλά μόνον «μείζονα». Τα κοινώς «μαγγιόρα πανιά», δηλαδή τα «μεγάλα/τρέγα», που γράφουμε παραπάνω, ήτοι ο «ακάτιος/τρίγκος», η «μεγίστη/μαΐστρα» και η «δολωνίδα/φόγγος» . Πλέον αυτών, συμπεριλαμβάνονται το «δολώνιο/παρουκέτο» και ο «δόλωνας/γάπια», (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Μειωτήρας (ο): Συσκευή που μειώνει στροφές προπέλας/δυνάμεως.
***Μελανίες (μετεωρ.) (οι): Από τα κατώτερα (1200μ. μέσος όρος) είδη νεφών, μελανωπά/σκοτεινόφαια. Φέρνουν βροχή ραγδαία και σύντομη.
***Μελανωστρώματα (τα): Είναι στην κατηγορία των «κατωτέρων νεφών», τόσο πυκνά που δεν ξεχωρίζει ο ήλιος και με πολύ γκρίζο χρώμα. Καλύπτουν όλο τον ουρανό και φέρνουν βροχή μεγάλης διάρκειας ,ακόμα και χιονόπτωση.
***Μελάτια (η): Έτσι ονομάζεται μια κατηγορία σφουγγαριών, που είναι μαλακά και ωραία.
***Μελτέμια (τα): Επίσημη ονομασία «ετησίαι» (βλέπε λέξη), όπως και την αρχαία εποχή. Άνεμοι της καλοκαιρινής περιόδου από ΒΔ-ΒΑ διεύθυνσης.
**Μέντε (το): Το «μυαλό», ο «νούς», (βλέπε λέξεις) . Η φαιά ουσία μέσα στο κρανίο, το νοητικό και ψυχοπνευματικό κέντρο του ανθρώπου.
***Μεντεσές (ο): Η κοινή ονομασία του «στροφέα» (βλέπε λέξη). Εξάρτημα που τοποθετείται, βασικά, για να στηρίξει/ανοιγοκλείνει ένα σκέπασμα της οποιασδήποτε θυρίδας.
***Μεντζακάρτα (η): Βλέπε «μέτζο-κάρτα».
***Μεντζάνα (η): Η κοινή ονομασία του «επιδρόμου» (βλέπε έκφραση «επιδρόμου ιστός»). Υπάρχει και η «κόντρα μεντζάνα», αλλά αυτή η έκφραση
είναι η κοινή ονομασία του τετράγωνου ιστίου/πανιού, με την επίσημη ονομασία «δολωνίδα/φόγγος» (βλέπε λέξη).
***Μεντζαρόλι (το): Η «κλεψύδρα» (ακούγεται και ως «κλεψύθρα» για την μέτρηση του χρόνου.
***Μεντζάστρα (η): Η κοινή ονομασία της «μεσίστιας» (βλέπε λέξη) έπαρσης της Σημαίας.
***Μέντζο (το): Βλέπε λέξη «μεντζακάρτα».
***Μέντζο συστολέας (ο): Βλέπε έκφραση «μέσος συστολέας».
***Μένω αλά κάπα: Έκφραση που λέγεται όταν «αντιμεθέλκουμε». Δηλαδή όταν χειρίζουμε τις κεραίες των ιστίων/πανιών σε διάφορη κατεύθυνση («κόντρα μπρατσάρουμε»), σε κάθε ιστό, προκειμένου να «αντηνέμουμε/σοπράρουμε» και να ανακρούσει το σκάφος, (βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Μένω αρόδο: Αποσαλεύω,(βλέπε λέξη). Η αγκυροβολία/παραμονή (ολιγόωρη με κρατημένες μηχανές) του σκάφους κοντά στην ακτή, (βλέπε λέξη «αρόδου»)
***Μέρα (η): Η λέξη αυτή έχει διττή σημασία. Εννοούμε την «ημέρα» ολόκληρη, αλλά και την περίοδο της «ημέρας» που έχει φως. κατ΄αντιδιαστολή προς την «νύχτα», που επέρχεται το σκοτάδι.
***Μεριά (τα): Βλέπε λέξη «ισχύο».
***Μεριδιανά (τα): Η κοινή ονομασία των μεσημβρινών υψών του ηλίου/αστέρων.
***Μερκατορικός (ο/η/το): Κάθε τι που σχετίζεται με το μερκατορικό σύστημα. Το σύστημα αυτό, του Γεράρδου Μερκάτορος (Φλαμανδός γεωγράφος του 16ου αι.), βασίζεται στα «αυξομερή πλάτη» (βλέπε έκφραση). Χρησιμοποιείται για την κατασκευή των χαρτών μεταξύ των παραλλήλων 65° Β και 65° Ν. Καμιά ασφάλεια δεν παρέχει για ναυσιπλοΐα, στα μεγαλύτερα/πολικά πλάτη. Με απλά λόγια, όπως μας έλεγε στη Σχολή ο αείμνηστος δάσκαλος μας Ναύαρχος Σ. Λαζαρίμος (θυμάμαι που σ΄ ένα βιβλιοπωλείο του Πειραιά, ένας εμποροκαπετάνιος, ζήτησε από τον βιβλιοπώλη το «Ευαγγέλιο» και όταν ρώτησα ποιο είναι αυτό, πήρα, άμεσα, την απάντηση «Μα το βιβλίο η «ναυτιλία» του Λαζαρίμου»), πέστε ότι, παίρνουμε μια γυάλινη σφαίρα με την γη, τους παραλλήλους και τους μεσημβρινούς, ζωγραφισμένους πάνω της. Την περιτυλίγουμε με χάρτινο κύλινδρο, που εφάπτεται μόνο στον ισημερινό. Τοποθετούμε μια αναμμένη λάμπα μέσα στη σφαίρα. Το αποτέλεσμα είναι να προβάλλεται παραμορφωμένη, στον χάρτινο κύλινδρο η ζωγραφιά της γης, με τους παραλλήλους και τους μεσημβρινούς, αλλά με τους παράλληλους και τους μεσημβρινούς σε ευθείες και κάθετες μεταξύ τους . Επίσης βλέπουμε ότι όσο απομακρυνόμαστε από τον ισημερινό (σημείο επαφής), μεγαλώνει, ως είναι φυσικό, η εικόνα και αυξάνονται οι γραμμικές αποστάσεις που εκφράζουν τις ίδιες αποστάσεις στην πραγματικότητα (γι αυτό μας ζητείται να μετράμε τα μίλια στο ύψος της αντίστοιχης κλίμακας του πλάτους). Αυτό είναι στην ουσία το μερκατορικό σύστημα, με απλά λόγια, που έχει την ευκολία της τήρησης της ίδιας πορείας καθώς αρμενίζουμε, δηλαδή την «λοξοδρομία» (βλέπε λέξη)
***Μερκατορική πλεύση (η): Βλέπε «λοξοδρομία».
***Μερλίνο (το): Βλέπε λέξη «μέρμιθος».
***Μερμοδοραφίδα (η): Η τριγωνική σακοράφα.
***Μέρμιθος (ο): Ο «μέρμιθος» είναι σχοινί πολύ λεπτό αλλά μεγάλης αντοχής. Εάν είναι δίπλοκος, τότε έχουμε τον αποκαλούμενο κοινώς «σπάγγο», ενώ εάν είναι τρίπλοκος , αποκαλείται «μερλίνο» και κατασκευάζεται από «κλώσματα» «ακέδρωτα». Τον χρησιμοποιούμε για να ράβουμε οθόνες/καναβάτσα και να κατασκευάζουμε «πορτούζια», (βλέπε λέξεις).
***Μεροδούλι (το): Βλέπε και λέξη «Μεροκαματιάρης».
***Μεροκαματιάρης (ο): Ο «ημερομίσθιος» (βλέπε λέξη), εξ ου και το «μεροκάματο» που είναι η εργασία μιας μέρας και η αμοιβή της,το λεγόμενο «μεροδούλι» (βλέπε λέξη).
***Μερομήνια (τα): Έτσι αποκαλούνται από τον λαό οι πρώτες 3,6,12 μέρες του Αυγούστου, κατ’ άλλους του Ιανουαρίου, που θεωρείται ότι οι καιρικές τους συνθήκες , αντιστοιχούν στις καιρικές συνθήκες των επερχόμενων μηνών.
Σφαίρας που διέρχεται τόσο από τον τόπο αυτόν όσο και από τον βόρειο και νότιο πόλο.αναγράφει η εγκυκλοπαίδεια.
***Μεσαία ή Μέσα νέφη: Στην μετεωρολογία λέγονται τα σύννεφα που η βάση τους είναι στα 2 έως 7 χιλιόμετρα ύψος, (Υψισωρείτες / Altocumulus και Υψιστρώματα / Altostratus).
***Μεσάνυχτα (τα): Βλέπε λέξη «μεσονύκτιο».
***Μεσαπηλιώτης (ο): Ο άνεμος που έρχεται από την ΑΒΑ (ανατολική-βορειοανατολική) διεύθυνση. Κοινώς ο «γρεγολεβάντες» (βλέπε λέξη).
***Μέση Ανατολή (η): Επειδή δεν βρήκα τα σαφή όρια , θα γράψω αυτό που εννοούσε η έκφραση αυτή στον Β΄ΠΠ (εγκυκλοπαίδεια). Είναι ,λοιπόν, τα Δαρδανέλλια, μέχρι τα δυτικά σύνορα της Αιγύπτου, η περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας, ο κόλπος του Άντεν, η ασιατική παραλία του Περσικού κόλπου, τα ανατολικά σύνορα του Ιράν και προς βορράν, ο Καύκασος, ο Εύξεινος Πόντος και η ανατολική Θράκη (επί της Τουρκίας).
***Μέση σκηνή (η): Η μεσιανή τέντα, η τέντα του «μεσόστεγου» (βλέπε λέξη).
***Μέση στάθμη (η): Η «στάθμη της θάλασσας» (βλέπε έκφραση) σε ορισμένη χρονική περίοδο (ημερήσια/μηνιαία/ετήσια).
***Μέση τομή πλοίου (η): Στη ναυπηγία, είναι η τομή της επιφάνειας του πλοίου στο μέσον με επίπεδο κάθετο στο διάμηκες.
***Μεσημβρία (η): Κοινώς το μεσημέρι (βλέπε λέξη), Το μέσον της ημέρας. Η στιγμή κατά την οποίαν ο ήλιος περνάει από τον μεσημβρινό του τόπου. «Μεσημβρία» λέμε όμως και αλλιώς τον «Νότον», (βλέπε λέξη).
***Μεσημβρινή γραμμή (η): Στην αστρονομία «μεσημβρινή γραμμή» λέγεται η σε οριζόντιο επίπεδο γραμμή, με διεύθυνση Βορρά-Νότου. Ένας απλός τρόπος για να την βρούμε είναι ο ακόλουθος: Παίρνουμε το ρολόϊ μας και το στρίβουμε έτσι ώστε ο ωροδείκτης να δείχνει τον ήλιο. Τότε η διχοτόμος της γωνίας που σχηματίζεται από τον ωροδείκτη και την γραμμή που ενώνει το κέντρο του ρολογιού με τον αριθμό 12 της πλάκας του ρολογιού (12η ώρα), μας δείχνει την κατεύθυνση του Νότου. Η αντίθετη προέκτασή της, μας δείχνει τον Βορρά.
***Μεσημβρινή διάβαση σελήνης (η): Η διάβαση της σελήνης από τον μεσημβρινό του τόπου.
***Μεσημβρινοανατολικός (ο): Αυτός που βρίσκεται μεταξύ μεσημβρίας (νότου) και ανατολής . Ο ΝΑ (νοτιοανατολικός), αλλά και ο ερχόμενος απ΄αυτήν την διεύθυνση.
***Μεσημβρινοδυτικός (ο): Αυτός που βρίσκεται μεταξύ μεσημβρίας (νότου) και δύσεως. Ο ΝΔ (νοτιοδυτικός), αλλά και ο προερχόμενος απ΄αυτήν την διεύθυνση.
***Μεσημβρινό πλάτος (το): Πολύ χρήσιμος υπολογισμός στην αστρονομική ναυτιλία, για να βρούμε το πλάτος μας, μετρώντας με τον εξάντα μας το μεσημβρινό ύψος του αστέρα.
***Μεσημβρινό στίγμα (το): Στην αστρονομική ναυτιλία λέγεται το στίγμα που προκύπτει από την τομή της προμεσημβρινής ευθείας με τον υπολογισμό του «μεσημβρινού πλάτους» (βλέπε έκφραση).
***Μεσημβρινό ύψος (το): Στην αστρονομική ναυτιλία καλείται το ύψος, πάνω από τον ορίζοντα, του ήλιου/αστέρα κατά την διάβασή του από τον μεσημβρινό του τόπου.
***Μεσημβρινός (ο): Λέμε «μεσημβρινό» ενός τόπου, τον κύκλο της γήϊνης σφαίρας, που διέρχεται τόσο από τον τόπο αυτόν, όσο και από τον βόρειο και νότιο πόλο. Με την λέξη «μεσημβρινός» όμως εννοούμε κάθε τι που ανήκει στην «μεσημβρία» (βλέπε λέξη), τα προς τον νότον ευρισκόμενα/αντικρύζοντα (μεσημβρινό δωμάτιο), αλλά και τον μεσημεριάτικο ύπνο (την σιέστα).
***Μεσημβρινός γήϊνος (ο): «Μέγιστος κύκλος» της γης, που διέρχεται από το «ζενίθ» του τόπου και από τους πόλους, (βλέπε λέξεις).
***Μεσημβρινός, πρώτος (ο): Ως «Πρώτος Μεσημβρινός» έχει υιοθετηθεί, με απόφαση του Διεθνούς Αστρονομικού Συνεδρίου, ο διερχόμενος μεσημβρινός από το Αστεροσκοπείο του Γκρήνουιτς-Αγγλία.
***Μεσημέρι (το): βλέπε λέξη «μεσημβρία».
***Μέσης (ο): Επίσημη ναυτική ονομασία του «βορειοανατολικού» ανέμου, με σύντμηση (ΒΑ) (βλέπε λέξη) και κοινή ονομασία «γραίγος/γρέγος» (Ο «γρέγος» = ο Ελληνικός άνεμος, όπως τον καθόρισαν οι Ενετοί , με βάσει την Candia/Ηράκλειο, το Μεσαίωνα που κατείχαν την Κρήτη) . Ο «καικίας» των αρχαίων Ελλήνων .
***Μεσινέζα (η): Η «μεσσηνέζα» (βλέπε λέξη).
***Μεσίστιο σύσπαστο (το): Κοινή ονομασία το «φλασκούνι» (βλέπε λέξη). Το «μεσίστιο σύσπαστο/υπερυψωμένο παλάγκο» αναρτάται εν μέσω δύο στηλών/θέσεων.
***Μεσίστιος Σημαία (η): Κοινώς «μετζάστρα» (βλέπε λέξη). Σύμφωνα με τον νόμο 851/1978, η Ελληνική σημαία κυματίζει μεσίστια τη Μεγάλη Παρασκευή, ως ένδειξη πένθους για τον θάνατο του Ιησού Χριστού. Επίσης, κυματίζει μεσίστια τις ημέρες που έχει κηρυχθεί εθνικό πένθος.
***Μέσο σχοινιού (το): Κοινώς το «μπεντένι» (βλέπε λέξη)
***Μεσοβορράς (ο): Επίσημη ναυτική ονομασία του «βόρειου-βορειοανατολικού» ανέμου με σύντμηση (ΒΒΑ) και κοινή ονομασία «γρεγοτραμουντάνα / γραιγοτραμουντάνα».
***Μεσόγειος θάλασσα (η): Κατά τους Λατίνους «Μεγάλη Θάλασσα» (βλέπε έκφραση). Την γεωγραφούν οι ακτές της νότιας Ευρώπης, οι δυτικές-νοτιοδυτικές ακτές της Ασίας και οι βόρειες ακτές της Αφρικής.
***Μεσόδμη (η): Κοινώς η «κάτω μπικεριά» (βλέπε και λέξη «μπικεριά»). Σειρά «επιγκενίδων/μαδεριών» που τοποθετούνται κατά το διάμηκες και κάτω από το κύριο κατάστρωμα.
***Μεσόδομος (ο): Τετράγωνο διαμέρισμα, εξ ου και η κοινή του ονομασία «καρρέ» (βλέπε λέξη), που χρησιμεύει για εστιατόριο/εντευκτήριο/χώρος υποδοχής. Στα πλοία δεν τηρείται πάντα το σχήμα και ,εφ΄όσον υπάρχει χώρος, δημιουργούνται ξεχωριστοί μεσόδομοι για αξιωματικούς, υπολόγους και υπαξιωματικούς.
***Μεσόζυγα (τα): Κοινώς τα «μετζανιά» (βλέπε λέξη).
***Μεσόζυγο (το): Κοινώς «μετζοκάμαρο» (βλέπε λέξη). Λεπτότερο των κυρίων «ζυγών/καμάρια», για ενίσχυσή τους.
***Μεσοθάλασσο (το): Χρησιμοποιείται η λέξη για να εκφράσει τον πλουν στο μέσον των θαλασσίων στενών.
***Μέσοι (οι): Ονομασία «κωπηλατών/ερετών» (βλέπε λέξεις), ως εκ της θέσης που κωπηλατούν στην λέμβο.
***Μέσον βύθισμα (το): Το βύθισμα στη μέση τομή του πλοίου και είναι ίσον με το ημιάθροισμα του πρωραίου και πρυμναίου βυθίσματος (όταν το πλοίο δεν έχει υποστεί παραμόρφωση/κάμψη).
***Μεσονύκτιο (το): Κοινώς τα «μεσάνυκτα» (βλέπε λέξη). Η 12η νυχτερινή ώρα.
***Μεσονύκτιος ήλιος (ο): Στην αστρονομία λέγεται ο ήλιος που βρίσκεται πάνω από τον ορίζοντα την νύκτα και δεν δύει, με αποτέλεσμα το φως της μέρας να διατηρείται ολόκληρη την ημέρα (σε τόπους πάνω από 67° πλάτος και από 22/06-22/12 στο Β. ημισφαίριο και αντίστροφα στο Ν. ημισφαίριο).
***Μεσοπαλίρροια (η): Το μέσον της διάρκειας της «πλημμυρίδος» και της «αμπώτιδος» (βλέπε λέξεις), ήτοι 3 ώρες μετά την πλήμη/ρηχία.
***Μεσόπαυση (η): Το διαχωριστικό στρώμα της ατμόσφαιρας μεταξύ «μεσόσφαιρας» και «θερμόσφαιρας» που εντοπίζεται στα 85-90 χιλιόμετρα ύψος. Είναι ένα πολύ ψυχρό στρώμα. (Βλέπε λέξεις).
***Μεσοπρότονοι (ο): Βλέπε λέξεις «επίτονοι/ξάρτια», (ΣΧΟΛΙΟ: Την λέξη «μεσοπρότονος» την βρήκα να ακολουθείται από την αγγλική της μετάφραση “baby-stay” που τον ξέρω σαν «επίτονο/ξάρτι» .
***Μέσος συστολέας (ο): Ο «μέντζο» (βλέπε λέξη) συστολέας του «ιστίου/πανιού» στα ιστιοφόρα πλοία.
***Μεσόστεγο (το): Το κοινώς «ταμπούκι» (βλέπε λέξη). Είναι ο χώρος στο μέσον του πλοίου και καταλαμβάνει το 1/3 του όλου μήκους του καταστρώματος. Τα άλλα 2/3 τα καταλαμβάνουν, εξ ημισείας, το «πρόστεγο» και το «επίστεγο» (βλέπε λέξεις). Η λέξη «μεσόστεγο» χρησιμοποιείται και για να εκφράσει κάθε μέρος του πλοίου που βρίσκεται σ΄ αυτήν την περιοχή (όπως πλευρά πλοίου, υπερκατασκευές κλπ.). «Μεσόστεγο» όμως αποκαλείται στα εμπορικά πλοία, η υπερκατασκευή στη μέση του πλοίου, ήτοι ο χώρος διακυβέρνησης του πλοίου, η «γέφυρα».
***Μεσόσφαιρα (η): Το τρίτο αέριο στρώμα της ατμόσφαιρας, αρχής γενομένης από την γη. Καταλαμβάνει τον χώρο από τα 55 μέχρι τα 85 χιλιόμετρα ύψος, για να ακολουθήσει το μεταβατικό στρώμα αέρος, που λέγεται «μεσόπαυση» (βλέπε λέξη).
***Μεσουράνημα (το): Όταν ο οποιοσδήποτε αστέρας φθάσει στο μέσον του ουρανού, δηλαδή στο «ζενίθ» (βλέπε λέξη) του μεσημβρινού του τόπου.
***Μεσουράνηση (η): Στην αστρονομία ονομάζεται η στιγμή κατά την οποίαν ο ήλιος/σελήνη/αστέρας περνάει από τον «μεσημβρινό» του τόπου.
***Μεσουρία (η): Κοινώς η «σακκολέβα της μπούμας» (βλέπε έκφρραση). Στην ουσία είναι ένας συστολέας του πανιού («ημιολίας»-βλέπε λέξη), για να το μαζέψουμε, όποτε θέλουμε.
***Μεσσηνέζα (η): Στο εμπόριο γράφεται «μεσινέζα» (βλέπε λέξη). Λεπτό νήμα ,συνήθως νάϋλον, που χρησιμοποιούμε με τα αγκίστρια στο ψάρεμα. Ονομάστηκε έτσι γιατί το πρώτον χρησιμοποιήθηκε αυτό το νήμα στην Μεσσήνη της Σικελίας.
***Μετά μεσημβρία: Η έκφραση αυτή, που δηλώνει την χρονική διάρκεια μετά το μεσημέρι, έχει την σύντμιση «μ.μ.» στα ελληνικά και «p.m.» στα αγγλικά.
***Μεταβάλω ολκούς: Έκφραση που σημαίνει ότι «σκατζάρω τα σχοινιά χειρισμού των κεραιών (ιστιοφόρα πλοία).
***Μετάβαση (η): Ο πηγαιμός, το ταξείδι μετάβασης.
***Μεταβλητό βήμα προπέλας (το): Βλέπε έκφραση «βήμα έλικας/προπέλας».
***Μετάγγιση (η): Η μεταφορά υγρών από μια δεξαμενή σε άλλη του πλοίου, που λαμβάνει χώρα με αντλία μεταγγίσεως.
***Μεταγωγικά πλοία (τα): Τα καράβια που χρησιμοποιούνται για μεταφορά από έναν τόπο, σε άλλον.
***Μεταδότης (ο): Ηλεκτρικό όργανο που χρησιμοποιείται στο πυροβολικό για την μετάδοση των στοιχείων βολής.
***Μετακεντρικό ύψος (το): Ονομάζεται η απόσταση από το «μετάκεντρο» μέχρι το «κέντρο βάρους» του πλοίου. Εάν το «μετάκεντρο» είναι ψηλότερα από το «κέντρο βάρους», τότε το πλοίο έχει ευστάθεια, εάν το «μετάκεντρο» συμπίπτει με το «κέντρο βάρους» η ισορροπία του πλοίου είναι αδιάφορη και εάν το «μετάκεντρο» είναι χαμηλότερα από το «κέντρο βάρους» τότε το πλοίο είναι ασταθές. (Βλέπε λέξεις/εκφράσεις).
***Μετάκεντρο (το): Στην ναυπηγία λέγεται το σημείο, στο οποίο η κατακόρυφη δύναμη στο σημείο του «κέντρου άντωσης» του πλοίου (βλέπε έκφραση) ,συναντά την κατακόρυφη δύναμη, στο σημείο του «κέντρου βάρους» του πλοίου, όταν αυτό κλίνει δεξιά/αριστερά.
***Μετακομιδή (η): Η μεταφορά με μεταγωγικό πλοίο.
***Μετακύμιο (το): Λέγεται η περιοχή μεταξύ , αφ΄ ενός μεν δύο «σειρών υψηλών κυμάτων» (βλέπε έκφραση- την ξέρω και σαν «περίοδο υψηλού κυματισμού»), όπου το μεσαίο κύμα είναι το υψηλότερο από τα δύο άλλα και που προετοιμαζόμασταν, να στρίψουμε το καράβι, την κατάλληλη στιγμή, ώστε η στροφή να συμπέσει, το δυνατόν, στην «μετακύμιο» περίοδο, για να έχουμε τον μικρότερο «διατοιχισμό/μπότζι» του πλοίου, (βλέπε λέξεις).
***Μεταλλακτήρας (ο): Συσκευή που μετατρέπει, π.χ. το ρεύμα από συνεχές σε εναλλασσόμενο.
***Μεταλλευματοφόρο πλοίο (το): Ειδικά φτιαγμένο πλοίο με ενισχύσεις, για την μεταφορά μεταλλευμάτων ή εξαιρετικά βαρέων φορτίων.
***Μετάλλια (τα): Τα «παράσημα» (βλέπε λέξη).
***Μεταλλικό τοίχωμα βλήματος (το): Στα πυρομαχικά ειδικών χρήσεων (φωτιστικά, καπνογόνα κλπ.) λέγεται το περίβλημα της γόμωσης.
***Μεταλλικός τρόχηλος (ο): Ο σιδερένιος μακαράς, κοινώς «μπαστέτα» (βλέπε λέξη).
***Μεταμεσημβρινός (ο): Ο απογευματινός.
***Μεταοιακίζω: Αλλάζω ρότα/πορεία.
***Μετάπνοια (η): Η αλλαγή του ανέμου. Η μεταστροφή.
***Μετάπτωση των ισημεριών (η): Βλέπε «ισημεριών μετάπτωση».
***Μεταστρέφω: Ξαναπαίρνω βόλτα.
***Μεταστροφή (η): Στην στολοδρομία και σε γραμμή παραγωγής , ονομάζεται η αθρόα αλλαγή πλεύσης των πλοίων κατά 180°, με συνέπεια το τελευταίο πλοίο να γίνεται πρωτόπλους. Το ίδιο συμβαίνει όταν τα πλοία πλέουν σε γραμμή διοπτεύσεως. Με την λέξη «μεταστροφή» χαρακτηρίζεται, γενικά, οποιαδήποτε αλλαγή πλεύσης του πλοίου προς άλλη κατεύθυνση. Στην ιστιοφόρο ναυτιλία, έχει και την έννοια της επανάληψης του χειρισμού για «αναστροφή ανάπρωρα/βόλτα, όρτσα λα μπάντα», στην περίπτωση αποτυχίας της προηγούμενης προσπάθειας προς «αναστροφή».
***Μετασχηματιστής (ο): Συσκευή που μετατρέπει την τάση του ρεύματος.
***Μετατώπιση πλοίου (η): Στον κύκλο στροφής του πλοίου ονομάζεται έτσι, η κάθετη απόσταση που μετακινείται το κέντρο βάρους του πλοίου, από την αρχική πορεία μέχρι την αλλαγή κατά 90°.
***Μεταφόρτωση (η): Η μεταφορά φορτίου , μέρους/ όλου, από ένα πλοίο σε άλλο. Όρος, που συνηθίζεται στα πλοία αποβάσεως (αρματαγωγά και οχηματαγωγά πολ. πλοία). Στα εμπορικά πλοία και στις συμβάσεις μπαίνει ειδική ρήτρα, που παρέχει το δικαίωμα μεταφόρτωσης σε άλλο πλοίο, στην περίπτωση που το πρώτο δεν μπορεί να ταξιδεύσει.
***Μετάφραγμα (το): Ο χώρος μεταξύ δύο καταστρωμάτων, όπως είναι το «υπόφραγμα» (βλέπε λέξη).
***Μέτεο (το): Έτσι αποκαλούμε, σε συντομία, την «μετεωρολογική πρόγνωση», ήτοι η εκτίμηση για το πως θα είναι ο καιρός στο εγγύς μέλλον στην περιοχή που θα είμαστε.
***Μετεωρίζω: Το ρήμα «μετεωρίζω», στην ενεργητική φωνή, σημαίνει «οδηγώ το πλοίο προς το ανοικτό πέλαγος» , στην δε παθητική φωνή, το «μετεωρίζομαι», σημαίνει «πλέω στην ανοικτή θάλασσα» (Εγκυκλοπαίδεια), ή όπως θα λέγαμε «ανοίγομαι στο πέλαγος».
***Μετεωρίτης (ο): Μικρό ουράνιο σώμα ή θραύσμα του που πέφτει στη Γη ή σε μεγαλύτερα ουράνια σώματα. Κατά την είσοδο στην ατμόσφαιρα ονομάζεται μετέωρο, θερμαίνεται και αναφλέγεται, αφήνοντας πίσω μια λαμπρή γραμμή φωτός. Υπάρχουν και τα γνωστά ως «πεφταστέρια», που διαλύονται τελείως, λόγω τριβής των με τη γήινη ατμόσφαιρα.
***Μετεωρολογία (η): Λέγεται ο κλάδος των φυσικών επιστημών, που έχει αντικείμενο την ατμόσφαιρα της γης στο σύνολό της και τα φαινόμενα που συμβαίνουν μέσα σ΄ αυτή.
***Μετεωρολογικά φαινόμενα (τα): Τα κυριώτερα είναι , η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας, η υγρασία της ατμόσφαιρας, η ατμοσφαιρική πίεση, ο άνεμος, η νέφωση, η ορατότητα και η βροχή/χιόνι/χαλάζι κλπ.
***Μετζαβόλτα (η): Η κοινή ονομασία του «ημίδεσμου» (βλέπε λέξη). Λέγεται και όταν οι καδένες της αγκυροβολίας του πλοίου, μπλέξουν/συστρέψουν μεταξύ τους.
***Μετζαλούνα (η): Ονομασία του ψηλότερου τετράγωνου πανιού στον «μεγάλο» κατάρτι (βλέπε λέξη «ιστός») στα «κλίππερ» (βλέπε λέξη). (Δεν υπάρχει αντίστοιχη ελληνική ονομασία ,μας πληροφορεί η εγκυκλοπαίδεια).
***Μετζάνα (η): Η κοινή ονομασία του ιστού, που ονομάζεται «επίδρομος».(το προς πρύμνα κατάρτι – βλέπε λέξη «επίδρομος»). Η ονομασία «κόντρα-μετζάνα» όμως δίνεται και στην «δολωνίδα/φόγγο», δηλαδή στο τετράγωνο πανί, που είναι το δεύτερο πάνω από το κατάστρωμα του ιστιοφόρου πλοίου, στο κατάρτι του «επιδρόμου». (βλέπε λέξεις). Βρήκα όμως ότι «μετζάνα» λέγεται και το πρυμνιό πανί στη «Συμιακή Σκάφη».
***Μετζανιά (τα): Κοινή ονομασία των «μεσόζυγων» (βλέπε και λέξη), όπου στο εμπορικό ναυτικό ονομάζονται έτσι, τα δοκάρια που υποστηρίζουν τα «ξύλινα καλύμματα/μπουκαπόρτες» (βλέπε λέξεις) των αμπαριών των πλοίων . Τα «μετζανιά» λέγονται και «μπίμια/beams».
***Μετζαρόλι (το): Επίσημα «ημιώριο».Η κρούση της καμπανούλας στα πολεμικά πλοία για την «αλλαγή της φυλακής».
***Μετζάστρα (η): Η κοινή ονομασία της «Μεσιστίου Σημαίας» (βλέπε έκφραση).
***Μέτζο (το): Το μισό. Λέξη της κοινής ναυτικής γλώσσας που χρησιμοποιείται, σαν πρώτο συνθετικό, σε εκφράσεις, για να δείξει το μισό/ήμισυ του αντικειμένου.
***Μετζοβόλτα (η): Βλέπε λέξη «ημίδεσμος» και «ναυτικός δεσμός». ΄Όμως «μετζοβόλτα» λέγεται και το μπλέξιμο των καδενών των αγκυρών.
***Μετζοκάμαρο (το): Βλέπε λέξη «μεσόζυγο».
***Μέτζο-κάρτα (η): Γράφεται και «μεντζακάρτα». Το «ημιρρόμβιο». Η μισή «κάρτα/ρόμβος» ( 5° 37΄30΄΄),(βλέπε λέξεις).
***Μετζομινούτο (το): Το ημίλεπτο, μισό λεπτο της ώρας.
***Μετζοσόλα (η): Το «κάττυμα», η «σόλα»,(βλέπε λέξεις).
***Μετζοτονελάδα (η): Ο μισός «κόρος» (βλέπε λέξη). Το ημικόριο, μέτρο χωρητικότητας των πλοίων.
***Μετοιακίζω: Το ξέρω ως αλλαγή της θέσης πηδαλιούχησης, όπου ενεργοποιείται η δεύτερη θέση πηδαλιούχησης του πλοίου , όταν για κάποια αιτία τεθεί εκτός η κύρια θέση.
***Μετοχικό Ταμείο Ναυτικού (το): Το, σε σύντμηση, ΜΤΝ.
***Μετρικός τόνος (ο): Λέγεται και γαλλικός τόνος και ισούται με 1.000 χιλιόγραμμα ή 2.204,62 λίβρες (στον υπολογισμό μας λέμε 1 κιλό = 2,2 λιβρες)
***Μέτριος άνεμος (ο): Ονομάζεται ο άνεμος των 5 Bf (16-22 κόμβους), όπου μικρά δένδρα αρχίζουν να κινούνται και η «κατάσταση της θάλασσας» χαρακτηρίζεται ως «Ταραγμένη» (ανοιχτή θάλασσα – ύψος κύματος 1,2-2 μέτρα) όπου στα κύματα εμφανίζονται αφρώδεις κορυφές παντού.
***Μετρώ τα νερά: Κοινώς «γραδάρω» (βλέπε λέξη).
***Μετωπική ομίχλη (η): Σχηματίζεται όταν εξατμίζεται ένα μέρος της βροχής που δίνουν τα νέφη του «θερμού μετώπου» (βλέπε έκφραση).
***Μέτωπο (το): Στην μετεωρολογία λέγεται «μέτωπο», η διαχωριστική επιφάνεια ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αέριες μάζες (ψυχρή-θερμή).
***Μέτωπο θερμό (το): Βλέπε έκφραση «θερμό μέτωπο».
***Μέτωπο λαίλαπα (το): Βλέπε έκφραση «λαίλαπα μέτωπο».
***Μέτωπο μαδεριού (το): Το φαρδύ πρόσωπο της «επιγκενίδας/μαδεριού».
***Μέτωπο ψυχρό (το): Βλέπε έκφραση «ψυχρό μέτωπο».
***(Γραμμή) μετώπου (η): Ο πλους των πλοίων κατά μέτωπον , ήτοι σε μια γραμμή κάθετη προς την διαταχθείσα/ακολουθούμενη πορεία.
***Μηδενική πλευστότητα (η): Έχει «μηδενική πλευστότητα» το σώμα που αιωρείται, κάτω από την επιφάνεια του υγρού στοιχείου.
***Μήκος γεωγραφικό (το): Είναι η δίεδρη γωνία που σχηματίζεται από τον «μεσημβρινό» του τόπου και από τον «πρώτο μεσημβρινό» (Γκρήνουιτς-Αγγλία). Μετριέται σε μοίρες στον «ισημερινό» και χαρακτηρίζεται σε ανατολικό (+) , από 000° – 180° και δυτικό (-), από 000° – 180°. Μαζύ με το «γεωγραφικό πλάτος» καθορίζουν την οποιαδήποτε θέση πάνω στη γη, (βλέπε λέξεις).
***Μήκος ισάλου (το): Η διαμήκης απόσταση της ισάλου γραμμής, από το σημείο που κόβει την «στείρα/κοράκι της πλώρης» μέχρι το σημείο που κόβει το «ποδόστημα/κοράκι της πρύμης».
***Μήκος κόλπου (το): Η «είσδυση» (βλέπε λέξη). Η απόσταση από την είσοδο μέχρι τον «μυχό» (βλέπε λέξη) του κόλπου.
***Μήκος μεταξύ καθέτων στο σκάφος (το): Η απόσταση μεταξύ της πλωριάς και πρυμνιάς καθέτου (οι κάθετες γραμμές που τέμνουν την ίσαλο σχεδίασης στην πλώρη και την πρύμνη).
***Μήκος κύματος (το): Βλέπε λέξεις το «κύμα» και το «κύμα, μήκος».
***Μήκος ολικό πλοίου (το): Είναι η οριζόντια και διαμήκης απόσταση μεταξύ των δύο ακραίων σημείων του πλοίου στην πλώρη και στην πρύμνη. Ο Κανόνας 3 του ΔΚΑΣ (Διεθνείς Κανόνες προς Αποφυγή Συγκρούσεων στη θάλασσα), στην παράγρ.(ι) γράφει: Οι λέξεις «μήκος» και «πλάτος» ενός πλοίου σημαίνουν το ολικό μήκος και το μέγιστο πλάτος του.
***Μηκών Γραφείο (το): Γαλλική επιστημονική οργάνωση , με έδρα το Παρίσι, που έχει σκοπό την προαγωγή των αστρονομικών επιστημών στην ναυτιλία κλπ. Έμβλημα έχει την φράση «Αεί ο Θεός γεωμετρεί» στα Ελληνικά.
***Μηνίσκος (ο): Η ημισέληνος, το φεγγάρι στο 1ο του τέταρτο.
**Μήρυμα (το): Η επίσημη ονομασία του όρου «κόρκωμα» ή «γουμενιά» (βλέπε λέξεις). Η κουλούρα/συσκευασία του σχοινιού , όπως το αγοράζουμε από το εμπόριο, που είναι μήκους 100 μέτρων.
***Μήτρα σχοινιού (η): Το βρίσκουμε στα «τετράκλωνα σχοινιά». Το λέμε και «φυτίλη» ή και «κολαούζο» και είναι ένα εσωτερικό «έμβολο», γύρω από το οποίο πλέκονται τα τέσσερα «έμβολα», (βλέπε λέξεις).
***Μήτρα συρματόσχοινου (η): ‘Όπως και τα σχοινιά, έτσι και τα συρματόσχοινα φτιάχνονται από συρμάτινα έμβολα, που συστρέφονται γύρω από μια «μήτρα», που είναι σχοινένια ή συρμάτινη ή ανεξάρτητο συρματόσχοινο. Φυσικά και τα «συρμάτινα έμβολα» έχουν «μήτρα» κι έτσι τα βρίσκουμε στην Ελληνική και Αμερικανική ορολογία. Eγώ έμαθα να χρησιμοποιώ την Αγγλική ορολογία, όπου η «μήτρα» του συρματόσχοινου ονομάζεται «καρδιά» σε αντιδιαστολή με την «μήτρα» των εμβόλων, που ονομάζεται απλά «μήτρα».
***Μητροπολιτικά ύδατα (τα): Τα «χωρικά ύδατα» (βλέπε έκφραση) μιας χώρας.
***Μηχανή (η): Είναι κάθε μέσον/εργαλείο που μας διευκολύνει στη δουλειά μας. Κυρίαρχο ρόλο στη θάλασσα παίζουν οι Μηχανές Εσωτερικής Καύσης, οι με σύντμηση Μ.Ε.Κ. (Ντήζελ, Βενζινομηχανές, Αεριομηχανές, Αεριοστρόβιλοι)
***Μηχανή ναυτική (η): Βλέπε έκφραση «ναυτική μηχανή».
***Μηχάνημα πηδαλίου (το): Στρέφει το πηδάλιο και ευρίσκεται πρύμα στο «διαμέρισμα πηδαλίου», ενώ η «θέση πηδαλιουχίας», όπου και το τιμόνη/ρόδα, είναι στη γέφυρα, που ο χώρος αυτός οριοθετείται με την έκφραση «στο πηδάλιο».
***Μηχανήματα (τα): Συσκευές που επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία προς υποστήριξη/υποβοήθηση της πρόωσης/λειτουργίας του πλοίου.
***Μηχανικό έργο (το): Είναι το αποτέλεσμα που έχουμε, όταν μια δύναμη, που εφαρμόζεται σ΄ ένα σημείο αντίστασης , το υπερνικά κι έτσι μετατίθεται το σημείο εφαρμογής προς την ίδια κατεύθυνση.
***Μηχανικό κέρδος (το): Στη χρήση «τροχίλων/μακαράδων» λέμε «μηχανικό κέρδος» την αναλογία του προς ανύψωση βάρους, προς την δύναμη ανύψωσης που εφαρμόζεται.
***Μηχανικός (ο): Αυτός που ασχολείται ειδικά με την μελέτη/χειρισμό/επισκευή κλπ των μηχανών/μηχανημάτων, (βλέπε «λαδόκωλος»-«αργκό»).
***Μηχανικός Αξιωματικός (ο): Α΄Μηχανικός,Β΄Μηχανικός, υπεύθυνοι για την σωστή λειτουργία της πρόωσης του πλοίου και των βοηθητικών μηχανημάτων του.
***Μηχανοκάϊκο (το): Οξύπρυμνο καΐκι των σφουγγαράδων. που παλιότερα ιστιοφορούσε και κινούταν με κουπιά και συγχρονίστηκαν με πετρελαιομηχανές. Λόγω της στενότητας των χώρων του, συνοδευότανε από μεγαλύτερα καΐκια, για την λάτρα/αποθήκευση, με την ονομασία «ντεπόζιτα».
***Μηχανοκίνητο πλοίο (το):Διεθνείς Κανόνες Αποφυγής Συγκρούσεως στη θάλασσα. Κανόνας 3ος «Για τους σκοπούς των παρόντων κανόνων ισχύουν οι ακόλουθοι ορισµοί εκτός εάν το κείµενο απαιτεί διαφορετικά: (α) H λέξη « πλοίο » περιλαµβάνει κάθε περιγραφή πλωτού µέσου – µεταξύ των oποίων περιλαµβάνονται και τα χωρίς εκτόπισµα σκάφη, WIG σκάφη καθώς και τα υδροπλάνα – τα οποία χρησιµοποιείούνται ή µπορεί να χρησιµοποιηθούν ως µέσο µεταφοράς στο νερό. (β) Ο όρος « µηχανοκίνητο πλοίο » σηµαίνει κάθε πλοίο που προωθείται µε µηχανές. (γ) Ο όρος « ιστιοφόρο πλοίο », σηµαίνει κάθε πλοίο, που κινείται µε ιστία, υπό την προϋπόθεση ότι η τυχόν εγκατεστηµένη σ’ αυτό μηχανή προώσεως δεν χρησιμοποιείται. Σύμφωνα με τον Κανόνα 25 παράγρ. (ε) «Πλοίο κινούµενο µε ιστία, κάθε φορά που χρησιµοποιεί συγχρόνως και µηχανικό µέσο προώσεως, θα επιδεικνύει προς πλώρα και στο πιο εµφανές σηµείο, ένα κωνικό σχήµα, µε την κορυφή προς τα κάτω.»
***Μηχανοκίνητο πλοίο «εν πλω» (το): Ο Κανόνας 23 του ΔΚΑΣ (Διεθνείς Κανονισμοί προς Αποφυγή Συγκρούσεων στη θάλασσα) ορίζει τα φώτα και τα σχήματα που επιδεικνύει ένα σκάφος.
***Μηχανολεβητοστάσιο (το): ‘Ετσι αποκαλείται ο χώρος του πλοίου στην περίπτωση που το μηχανοστάσιο και το λεβητοστάσιο είναι στον ίδιο χώρο.
***Μηχανοστάσιο (το): Ο χώρος που στεγάζει τις κύριες μηχανές/βοηθητικά μηχανήματα για την πρόωση του πλοίου.
***Μηχανότρατα (η): Μηχανοκίνητο αλιευτικό σκάφος, που ψαρεύει
σύροντας δίχτυα στον βυθό της θάλασσας.
***Μηχανουργείο (το): Χώρος που προορίζεται για κατασκευή/επισκευή μηχανών και εξοπλισμού του πλοίου.
***Μίζα (η): Κοινή ονομασία του «εκκινητή» (βλέπε λέξη) ,που δίνει την αρχική εκκίνηση του αεροστροβίλου.
***Μικρά Ασία (η): Η χερσόνησος στο Δ. άκρο της Ασίας, που από βορρά βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο, από νότο είναι η Μεσόγειος Θάλασσα και από δυσμάς είναι το Αιγαίο Πέλαγος.
***Μικρή Άρκτος (η): Βλέπε έκφραση «Μεγάλη Άρκτος».
***Μικρή δέστρα (η): βλέπε λέξη «κοτσανέλο».
***Μικρή προεξοχή στεριάς (η): Βλέπε λέξη «πούντα».
***Μικρό παράβλημα (το): Κοινώς «μπαλονάκι» (βλέπε λέξη), για βάρκες προκειμένου να μην χτυπάνε μεταξύ τους /στο μώλο.
***Μικροβάτης (ο): Βλέπε λέξη «κοχλίας».
***Μίλι (το): Κοινή ονομασία του «μίλιον» (βλέπε λέξη). Μονάδα μέτρησης μεγάλων αποστάσεων. Το «μίλι» διαιρείται σε 1) το «γεωγραφικό μίλι», που είναι μια γεωγραφική μονάδα ,ίση με 4΄του ισημερινού της γης (7423μ.), 2) το «ναυτικό μίλι», που είναι το ανάπτυγμα 1΄του παραλλήλου των 45° και ισούται με 1851,851μ.(1852 μ.) και τέλος 3) το «μίλι ξηράς», που ισούται με 1609,315 μ. Η λέξη «μίλι» είναι μια ακόμα ένδειξη/απόδειξη της εισβολής/ανάμειξης λέξεων στο ναυτικό γλωσσάρι, μιας και η γλώσσα αυτή, περιφέρεται στα λιμάνια του κόσμου. Π.χ. οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν το «mile passi» (χίλια βήματα-διπλά), ως μονάδα μέτρησης των αποστάσεων και τελικά κατέληξε να καθιερωθεί η ονομασία «μίλι» σε όλο τον κόσμο. Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την λέξη «άγκυρα», που καθιερώθηκε παγκόσμια, να εκφράζει το αντικείμενο, που κρατά στη θέση του κάθε πλωτό ναυπήγημα. Οι Άραβες λέγανε «Αmir al Bahr» ( Ηγέτης της Θάλασσας), για να το πάρουν οι Ευρωπαίοι και να το κάνουν «Admiral/Amiralio/Amiral». Οι Βυζαντινοί στον Κυβερνήτη του πλοίου έδιναν τον τίτλο του «Κατεπάνω», για να γίνει από τους Φράγκους «capitano/captain» και να ξανάρθει σε μας σαν «καπετάνιος» και τα παραδείγματα δεν έχουν τελειωμό.
***(τα) Μίλια: Βλέπε λέξη «δίαρμα».
***Μίλιον (το): Κοινώς το «μίλι» (βλέπε λέξη).
***Μικρό κρεββάτι (το): Βλέπε λέξη «κουκέτα».
***Μικρός σημαιοστολισμός (ο): Σε αντίθεση με τον «μεγάλο σημαιοστολισμό» (βλέπε έκφραση), ο «μικρός σημαιοστολισμός» αποτελείται από το «επίσημο» (βλέπε λέξη) στο στηλίδιο της πλώρης του πλοίου και την επίσημη Σημαία της Ελλάδος στο κατάρτι και στο στηλίδιο της πρύμης.
***Μιμητισμός (ο): Ονομάζεται έτσι το φαινόμενο, που τα χιλιάδες ψάρια, όστρακα, καραβίδες κλπ., παίρνουν το χρώμα των «σαργάσσων» (είδος φυκών).
***Μίνα (η): Η υπόγεια στοά που μπαίνει η εκκρηκτική ύλη με σκοπό την ανατίναξη. «Μίνα της μπαρούτης» λέγανε οι αγωνιστές του 1821, το φρεάτιο που έβαζαν την φωτιά στα πυρπολικά (Εγκυκλοπαίδεια).
***Μινεράλι (το): Το μετάλλευμα.
***Μινιατούρα (η): Μικρογραφία παράσημου.
***Μίνιο (το): Προπαρασκευαστικό χρώμα βαφής (red lead), που χρησιμοποιούμε στην γυμνή και καθαρή επιφάνεια, πριν την βάψουμε με το χρώμα που θέλουμε, για προστασία και για πρόσφυση του τελικού χρώματος, που θα βάλουμε.
***Μινούτο (το): Κοινή ονομασία του «αμμωτού» (βλέπε λέξη). Είναι μια «κλεψύχρα» (βλέπε λέξη), που χρησιμεύει για την μέτρηση του χρόνου των 30΄΄ ή και των 15΄΄ της ώρας. Η χρήση του ήταν μεγάλη στην μέτρηση των «κόμβων» της ταχύτητας, με το χειροκίνητο δρομόμετρο.
***Μινούτο (το): Το λεπτό της ώρας.
***Μιντάρω: Αναλαμβάνω την θέση μου στον σχηματισμό των πλοίων.
***Μιξόδια (τα): Κοινώς «μιξούδια», (βλέπε λέξη). Αυλάκια/οχετοί τριγωνικής μορφής προς διοχέτευση των υδάτων του «κύτους/σεντίνας» και εξάντλησή τους στην συνέχεια.
***Μιξούδια (τα): Η κοινή ονομασία των «μιξοδίων», (βλέπε λέξη). Τρύπες στους νομείς κοντά στο «εσωτρόπιο» (βλέπε λέξη), για να διοχετεύονται τα νερά του κύτους του σκάφους.
***Μιρού (ο): Το όνομα αυτό, του μυθικού ήρωα της Πολυνησίας (Ειρηνικός ωκεανός), δόθηκε στην σχεδία, που κατασκευάστηκε κατά τα πρότυπα των αρχαίων ιθαγενών και την δεκαετία του 1950. Η σχεδία αυτή διέπλευσε τον Ειρηνικό ωκεανό, χωρίς όργανα, από την Πολυνησία στο Περού, προκειμένου να αντικρουστεί η θεωρία του Νορβηγού Χέϋερνταλ, που είχε διαπλεύσει τον Ειρηνικό με μια παρόμοια σχεδία ,υπό το όνομα «Κον-Τίκι» (Ήλιος των Ίνκας και των ιθαγενών του Περού), την δεκαετία του 1940,προκειμένου να αποδείξει ότι, οι Ίνκας από το Περού αποίκισαν τα νησιά του Ειρηνικού.
***Μισεύω: Αναχωρώ.
***Μισό μέτζο (το): Το τέταρτο, το τεταρτορρόμβιο.
***Μισοσκόταδο (το): Βλέπε λέξη «ημίφως».
***Μιστικόν (το): Τύπος ιστιοφόρου πλοίου που δεν υπάρχει πλέον. Συνήθως το χρησιμοποιούσαν για πειρατεία στη Μεσόγειο θάλασσα.
***Μιστράλ (ο): Άνεμος πολύ ισχυρός, που πνέει τον χειμώνα από βορρά (Β) έως βορειοδυτικά (ΒΔ), στον κόλπο του Λέοντος (Μασσαλία-Γαλλία).
***Μίτωμα (το): Η σύνδεση δύο σπάγκων, συνήθως μονόπλοκων ή δίπλοκων (από βιοτέχνη σπάγγων).
***Μοίρα (η): Μονάδα μέτρησης του ανοίγματος των γωνιών και των τόξων κύκλου. Είναι ίση με το 1/360 της περιφέρειας του κύκλου και την παριστάνουμε με το σύμβολο «°» .Η πορεία/στροφή του σκάφους και οι συντεταγμένες της θέσης πάνω στη γη εκφράζονται σε μοίρες («°»).
***Μοίρα (η): Ομάδα πολεμικών πλοίων, συνήθως από 4 πλοία της ίδιας κατηγορίας.
***Μοίραρχος (ο): Ο Διοικητής της Μοίρας πλοίων, που επιβαίνει σε ένα από αυτά και επαίρει στον ιστό του, το μοιραρχικό σήμα.
***Μόλα (το): Κέλευσμα της κοινής ναυτικής γλώσσας που σημαίνει «άφησε». «απελευθέρωσε». Αντιστοιχεί με τις ενέργειες των ρημάτων «εώ» και «καθίημι» (βλέπε αντίστοιχες λέξεις). Επίσης σημαίνει «μεθέλκω» με την έννοια «σύρω ή τραβώ κάτι προς το μέρος μου».
***Μόλα όλα: Συνηθισμένη έκφραση , κατά την άπαρση του πλοίου από τον προβλήτα, που δίνεται, όταν θέλουμε να βγούνε όλοι οι κάβοι προσδέσεως του πλοίου από τις δέστρες της στεριάς. Επίσης το «μόλα» το λέμε και σαν δεύτερο συνθετικό του κελεύσματος «τίρα-μόλα» που σημαίνει «βίρα -μόλα» και το χρησιμοποιούμε για τους κάβους πρόσδεσης του σκάφους. Κάτι ανάλογο του «τίρα-μόλα» χρησιμοποιούμε και κατά την αγκυροβολία, με την έκφραση «αγάντα μία και λάσκα» (βλέπε έκφραση), προκειμένου να δώσουμε την ευκαιρία στην άγκυρα να «πιάσει» στο βυθό.. Επίσης, να θυμηθούμε το «έγια μόλα – έγια λέσσα».
***Μόλα ιπάντο: ‘Εκφραση που σημαίνει «αμόλα όλους τους κάβους». Συνηθίζεται η έκφραση, «μόλα όλα».
***Μολάρω: Αφήνω, λασκάρω, καθίημι.
***Μολάρω κουπιά: Εώ, αφήνω κουπιά ελεύθερα αλλά τα κρατάω από την χειρολαβή τους.
***Μολάρω κόμπο : Διαλύω , λύνω τον κόμπο.
***Μολάρω το πανί: Αναπτύσσω το πανί.
***Μολάρω περ όκιο: Παρατάω άγκυρα και καδένα στον βυθό της θάλασσας. Ακραφετώ (βλέπε λέξη).
***Μολάρω τις μούδες: Λύνω τις «σειρές» (βλέπε λέξη) ή κάποια «σειρά».
***Μόλος (ο): Βλέπε λέξη «μώλος».
***Μόλυβδος (ο): Βλέπε λέξη «μολύβι».
***Μολύβι (το): Η κοινή ονομασία του «μολύβδου» (βλέπε λέξη). Την ονομασία αυτή χρησιμοποιούμε για αντικείμενο βαρύ και συνηθέστατη στους ασχολούμενους με το ψάρεμα, γιατί κρατάει τα σύνεργα ψαρικής στο βυθό.
***Μομέντο (το): Η χρονική στιγμή. Το «ένα λεπτό» που λέμε.
***Μονγκόμερυ (το): Το ημίπαλτο.
***Μονέδα (η): Χρησιμοποιείται η λέξη για να εκφράσει τον ένα από τα ίδια αναφερθέντα. Είναι και το «νόμισμα» (βλέπε λέξη) .
***Μόνιμη δεξαμενή (η): Βλέπε έκφραση η «Δεξαμενή, ναυτική».
***Μονοελασμάτινο πηδάλιο (το): Το πηδάλιο με ένα μόνο έλασμα σε αντίθεση με τα «κοίλα πηδάλια» που είναι από δύο ελάσματα.
***Μονοκάταρτο (το): Κοινή ονομασία του «μονόστηλου» (βλέπε λέξη) σκάφους. Αυτό που έχει ένα όρθιο κατάρτι.
***Μονοκυάλι (το): Το τηλεσκόπιο. Λέγεται και «γυαλί» και ακούγεται και σαν «βίστα-λίγγα» (βλέπε λέξεις).
***Μονόκροτο (το): Στο παλιό ναυτικό ήταν το πλοίο με ένα πυροβόλο. Στους αρχαίους ήταν η ναυς που είχε μια σειρά από κωπηλάτες.
***Μονόκωπος (η): «Μονόκωπη» ονομάζεται η βάρκα, όταν σε κάθε «πάγκο/σέλμα» έχει ένα κωπηλάτη για ένα κουπί. Τέτοιες βάρκες ήταν οι «φαλαινίδες» και οι «κέλητες» (βλέπε λέξεις).
***Μονόξυλο (το): Στην ουσία βάρκα που γίνεται από την εκσκαφή ενός, κορμού δένδρου. Κατ΄ επέκταση οι λεπτές, στην κατασκευή, βάρκες που χρησιμοποιούνται στα ποτάμια/λίμνες/λιμνοθάλασσες. Το «κανό» (βλέπε λέξη). Ο Ξενοφώντας στην «Κύρου Ανάβαση» μας λέει ότι, στην Κερασούντα του Πόντου, που έφθασαν οι «Μύριοι», οι κάτοικοι, για εγκάρδια συμμαχία, τους έδωσαν 300 μονόξυλα πλοία για κάθε τριάδα ανδρών.
***Μονοπλάνο (το): Το αεροσκάφος με ένα μόνο πτερύγιο δεξιά και ένα αριστερά του κυρίου σώματός του.
***Μονόπλοκο σχοινί (το): Το σχοινί με τρία ή τέσσερα «έμβολα» (βλέπε λέξη).
***Μονόσειρο ιστίο (το): Το πανί/ιστίο που έχει μια «σειρά/μούδες», για «σειροδέτηση/μοδάρισμα/ ελάττωση της επιφάνειάς του», (βλέπε λέξεις).
***Μονόστηλο (το): Βλέπε λέξη «μονοκάταρτο».
***Μονταδόρος (ο): Ο εφαρμοστής.
***Μοντάρω: Εφαρμόζω, συναρμολογώ.
***Μοντέλο (το): Το πρότυπο.
***Μορς (ο): Ο εφευρέτης του συστήματος των σημάτων «μορς», δηλαδή της τηλεγραφίας, της συνεννόησης από μακρινή απόσταση.
***Μορσική σήμανση (η): Τα πλοία επικοινωνούν, πλέον της ραδιοτηλεφωνίας, κάνοντας χρήση του «Μορσικού Αλφαβήτου» με (α) αναλαμπές, (β) συριγμούς, (γ) δια βραχιόνων με μικρές σημαίες, (δ) με σημαίες και σημεία.
***Μόρσο (το): Προεξοχή στο άκρο σανίδας, για την προσαρμογή της στην αντίστοιχη εσοχή της άλλης σανίδας.
***Μόρσος (ο): Κοινή ονομασία του «υποστάτη» της λέμβου. Στη Σχολή λέγαμε «μόρσια» τους υποστάτες, σχήματος «Π», που αποθέταμε τις λέμβους αγώνων, με το πέρας των «παιδειών». Λέγεται και «μούρσος». (Βλέπε λέξεις)
***Μόρτο (το): Η κοινή ονομασία του «προκαθέματος» (βλέπε λέξη). Αφορά στο σχοίνινο έκταμμα της άγκυρας, εφ’ όσον είναι εξ ολοκλήρου σχοίνινο.
***Μορφοδοκοί (οι): Τα δοκάρια, με διάφορες διατομές/σχήματα, που απαιτούνται για την κατασκευή των σκαφών και μπορεί να είναι από χάλυβα, ξυλεία, πλαστικά υλικά,αλουμίνιο.
***Μόστρα (η): Η βιτρίνα.
***Μοστράρω: Επιδεικνύω, δείχνω.
***Μοτέρ (το: Ο «κινητήρας», το «μοτόρι» (βλέπε λέξεις).
***Μοτόρι (το): Βλέπε λέξη «μοτέρ».
***Μότορσιπ (το): Μικρό εμπορικό πλοίο με μηχανή, που συνήθως εκτελεί δρομολόγια,πάσης φύσεως, στην άγονο γραμμή των μικρών νησιών και όχι μόνον.
***Μουβάρω: Μετακινώ.
***Μουδαρισμένο πανί: Σειρόδετο ιστίο.
***Μούδες (οι): Η κοινή ονομασία των «σειρών» . Οι «σειρές/μούδες» είναι το μέρος του «πανιού/ιστίου», που μαζεύουμε, όταν φρεσκάρει ο καιρός, για να ελαττώσουμε την επιφάνειά του. Δηλαδή, κομμάτια «λεπτού σχοινιού/δετηρίας/ληγαδούρας», που αποκαλούνται «σειράδια/τσαμαντάλια», είναι ραμμένα σε παράλληλες γραμμές , προς το «πόδωμα», που τις δένουμε κι έτσι επιτυγχάνουμε την αναγκαία μείωση της επιφάνειας,(βλέπε λέξεις).
***Μουδόσχοινο (το): Το λεπτό σχοινί, η «ληγαδούρα», που χρησιμοποιούμε για «μουδάρισμα», δηλαδή τα «σειράδια/τσαμαντάλια» Επίσης, το χρησιμοποιούμε και για «πατρωνάρισμα» του ιστίου/πανιού, (βλέπε λέξεις).
***Μούλος (ο); Έτσι λέγονται στην γλώσσα των Ναυτικών Δοκίμων οι πρωτοετείς Δόκιμοι. «Μούλος» σημαίνει το «μουλάρι», ο «νόθος», δηλαδή Ο μεταξύ Πολίτη και ναύτη.
***Μουλωμένος (ο): Ο πεισμωμένος, ο μουλαρωμένος.
***Μουνιτσιόνε (τα): Τα πολεμοφόδια.
***Μούρα της μαΐστρας (η): Το σχοινί με το οποίο δένεται ο «πρόπους/σκότα» της «μεγίστης/μαΐστρας» (βλέπε λέξεις). Γενικά οι προσήνεμοι «πόδες/σκότες» φέρουν την ονομασία «πρόπους/μούρα/κούντρα», (βλέπε λέξεις).
***Μούρα ή πόδου: Κέλευσμα για ένταση της «σκότας/ποδαριού» (βλέπε λέξεις).
***Μούρα κουρτελάτσας (η): Σχοινί για να ασφαλίσουμε τον «ποδεώνα/κάτω προσήνεμη γωνιά του παρίστιου» , ήτοι την «σκότα» της «κουρτελάτσας» (βλέπε λέξεις) στην ιστιοφόρο ναυτιλία.
***Μούρες (η): Η «προσήνεμη/σταβέντο» (βλέπε λέξεις) πλευρά του ιστιοπλοούντος πλοίου. Από κει που δέχεται τον άνεμο. Π.χ. «Τόκα μπουρίνα με μούρες δεξιά».
***Μουράρω: Ποδόω ιστίο = δένω/συγκρατώ την «σκότα/πόδι (πους+πρόπους)» του «ιστίου/πανιού» (βλέπε λέξεις).
***Μουράβια (η): Η κοινή ονομασία του «υφαλοχρώματος». Το βάψιμο των «υφάλων» του σκάφους με «μουράβια», τα προστατεύει από την «στρειδώνα». «Μουράβια» λέγαμε και το προστατευτικό χρώμα ,που περνούσαμε πρώτο χέρι τις επιφάνειες του σκάφους, πριν το περάσουμε με το τελικό χρώμα βαφής, μόνο που δεν έπρεπε ν΄ αφήσουμε την «μουράβια» μόνη της, πάνω από 24 ώρες,(βλέπε αντίστοιχες λέξεις).
***Μουράγιο (το): Το «κρηπίδωμα» (βλέπε λέξη) του λιμανιού, η προκυμαία.
***Μουράγιο (το): Η λέξη ακούγεται και για το τείχος της πλευράς του σκάφους.
***Μουράδα (η): Το πλευρικό εσωτερικό μέρος του σκάφους .
***Μουράρω: Δένω/σιγουράρω/τεντώνω το «ποδάρι/σκότα» του ιστίοτυ/πανιού.
***Μουρέλο (το): Η κοινή ονομασία του «εμβόλαιου» (βλέπε λέξη), που χρησιμοποιούμε στην «αμμάτιση/μάτιση» σχοινιών.
***Μούρες (οι): Τα σχοινιά που δένουν τους «ποδίσκους» (βλέπε λέξη) των «ιστίων/πανιών».
***Μούρη: Η πλώρη του σκάφους.
***Μουρσελάρω: Βλέπε λέξη «αγκτηριάζω». Δένω δυό σχοινιά μαζύ, παράλληλα, με ένα μικρότερο, όπως κάνουμε με δύο κοντάρια, όταν θέλουμε να τα επιμηκύνουμε .
***Μούρσος (ο): Βλέπε λέξη «μόρσος».
***Μορφοτάρι (το): Βλέπε λέξη «μπακαλάρι».
***Μουσελί ή και Μουρσελάρισμα (το): Το είδος της επίδεσης
***Μουσαμάς (ο):Η κοινή ονομασία της «οθόνης». Η «οθόνη/μουσαμάς» , είναι το υλικό κατασκευής των «ιστίων/πανιών» και των «καλυμμάτων» των συσκευών στα πλοία. (βλέπε λέξεις).
***Μουσαμάδες (οι): Τα καλύμματα των συσκευών του πλοίου.
***Μουσαμάδες της μπάντας (οι): Η κοινή ονομασία των «παραρρυμάτων» (βλέπε λέξη), που τα βάζουμε στις μπάντες των μικρών σκαφών, για μην μπαίνουν τα νερά της θάλασσας μέσα στο κατάστρωμά τους.
***Μούσκεψα (τα): Τα θαλάσσωσα.
***Μούσκλια (τα): Κοινή ονομασία των βρύων (φυτά) που «γεμίζουν» την γάστρα του σκάφους.
***Μουστάκι (το): Η κοινή ονομασία του «εντόνιου» (βλέπε λέξη). Λέγεται και «φλαδούρι». Την λέξη «μουστάκι» στον πληθυντικό , δηλαδή «μουστάκια», την λέμε και για τα κύματα, που δημιουργεί η πλώρη, καθώς «σχίζει» τα νερά, όταν το σκάφος πλέει, (βλέπε έκφραση «Κύματα εγκάρσια και αποκλίνοντα του πλοίου»).
***Μουστάκι (το): Ονομάζεται κοινώς και η «υπήνη» και είναι το μέσον (συρματόσχοινο), που συγκρατεί τον «πρόβολο/μπομπρέσο», (βλέπε λέξεις).
***(Δένω) Μουστάκι: Σημαίνει «αμφιδετώ», δηλαδή αγκυροβολώ και με τις δύο (ΑΡ-ΔΕ) άγκυρες, εκατέρωθεν, της πλώρης. Άλλά «μουστάκι» λέγεται και η «προδέτηση», όπου δένουμε με την πλώρη, κάτι που συμβαίνει με τα αρματαγωγά/οχηματαγωγά πλοία.
***Μουσσώνες (οι): Περιοδικοί άνεμοι, που πνέουν επί 6 μήνες προς μία διεύθυνση και επί επί 6 μήνες προς την αντίθετη διεύθυνση. Κυρίως πνέουν στην περιοχή του Ινδικού ωκεανού και λέγονται «μουσσώνες του θέρους» (από την θάλασσα στην στεριά – Μάϊο με Σεπτεμβρίο) και «μουσσώνες του χειμώνα» (από την στεριά στη θάλασσα – Οκτώβριο με Απρίλιο). «Μουσώνες» παρατηρούνται και σε άλλες περιοχές, όπως στην Αυστραλία, Βενεζουέλα, Δυτική Αφρική. Κεντρική Αμερική αλλά σε μικρότερη κλίμακα. Στην κατηγορία αυτή των ετήσιων περιοδικών ανέμων εντάσσονται και οι “Ετησίαι” τα κοινώς λεγόμενα “μελτέμια” (βλέπε λέξη “Ετησίαι”)
***Μούτσος (ο): Όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας, που σημαίνει το ναυτόπαιδο. Κατ΄ επέκταση «μούτσος» είναι και ο απειρόπλους, αυτός που δεν έχει ακόμα εμπειρία.
***Μούφα (η): Κοντό κομμάτι σωλήνα για σύνδεση δύο άλλων συνεχόμενων.
***Μοχλός (ο): Είναι ένα άκαμπτο αντικείμενο, που με ένα υπομόχλιο πολλαπλασιάζει τη μηχανική δύναμη, που εφαρμόζεται. Στο σχολείο μαθαίναμε ότι ο Αρχιμήδης είχε πει «Δος μοι πα στω και τα γαν κινάσω», δηλαδή «Δώσε μου ένα μέρος να σταθώ και την γη θα μετακινήσω».
***Μπαγιέτα (η ): Είναι ένας ναυτικός όρος που αφορά σ΄ολες τις πλεκτές και μάλιστα στην πλεκτή ζώνη που χρησιμοποιούμε για να «μποτσάρουμε» την λέμβο/βάρκα στις «επωτίδες/καπόνια» της (την λέμε και «εχμάτιο/μποτσέλλα», όπως και «φασκιά)» (Βλέπε λέξεις). Το ξέρω και σαν χαλάκι για τα πόδια, έξω από την πόρτα των διαμερισμάτων τω πλοίων.
***Μπαγιέτο (το): Η κοινή ονομασία του «ρίπου» (βλέπε λέξη). ΣΧΟΛΙΟ: Το «μπαγιέτο» το βρήκα και ως «μπαλιέτο», «μπαλιέτα».
***Μπαγάζια (τα): Οι αποσκευές των επιβατών των πλοίων.
***Μπαγκέτο (το): Λέγεται ο «ρίπος συγκρούσεως» (βλέπε έκφραση), που χρησιμοποιείται για να περιορίσουμε την εισδοχή του νερού στα ύφαλα του πλοίου.
***Μπάγκος (ο): Το βρήκα να γράφεται και σαν «πάγκος» (βλέπε λέξη). Η κοινή ονομασία του «στήθους», (βλέπε λέξη). Είναι μια έξαρση του βυθού της θάλασσας, ανεξάρτητα της συστάσεώς της, που η πάνω επιφάνειά της είναι κάπως μεγάλη και είναι επικίνδυνη για την ναυσιπλοΐα.
***Μπάγκοι (οι): Η κοινή ονομασία των «σελμάτων» (βλέπε λέξη), που είναι εγκάρσιες τοποθετημένες σανίδες, για να κάθονται και να κωπηλατούν οι κωπηλάτες.
***Μπαγλάρωμα (το): Η «σύλληψη» , η «φυλάκιση», αλλά και το βαρύ ντύσιμο για την αντιμετώπιση του κρύου.
***Μπαζάρω: Γεμίζω μέχρι τα «μπούνια» (βλέπε λέξη). Ασφυκτικά γεμάτος.
***Μπαίνω σε όρμο: Κατακολπίζω, (βλέπε λέξη).
***Μπαίνω σε λιμάνι/όρμο: Εισπλέω (βλέπε λέξη).
***Μπακαλάρι/Μορφοτάρι (το): Είναι το σανίδι που διατρέχει την εσωτερική επιφάνεια των στραβόξυλων στο πάνω τους άκρο και κάτω από την κουπαστή, των ξύλινων μικρών σκαφών.
***Μπακαλάροι (οι): Η κοινή ονομασία των «δίπλακων» (Ναυπηγ.), που στηρίζεται το κατάστρωμα του «υποφράγματος», (βλέπε λέξεις).
***Μπακαλιάρος (ο): Η κοινή ονομασία του «γάδου» (βλέπε λέξη).
***Μπακίρωμα (το): Η κοινή ονομασία για την «επιχάλκωση» (βλέπε λέξη).
***Μπακλαβαδωτή αρμολογία (η): Η κοινή ονομασία της «διαγώνιας αρμολογίας» των «επιγκενίδων/μαδεριών» του «περιβλήματος/πετσώματος» της λέμβου/βάρκας.(Βλέπε λέξεις).
***Μπάλα (η): Κοινή ονομασία του «κύκλου» στη σήμανση των «γραμμών φορτώσεως» των εμπορικών πλοίων.
***Μπαλαντέζα (η): Βλέπε «λυχνία φορητή».
***Μπαλαούρο (το): Αποθήκη «ναυκλήρου/λοστρόμου/πρωρέα», που είναι στην περιοχή της πλώρης του πλοίου. Χρησιμοποιείται για φύλαξη χρωμάτων και συναφών υλικών και για έργα «εφολκίων» – «πρωρατικών». (βλέπε λέξεις). Τα εγχειρίδια Ναυτικής Τέχνης την γράφουν « ο Μπαλαούρος». Έχει μείνει και στην συνείδηση, για παλιότερη χρήση του, σαν χώρος κράτησης/ φυλάκισης.
***Μπαλαούρο των πανιών/ιστίων (το): Η κοινή έκφραση για την «ιστιοθήκη», (βλέπε λέξη).
***Μπαλατσίνι (το): Σχοινί/συρματόσχοινο που συγκρατεί την «μάτσα/κέρκο/ράντα/μπούμα»
***Μπαλάφας (ο): Στην αργκό σημαίνει ανοησία, σαχλαμάρα. Έτσι αποκαλείται ο χονδροκέφαλος.
***Μπάλες μαλακού σιδήρου της μαγνητικής πυξίδας (οι): Βλέπε «Σφαίρες μαλακού σιδήρου».
***Μπαλιέτα (η): Βλέπε λέξη «μπαγιέτο».
***Μπαλιέτο (το): Βλέπε λέξη «μπαγιέτο».
***Μπαλκόνι (το): Η γέφυρα στα τροχήλατα πλοία.
*** Μπαλκόνι πλώρης (το): Είναι το προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα στο πρόστεγο/καμπούνι της πλώρης των μικρών σκαφών.
***Μπαλκόνι της πρύμης (το): Ο εξώστης στα ιστιοφόρα πλοία. Επίσης είναι το προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα στο επίστεγο/πούπι της πρύμης των μικρών σκαφών.
***Μπάλλαστ (το): Βλέπε λέξεις «έρμα/σαβούρα».
***Μπαλόνια (τα): Η κοινή ονομασία των «παραβλημάτων» , που τοποθετούνται στις πλευρές των σκαφών, κατά το άραγμά τους σε λιμενική εγκατάσταση ή δίπλα σε πλοίο, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε ζημιά. Το ¨»μπαλόνι» που τοποθετείται στην πλώρη ονομάζεται «στρωμάτσα» γιατί έχει σχήμα που περιβάλει το «κοράκι», (βλέπε λέξεις).
***Μπαλονάκι (το): Η κοινή ονομασία του «μικρού παραβλήματος» (βλέπε έκφραση).
***Μπαλόνι (το): Η κοινή ονομασία του «παραβλήματος» (βλέπε λέξη), που βάζουμε γύρω από το σκάφος για να το προφυλάξουμε κατά τις επακουμβήσεις, στους χειρισμούς αράγματος.
***Μπαλόνι (το): Έτσι ονομάζεται και ένα ιστίο/πανί με σχήμα τριγωνοσφαιρικό, που ανεβάζουμε στη θέση του φλόκου, με τον καιρό από πρυμναίες διευθύνσεις συνήθως.
***Μπαλονόξυλο (το): Το «σπινακόξυλο» (βλέπε λέξη).
***Μπαλότσα (η): «Μπαλόνι/παράβλημα» ελαστικό, μακρόστενο, που στις δυο άκρες του έχει σχοινιά ,για να το ανακρεμάσουμε εξωτερικά του πλοίου. «Μπαλότσα» έχουν και τα ρυμουλκά και αγκαλιάζει το κοράκι της πλώρης για το «βογάρισμα».
***Μπαμ (το): Ο δυνατός κρότος από εκπυρσοκρότηση όπλου.
***Μπαμπάς (ο): Βλέπε λέξη «δέστρα».
***Μπαμπαδέλι (το): Βλέπε λέξη «καμπανέλι», ένας μικρός «κιονίσκος».
***Μπαμπαφίγος (ο): Βλέπε λέξη «παπαφίγος».
***Μπαμπότης (η): Η βάρκα του μικροπωλητή που ανεβαίνει στο πλοίο (bumboat).
***Μπανάνα (η): Εκτός από το γνωστό φρούτο, έτσι αποκαλείται και το χειριστήριο (ένας λεβιές/μοχλός) του πηδαλίου, που υπάρχει στη γέφυρα (διαμέρισμα πηδαλιούχησης) μερικών πλοίων, αντί του γνωστού τιμονιου/ρόδας.
***Μπανανάδικο (το): Το πλοίο μεταφοράς μπανάνας-φρούτο.
***Μπανέλα (η): Έλασμα από σκληρό υλικό για να κρατάει το σχήμα της «μεγίστης/μαΐστρας» (βλέπε λέξεις).
***Μπάνιο (το): Η κοινή ονομασία της «πρόσθιας πλευράς» (βλέπε έκφραση) του ιστίου/πανιού ή η «πλευρά πρόποδος» μας λέει το «Εγχειρίδια Αρμενιστού» του Π. Ναυτικού, όπου «πρόποδας» είναι το σχοινί που δένεται η μπροστινή κάτω γωνία του πανιού, δηλαδή ο «ποδίσκος, που τον γράφει και μπάνιο», στο σκάφος. Τελικά έχει επικρατήσει, η λέξη «μπάνιο» να εκφράζει την κάτω πρωραία γωνία του πανιού, καθώς και το σχοινί που την δένουμε στο σκάφος.
***Μπάνκος (ο): Το παρασκευαστήριο των εξαρτίων των πλοίων.
***Μπάντα (η): Η πλευρά του σκάφους.
***Μπάντα πανιού (η): Η πλευρά του ιστίου.
***Μπαντάρω: Δένω με «επίδεσμο» (βλέπε λέξη).
***Μπαντιέρα (η): Έτσι αποκαλείται κοινώς η πάσης φύσεως σημαία.
***Μπαντονάρω άγκυρα: Εγκαταλείπω άγκυρα και «έκταμα» (βλέπε λέξη) καδένας ,λόγω ανωτέρας βίας.
***Μπάντου: Κέλευσμα που σημαίνει «μόλα», «άφησε ελεύθερο».,
***Μπάντου όλα: Κέλευσμα όπως το «μόλα όλα» (βλέπε έκφραση).
***Μπάρα (η): Μακρόστενο αντικείμενο που χρησιμεύει για υποστήριξη ή στερέωση κλπ.
***Μπαραταρία (η): Η κοινή ονομασία της «ναυταπάτης» (βλέπε λέξη), που με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε ζημία που προκαλείται στο πλοίο, με πρόθεση, από το πλήρωμα, μη εξαιρουμένου του πλοιάρχου.
***Μπάριζα (η): Το «ποταμόπλοιο», σκάφος με μικρό βύθισμα για μεταφορά εμπορευμάτων σε κλειστά ύδατα. Η «φορτηγίδα» για τροφοδοσία. Συνεκδοχικά η «υδροφόρα» και το «μικρό πετρελαιοφόρο» για ανεφοδιασμό στο λιμάνι. (Βλέπε λέξεις).
***Μπαρκαρίζος (ο): Άνοιγμα/θυρίδα στα πλευρά του πλοίου για παραλαβή φορτίου. Το βρήκα να γράφεται και «μπαρμπαρίζος» (βλέπε λέξη).
***Μπαρκάρισμα (το): Βάζω στο σκάφος άτομα/αντικείμενα προς μεταφορά.
***Μπαρκάρω: Ακούγεται και «ιμπαρκάρω» ή και «εμβιβάζω» (βλέπε λέξεις). Επιβιβάζομαι σε πλοίο και ταξιδεύω σαν επιβάτης ή ως μέλος του πληρώματος π.χ. μπαρκάρισε σαν λοστρόμος. Αντίθετο «ξεμπαρκάρω» (βλέπε λέξη).
***Μπαρκέτα (η): Γράφεται και «παρκέτα» (βλέπε λέξη). Είναι το «δρομόμετρο» (βλέπε λέξη). Ακούγεται και «παρουκέτα».
***Μπαρκέτα (η): Λένε και την βαρκούλα στην Ζάκυνθο.
***Μπάρκο (το): Ή επιβίβαση/εργασία σε πλοίο ή τα εμπορεύματα που φορτώνονται για μεταφορά. ). «Μπάρκο», στην αργκό των ναυτικών, σημαίνει και το «μπαρκάρισμα» (βλέπε λέξη), στον δε πληθυντικό η λέξη, τα «μπάρκα» σημαίνουν τις φορές που κάποιος μπαρκάρισε. Επίσης «μπάρκο» ονομάζεται και το χρηματικό ποσό για τη ναύλωση πλοίου .
***Μπάρκο (το): Η κοινή ονομασία του «μυοδρόμωνα» (βλέπε λέξη). Παλιό τρικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο. Ονομαζόταν και «γαμπάρα» (βλέπε λέξη).
***Μπαρκομπέστια (το): Τύπος παλιού τρικάταρτου ιστιοφόρου πλοίου.
***Μπαρμπαρέσα (η): Κοινή ονομασία του «απολάβειου» (βλέπε λέξη). Με την «μπαρμπαρέσα» ,δένουμε «ουρόδεσμο/μπότσο» (βλέπε λέξεις),συγκρατούμε/αγαντάρουμε ένα σχοινί υπό ένταση/αντικείμενο.
***Μπαρμπαρίζος (ο): Βλέπε λέξη «θυρίδα».
***Μπαούλο (το): Βλέπε λέξη «κιβώτιο». Άλλες ονομασίες είναι «σεντούκι» ή «κασέλλα».
***Μπαρούμα (η): Η κοινή ονομασία του «πεισματίου» (βλέπε λέξη). Σχοινί που δένουμε/ρεμετζάρουμε τις βάρκες. Λέμε όμως «μπαρούμες» και τα μικρά βοηθητικά σχοινιά στο πλοίο.
***Μπαρούτι (το): Κοινή ονομασία της «πυρίτιδας» (βλέπε λέξη).
***Μπασαμπάγκος (ο): Στις βάρκες είναι το «υποπόδιο» (βλέπε λέξη).
***Μπάσες στεριές (οι): «Αμπασαδούρα» (βλέπε λέξη) . Χαμηλή ακτή, «χθαμαλή» (βλέπε λέξη), «αμπάσα κόστα».
***Μπασιά (η): Ο «είσπλους», η «εμβατή», (βλέπε λέξεις).
***Μπασμός (ο): Η κοινή ονομασία των «δελέατων». Στο νησί τον λέμε «μαλάγρα». Μείγμα που φτιάχνουμε από διάφορες ουσίες, προκειμένου να δελεάσουμε τα ψάρια σε μια περιχή και να συγκεντωθούν για να ψαρέψουμε.
***Μπαστέκα (η): «Μεταλλικός τρόχιλος» (βλέπε έκφραση) , για εξαρτισμό των φορτωτήρων. Επίσης την ονομασία «μπαστέκα» φέρει και ο «τονοδηγός με έντροχο» (βλέπε έκφραση).
***Μπαστέκα σπαστή (η): Στο εμπόριο , καμιά φορά, αναφέρουν έτσι τον «λυκίσκο/ματζαπλί». Εγώ έμαθα να τα διαχωρίζω, σαν «μπαστέκα» και σαν «ματζαπλί», γιατί με τον θόρυβο του πλοίου και την βιάση, μπορεί να γίνει κάποιο λάθος .
***Μπαστιχάγιο (το): Είναι ένα ζωνάρι, που στηρίζεται περιμετρικά πάνω στην άκρη του καταστρώματος και προστατεύει τους επιβαίνοντες από τα γλιστρήματα.
***Μπαστούνι (το): Η κοινή ονομασία του «δορατίου» των ιστιοφόρων πλοίων. Το βρήκα στον «Μπαμπινιώτη» ότι είναι ο «πρόβολος» των ιστιοφόρων, αλλά αυτός είναι το «μομπρέσο», δηλαδή ο ιστός που προεξέχει προς τα πλώρα, ενώ το «μπαστούνι/δοράτιο» είναι μια προέκταση του «προβόλου», σαν να λέμε κάτι σαν «επιστήλιο» (βλέπε λέξεις).
***Μπαστούνι (το): Η κοινή ονομασία του «δοράτιου», των μικρών ιστιοφόρων/λέμβων, που προεξέχει,οριζόντια, από το «κοράκι της πλώρης», σαν «πρόβολος» και ασφαλίζουμε τον «φλόκο».(Βλέπε λέξεις). ΣΧΟΛΙΟ: Το βρήκα και σαν «τσιμπούκι», αλλά «τσιμπούκι» είναι η κοινή ονομασία του «επιστηλίου» (βλέπε λέξη), όπως γράφει και το επίσημο εγχειρίδιο «Ναυτικής Τέχνης» του Π.Ναυτικού και το «Ονοματολόγιον Ιστιοφόρων 1890» του Η.Κανελλόπουλου.
***Μπαστούνι του φλόκου (το): Η κοινή έκφραση για το «δοράτιο του αρτέμονα»,που είναι πάνω και παράλληλο με τον «πρόβολο/μπομπρέσο».(Βλέπε λέξεις).
***Μπαστούνια (τα): Η κοινή ονομασία των «δορατίων», δηλαδή των ξύλινων ράβδων που πρόσθεταν στα ακροκέραια των ιστιοφόρων πλοίων, προκειμένου να αναρτήσουν πρόσθετα πανιά και να αυξήσουν την ταχύτητα στις «πρύμα» πλεύσεις. (Βλέπε λέξεις).
***Μπαταγιόλα (η): Άλλη ονομασία για το «κικλίδωμα», την «ερκάνη» (βλέπε λέξεις), που τοποθετείται στα καταστρώματα για την προστασία των επιβαινόντων στο πλοίο.
***Μπαταριά (η): Η ομαδική εκπυρσοκρότηση.
***Μπατάρω: Λέγεται και «μπατέρνω». Ανατρέπομαι. Γέρνω προς τη μία πλευρά. Τουμπάρω. Κατ΄επέκταση λέμε «μπατάρει ο καιρός ή η μέρα» και εννοούμε ότι «γυρίζει/αλλάζει ο καιρός/μέρα».
***Ματζαπλί (το): Ο σιδηρόδετος «τρόχιλος/μακαράς» που χρησιμοποιείται για ανύψωση βαρέων αντικειμένων.
***Μπάτης (ο): Η κοινή ονομασία του «εμβάτη» , που είναι κι αυτός ένας «εγκολπίας» όπως η «μπουκαδούρα » και η «εξωδούρα», (βλέπε λέξεις).
***Μπατιέρα (η): Την λέμε και «παντιέρα», η Σημαία.
***Μπατικούλο (το): Κοινή ονομασία του σχοινιού της «ανάβασης/κατάβασης» του «επιστηλίου» (βλέπε λέξη), των ιστιοφόρων πλοίων.
***Μπάφα (η): Ο θηλυκός κέφαλος. Το ψάρι που παίρνουμε το ψαρόλαδο και περνούσαμε τα συρματόσχοινα.
***Μπαφιάζω: Κουράστηκα ψυχικά.
***Μπέζα (η): Η κοινή ονομασία της «σφενδόνης» (βλέπε λέξη). Την χρησιμοποιούμε για να βραχύνουμε προσωρινά ένα σχοινί. ,Διάβασα ότι την λένε και «μαργαρίτα», ο δε Πλοίαρχος Π. Σεγδίτσας Π.Ν. στο βιβλίο του «Οι κοινοί ναυτικοί μας όροι» αναγράφει «Ο γράφων ήκουσεν τον καπετάνιον ρυμουλκού να λέει εις έναν ναύτην του:-μωρέ ,κάνε του μια δυό μαργαρίτες για να κοντύνει.»
***Μπεζόβολος (ο): Κοινώς ο «πεζόβολος» (βλέπε λέξη), το κυκλικό δίχτυ, που το ρίχνουμε από την στεριά.
***Μπέι (το): Έτσι αποκαλείται στη ναυτική αργκό ο Κόλπος του Βισκαϊκού. Βγάζει άγριες θάλασσες αυτός ο κόλπος.
***Μπεκ (το): Ο ψεκαστήρας, συσκευή που εκτοξεύει καύσιμο ύλη.
***Μπέλμπερης (ο): Η κοινή ονομασία της «φωσωνίδας» (βλέπε λέξη). Το σταυρωτό πανί του «επιδρόμου/πρυμνιού» καταρτιού, των ιστιοφόρων πλοίων, που είναι το δεύτερο σταυρωτό πανί από την κορυφή του καταρτιού.
***Μπενζίνα (η): Η βενζινοκίνητος «άκατος» (βλέπε λέξη).
***Μπεντένι (το): Κάβος/σχοινί του σκάφους, που περνάμε γύρω από την δέστρα, εκτός πλοίου, χωρίς να τον δέσουμε και κρατάμε, στο κατάστρωμα, τις δύο άκρες του, που τις ασφαλίζουμε εμείς. Όταν θέλουμε να αποπλεύσουμε, μολάρουμε/αφήνουμε την μια άκρη του κάβου κι έτσι απελευθερώνουμε τον κάβο από την δέστρα στην στεριά, χωρίς βοήθεια.
***Μπελού (η): Η κοινή ονομασία της «λιβυρνίδας», που ήταν ένας τύπος πολεμικού πλοίου της περασμένης εποχής.
***Μπερντέδες (οι): Η κοινή ονομασία των «παρασκηνίων» (βλέπε λέξη), που αναρτώνται στις πλευρές των σκηνών του πλοίου για ευνόητους λόγους.
***Μπετζιρόλαδο (το): Βλέπε λέξη «λινέλαιο» για τις μπογιές/χρώματα.
***Μπίγα (η): Ο ανυψωτικός «γερανός» του πλοίου, «φορτωτήρας» (βλέπε λέξεις).
*** Μπιγκότα (η): Το βρήκα και «μπιγότα». Η κοινή ονομασία του «λοβού» (βλέπε λέξη). Ξύλινη «ροδάτζα/ψέλιο».
***Μπιγότα (η): Βλέπε λέξη «μπιγκότα».
***Μπιέλα (η): Η κοινή ονομασία του «εμβόλου/διωστήρα/πιστονίου»), βλέπε λέξεις).
***Μπιελάρ: Βλάβη σε μηχάνημα, που δεν είναι δυνατόν να επισκευαστεί
***Μπίζνες (οι): Οι δουλειές, οι επιχειρήσεις.
***Μπικεριές (οι): Βλέπε λέξη «διαδοκίδες». Τα δοκάρια που τοποθετούνται κατά το διάμηκες του σκάφους για να κρατάνε στις αποστάσεις τους τα «ζυγά/καμάρια».
*** Μπικεριά ή Πικεριά (η): Στα μικρά ξύλινα σκάφη είναι παρόμοια με τις «μπικεριές/διαδοκίδες» των πλοίων, δηλαδή είναι η διαμήκης ενίσχυση, που κρατάει στις αποστάσεις τους τα ζυγά, σε περιοχές που υπάρχουν ανοίγματα πάνω στην κουβέρτα, για τη δημιουργία της οποιασδήποτε υπερκατασκευής.
***Μπιλιέτο (το): Το εισητήριο.
***Μπίμπιλο κατάρτι (το): Το «τσιμπούκι», επίσημα το «επιστήλιο». Το πάνω μέρος του καταρτιού (βλέπε και λέξη «επιστήλιο»)
***Μπίντα (η): Κοινώς η «δέστρα»,(βλέπε λέξη). Η περισσότερο χρησιμοποιούμενη λέξη στο ναυτικό.
***Μπλάβος (ο): Το γαλανό χρώμα του ουρανού.
***Μπλακάουτ (το): Η συσκότιση (βλέπε λέξη) απόρροια βλάβης/αδυναμίας παροχής ενέργειας.
***Μπλέ (το): Το χρώμα της θάλασσας και της Σημαίας μας. Μια κοινή έκφραση που διάβασα είναι «τα μπλου τα ναυτικά ,να μην τα ξαναβάλεις πια».
***Μπλέματα (τα): Ψαράδικη έκφραση για περιοχή του βυθού της θάλασσας, που μπλέκονται τα εργαλεία αλιείας, τα λεγόμενα «γκρίφια» (βλέπε λέξη).
***Μπλοκάρω: Κάνω αποκλεισμό, αποκλείω.
***Μπλόκο (το): Ο αποκλεισμός.
***Μπλου-πριντ (η): Βλέπε έκφραση «κυανή ηλιοτυπία».
***Μπλούζα (η): Το ρούχο που καλύπτει το πάνω μέρος του σώματος.
***Μπογάζι (το): Λέγεται και «μπουγάζι». Μια απ΄ τις ονομασίες που ακούγεται για την στενή θαλάσσια δίοδο , τον «δίαυλο» (βλέπε λέξη), το στενό πέρασμα. Το λέμε και για τον αέρα, αν και στη στεριά το ίδιο πέρασμα, αλλά μεταξύ των υψωμάτων αποκαλείται κοινώς «δερβένι», όμως το ρεύμα του αέρα, λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους ,ονομάζεται «μπουγάζι». «Μπογάζι» λένε και το στόμιο του ιχθυοτροφείου.
***Μπογιά (η): Κοινή ονομασία της «χρώματος» (βλέπε λέξη).
***Μπογκέτες (οι): Η κοινή ονομασία των «εχματίων» (βλέπε λέξη). Τις «μπογιέτες/φασκιές/μποτσέλλα» τις χρησιμοποιούμε για να το μποτσάρισμα των λέμβων.
***Μποκαδούρα (η): Βλέπε λέξη «μπουκαδούρα». «Μποκαδούρα/μπουκαδούρα» λέμε και το στόμιο του ανεμοδόχου».
***Μπουμ (το): Βλέπε «μπαμ».
***Μπόμαν (ο): Μια άλλη ονομασία του «αντλιωρού» (βλέπε λέξη), του ατόμου που χειρίζεται τις ανλίες του πλοίου.
***Μπόμπα (η): Λέγεται ο μηχανισμός που χειροκίνητα βιράρουμε την άγκυρά μας στα σκάφη.
***Μπόμπα (η): Λέγεται και η «βόμβα» (βλέπε λέξη).
***Μπομπάρδα (η): Είδος ιστιοφόρου σκάφους. Το «γολετόβρικο», ο «μυοπάρων» (βλέπε λέξεις).
***Μπομπάρω : Βλέπε λέξη «πομπάρω».
***Μπομπέ (το): Ο κυρτός, το αντίθετο του κοίλου.
***Μπομπρέσο (το): Η κοινή ονομασία του «πρόβολου» (βλέπε λέξη). Στην ουσία λογίζεται σαν κατάρτι (πολύ επικλινές ή οριζόντιο), στην αυτή κατεύθυνση με τον διαμήκη άξονα του σκάφους. Εξέχει της πλώρης και πάνω του στηρίζεται, παράλληλα και προεκτείνεται το «μπαστούνι του φλόκου» (βλέπε έκφραση).
***Μπονάτσα (η): Την λέμε και «μπουνάτσα» . Είναι η «γαλήνη» της θάλασσας , η «λιπαρά γαλήνη» της κατάστασης της θάλασσας, η «κάλμα».(βλέπε λέξεις).
***Μπόντεν (τα): Αβαθείς κολπώσεις (μέχρι 2 οργιές βάθος) με αμμουδερές ακτές, συνήθως σε αμφίγεια/στενά.
***Μπορ (το): Ο γύρος του καπέλου. Ο «γείσος» (βλέπε λέξη).
***Μπόρα (ο): Ονομασία ανέμου στην Αδριατική από βόρειες διευθύνσεις. Η εγκυκλοπαίδεια γράφει ότι είναι τέτοια η σφοδρότητά του, ώστε παλιότερα στην Τεργέστη δένανε στους δρόμους χειραγωγούς, για να κρατιόνται οι διαβάτες. Η λέξη «μπόρα» λέγεται και όταν έχουμε «καταιγίδα» ή «θύελλα» (βλέπε λέξεις).
***Μπόρα (η): «Μπόρα» ή και «όμβρος» λέγεται και το μέγεθος της σταγόνας όταν είναι μεγάλο και χαρακτηρίζεται από τον τρόπο πτώσης, τις διακυμάνσεις στην ένταση και το απότομο της έναρξης/λήξης της βροχής.
***Μπορντάδα (η): Κοινή ονομασία της διαδρομής του πλαγιοδρομούντος ιστιοφόρου ,είτε αυτή γίνεται με «αναστροφή/τακ» , είτε με «υποστροφή/βόλτα ποδιστά ».
***Μπόσικο (το): Χαλαρό. Το αντικείμενο που δεν είναι στερεά στερεωμένο.
***Μπότα (η): Το ψηλό παπούτσι.
***Μπότζα (το): Η «υποστροφή», «τσίμα», η στροφή να πάρουμε τον καιρό από πρυμναίες διευθύνσεις.
***Μπότζα αλα μπάντα: Κέλευσμα για «υποστροφή» (βλέπε λέξη). Συνηθίζεται στην ιστιοπλοϊα.
***Μπότζι (το): Λέγεται και «μπόντζι» (βλέπε λέξη) . Όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας, όταν έχουμε «διατοιχισμό» (βλέπε λέξη) και κλυδωνίζεται το σκάφος από την κατάσταση της θάλασσας (παίρνει κλίσεις προς την μία στην άλλη πλευρά).
***Μποτζάρω: Διατοιχίζομαι.
***Μποτσάρω: Εχμάζω (βλέπε λέξη), στερεώνω, σιγουρεύω, αλληλοδετώ.
***Μποτσέλα (τα): Τα «εχμάτια/μπεγιέτα/ζώνη πλεκτή» (βλέπε λέξεις).
***Μπότσοι τιμονιού (οι): Η κοινή ονομασία των «ζευτηριών» (βλέπε έκφραση), που δεν είναι άλλο παρά οι ασφάλειες για να μην χάσουμε το πηδάλιο.
***Μπότσος (ο): Η κοινή ονομασία του «ουρόδεσμου» (βλέπε λέξη). Ο «μπότσος» είναι ένας δεσμός που κάνουμε με την «μπαρμπαρέσα» (βλέπε λέξη).
***Μπότσος του τσιμπουκιού (ο): Σχοινί ασφαλείας για την περίπτωση θραύσης του κυρίως σχοινιού τοποθέτησης του επιστηλίου, στα ιστιοφόρα πλοία.
***Μπουγάδα (η): Το πλύσιμο.
***Μπουγάζι (το): Βλέπε «μπογάζι».
***Μπουγέλο (το): Ο «κουβάς/κάδος/αντλίον/γερδέλι» , (βλέπε λέξεις).
***Μπουγιαμπέσα (η): Η «κακκαβιά» (βλέπε λέξη), η σούπα των ψαράδων.
***Μπούγιο (το): Η ορμή, το όρμημα, η ενοχλητική φασαρία.
***Μπουγιότα (η): Η «θερμοφόρα», (βλέπε λέξη).
***Μπούζι (το): Πολύ κρύο, παγωνιά.
***Μπουζί (το): Κοινή ονομασία του «σπινθηριστή» (βλέπε λέξη). Στις βενζινομηχανές σκαφών, δίνει τον απαιτούμενο ηλεκτρικό σπινθήρα για ανάφλεξη.
***Μπουζοκαλώδιο (το): Το καλώδιο ρεύματος από τον διανομέα στο μπουζί.
***Μπουζόνι (το): Σιδερένιο κυλινδρικό στέλεχος με βόλτες για να βιδώνει και πεπλατισμένη κεφαλή.
***Μπούκα (η): Το στόμιο (βλέπε λέξη).
***Μπουκαδούρα (η): Λέγεται και «μποκαδούρα» και είναι η κοινή ονομασία του «εγκολπία» (βλέπε λέξη). Άνεμος που εκδηλώνεται στο στόμιο/μπούκα των κόλπων (όπως ο Σαρωνικός) και πνέει προς τον μυχόν/εσώτατο τμήμα του κόλπου. Διαφέρει λίγο του «μπάτη», μιας και είναι πιο ασθενής απ΄αυτόν, αλλά και οι δύο είναι εγκολπίες.
***Μπουκαπόρτα (η): Κοινή ονομασία της κανονιοθυρίδας και τελικά τις μικρής «θυρίδας» (βλέπε λέξη «θυρίδα/θυρίδες»).
***Μπουκαπόρτες (οι): Κοινή ονομασία των ξύλινων καλυμμάτων, που μπαίνουν στα στόμια των «κυτών/αμπαριών», που λέγονται και «κουβούσια» και κλείνουν ερμητικά.
***Μπουκάρω: Μπαίνω μέσα με ορμή.
***Μπουλμές (ο): Κοινή ονομασία του «διαφράγματος» στα σκάφη (βλέπε λέξη).
Τον λέμε και «φρακτή» ή και «διαχωριστικό».
***Μπουλόνι (το): Σιδερένιο κυλινδρικό στέλεχος, που στο ένα άκρο του έχει κεφάλι πιο μεγάλο και το άλλο έχει στροφές, για να βιδώνει το περικόχλιο/παξιμάδι. Καμιά φορά , αντί για στροφές, έχει οπή/τρύπα για να περνάει εφηλίδα/ασφάλεια. Στην περίπτωση που είναι από ξύλο το λέμε
«βλήτρο/ξυλοκάρφι». Είναι ένας «πείρος» και τον χρησιμοποιούμε για να συνδέσουμε δυο τεμάχια.
***Μπουμ-βανγκ (το): Έτσι ονομάζουν οι ιστιοπλόοι μας το «σύσπαστο/παλάγκο», που συγκρατεί/στηρίζει την «μάτσα», κάτι σαν «επίτονος/βέντο» της «μάτσας», (βλέπε λέξεις).
***Μπούμα (η): Η κοινή ονομασία του «επιδρόμου» (βλέπε λέξεις «επίδρομος» και «ιστίο»). Το τραπεζοειδές ιστίο/πανί, που προσδένεται πίσω από τον τρίτο ιστό/κατάρτι του ιστιοφόρου πλοίου και στην κορυφή του αναρτάται από «κέρας/πίκι» (βλέπε λέξεις). Στα ιστιοφόρα πλοία και στον πληθυντικό, «μπούμες», σημαίνει, συλλήβδην, όλα τα ιστία/πανιά, είτε αυτά είναι τραπεζοειδή είτε ημιόλια. «Μπούμα» λέμε και αλλιώς την «μάτσα/ράντα/κέρκο». Την λέξη «μπούμα» την βρήκα να αναφέρεται και ως «ποδεώνας», δηλαδή την προς τα πρύμα κάτω γωνία του ιστίου/πανιού.
***Μπούμα της μπίγας (η): Έτσι αποκαλείται από τους ναυτικούς και το κινητό μέρος της μπίγας.
***Μπούμας τσούντα: Η «υπέρα/μαντάρι», το «αγόμενο/σχοινί» με το οποίο σηκώνεται το «τέθρο/άκρη του πικιού/άκρη του κέρατος» (βλέπε λέξεις).
***Μπουμπουλίνα (η): Η εγκυκλοπαίδεια θα γράψει «Υπέροχος γυναικεία προσωπικότης του Αγώνος, αυτόχρημα Αρτεμισία της ναυτικής ιστορίας των νεωτέρων χρόνων». (Αρτεμισία, η βασίλισσα της Αλικαρνασσού στη ναυμαχία της Σαλαμίνας).
***Μπουνάτσα (η): Βλέπε λέξη «μπονάτσα».
***Μπούνι (το): Κοινή ονομασία του «ευδιαίου» (βλέπε λέξη).Οι οπές/τρύπες για να φεύγουν στη θάλασσα τα νερά των καταστρωμάτων. Λέμε για το κατάφορτο πλοίο «φορτωμένο μέχρι τα μπούνια».
***Μπούνια (η): Ο «ποδεώνας/ποδιώνας» (βλέπε λέξη).
***Μπούνιες/ποδεώνες (οι): Λέγονται οι κάτω γωνίες των «ιστίων/πανιών», δηλαδή η πρωραία και η πρυμναία γωνία, που το πάλαι ποτέ ήταν επενδεδυμένες με δέρμα.
***Μπουντέλια (τα): Λέγονται και «πουντέλια» (βλέπε λέξη). Τα «κάγκελα/κιγκλίδωματα», δηλαδή στηλίδια, που τοποθετούνται περιφερειακά στα καταστρώματα των σκαφών, για να υποστηρίζουν τα «ρέλια» (συρματόσχοινα/καδενίτσες/σιδερένιες ράβδους), που τοποθετούνται για την ασφάλεια των επιβαινόντων.
***Μπουντέλια (τα): Με την λέξη αυτή εννοούμε τα υποστυλώματα του καταστρώματος/κουβέρτας στα μικρά ξύλινα σκάφη.
***Μπουντελιάρισμα (το): Η στήριξη του πλοίου στην δεξαμενή με δοκάρια.
***Μπούρδα (η): Ο σάκκος, το τσουβάλι.
***Μπουρίνα (η): Όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας της ιστιοφόρου ναυτιλίας, που σημαίνει τον «πλαγιαστήρα» (σχοινί που δένεται στα πλάγια του ιστίου, με σκοπό να έλξει την προσήνεμη πλευρά του, όσο παίρνει, προς τον άνεμο. Από αυτό βγαίνει το «αρμενίζω τόκα μπουρίνα» ή «στην μπουρίνα», που είναι πλεύσεις με ονομασία «εγγυτάτη» ή «κλειστή πλαγιοδρομία».
***(Με την) Μπουρίνα (η): Βλέπε «Κλειστή Πλαγιοδρομία/Εγγυτάτη».
***Μπουρινάρω: Σημαίνει «έλκω τους «πλαγιαστήρες» (βλέπε «μπουρίνα») στο όριο/όσο παίρνει, και όταν αναφερόμαστε στον καιρό, το «μπουρινάρει» σημαίνει «ο καιρός το στρίβει σε κακοκαιρία».
***Μπουρίνι (το): Απότομη και μικρής διάρκειας αύξηση της έντασης του αέρα και καμιά φορά, με συνοδεία βροχής, αστραπών και βροντών. Αποτελεί προγνωστικό μετάπτωσης σε γερό βοριά («Προβεντζάρει ο καιρός» λέμε).(Βλέπε και λέξη «λαίλαπας»).
***Μπουρλοτιέρης (ο): Το άτομο που βάζει μπουρλότο (βλέπε λέξη) σε πλοίο.
***Μπουρλότο (το): Κοινή ονομασία του «πυρπολικού» (βλέπε λέξη).
***Μπουρού (η): Η κοινή ονομασία της «βυκάνης» (βλέπε λέξη). Άλλες ονομασίες «βούκινο» ή και «κοχύλα».
***Μπουρσάς (ο): Ραβδί που μπαίνει στον υδροσυλλέκτη για να μετρήσουμε την ποσότητα των υδάτων.
***Μπούρτζι (το): Κοινή ονομασία του πυροβολείου σε νησάκι.
***Μπούσουλας (ο): Η κοινή ονομασία της «πυξίδας» (βλέπε λέξη).Λέμε «Χάνω τον μπούσουλα», όταν βρισκόμαστε σε σύγχυση.
***Μπούσουλας της ρότας (ο): Είναι η «ιθυντηρία πυξίδα» (βλέπε έκφραση).
***Μπουταφόρες (οι): Η κοινή ονομασία των «ολκών/μπράτσων» που ακινητοποιούν στην οριζόντια θέση τον «λεμβούχο/βαρδαλάντσα»,(βλέπε λέξεις).
***Μπουτόν (το): Ο διακόπτης, το κουμπί που ενεργοποιούμε το σύστημα.
***Μποφόρ (τα): Είναι ένας εμπειρικός τρόπος μέτρησης της έντασης των ανέμων. Βασίζεται στην παρατήρηση των αποτελεσμάτων του ανέμου στη στεριά και τη θάλασσα.
***Μπραβούρα (η): Η γενναιότητα, το θάρρος.
***Μπραγκάτσες (οι): Οι «σταθμίδες» (βλέπε λέξη), που είναι μακρόστενα δοκάρια από ξύλο ή σιδερένια, κατά μήκος του σκάφους και έχουν σκοπό να ενισχύσουν το πυθμένα του,το κατάστρωμά του και γενικά τα εξωτερικά ελάσματά του.
***Μπράντα (η): Η «αιώρα» (βλέπε λέξη).
***Μπράτσα (τα): Κοινή ονομασία των «κερούλκων» (βλέπε λέξη). Δηλαδή οι ολκοί/καλώδια χειρισμού μιας οποιασδήποτε κεραίας/αντένας.
***Μπρατσάρω: Σημαίνει «κερουλκώ», ήτοι χειρίζομαι τα «μπράτσα» (βλέπε λέξη) της κεραίας.
***Μπρατσάρω κόντρα: «Αντιμεθελκώ», «αντηνεμώ», «
αντικερουλκώ» τα πανιά/ιστία (βλέπε λέξεις).
***Μπρατσέρα (η): Βλέπε λέξη «βρατσέρα».
***Μπράτσο (το): Στην ιστιοπλοΐα λέγεται η απόσταση μεταξύ δύο συνεχόμενων στροφών στην όρτσα πλεύση.
***Μπρατσόλι (το): Κοινή ονομασία του «αγκώνα» (βλέπε λέξη). Η γωνιακή σύνδεση μεταξύ του σκελετού του πλοίου και της επένδυσης. Ανάλογη είναι και η χρήση τους στα μικρά ξύλινα σκάφη για οπουδήποτε απαιτείται.
***Μπριγαντίνι (το): Είδος κωπήλατου/ιστιοφόρου σκάφους.
***Μπρίκι (το): Τύπος ιστιοφόρου πλοίου. Το λένε και «βρίκι» (βλέπε λέξη).
***Μπρίντα (η): Κοινή ονομασία του «διάξυλου» (βλέπε λέξη), που είναι κομμάτι ξύλου/σιδήρου που τοποθετείται εγκάρσια των άλλων.
***Μπρούλια (τα): Συστολείς, για το τέντωμα σχοινιών, που στηρίζουν ιστούς και αντένες.
***Μπρουτζοκόλλημα (το): Το ορειχαλκοκόλλημα
***Μπρούντζος (ο): Ο ορείχαλκος, που η σύνθεσή του για τα πλοία είναι κράμα 62% χαλκού, 37% ψευδαργύρου και 1% κασσίτερου.
***Μπώνκερ Σι/Bunker “C” (το): Το πετρέλαιο λεβήτων που χρησιμοποιείται στους ατμολέβητες των εμπορικών πλοίων.
***Μ.Τ.Ν. : Μετοχικό Ταμείο Ναυτικού.
***Μυδραλιοβόλο (το): Επαναληπτικό, ελαφρό/ βαρύ πολεμικό όπλο.
***Μύκητας (ο): Βλέπε «μυκητοειδής άγκυρα».
***Μυκητοειδής άγκυρα (η): Η λεγόμενη «μύκητας» ή και «μανιτάρι» (βλέπε λέξεις), που είναι κατάλληλη για καραβοφάναρα/ναύδετα/σημαντήρες. Σε βυθό από λάσπη «θάβεται» και δεν ξεκολλάει.
***Μυκώμαι: Εκβάλω υπόκοφο και παρατεταμένο ήχο. Βοώ. Μουγκίζω. Λέμε «Η θάλασσα μυκάται λυσσασμένα».
***Μυοδρόμωνας (ο): Κοινώς «γαβάρα» ή «μπάρκο» (βλέπε λέξεις). Τύπος ιστιοφόρου πλοίου.
***Μυοκτονία (η): Μια βασική ενέργεια για την εξολόθρευση των ποντικών και ζωϊφίων, που αποβλέπει στην προστασία της υγείας των επιβαινόντων στο πλοίο καθώς και στο φορτίο του.
***Μυοπάρωνας (ο): Κοινώς «γολετόμπρικο» ή «σκούνα» (βλέπε λέξεις) . Τύπος ιστιοφόρου πλοίου.
***Μύομμα (το): Το «δαχτυλίδι» που κατασκευάζουμε με σχοινί, για να πλαισιώσουμε ένα «ψέλιο/ροδάτζα», προκειμένου να προσδέσουμε τους «πόδες/σκότες» στις γωνιές των «ιστίων/πανιών». Υπάρχει και η περίπτωση να κάνουμε «μύομμα/δαχτυλίδι» ανεξάρτητα από την ύπαρξη ροδάτζας.
***Μυουρίζω: Κάνω την άκρη του σχοινιού σαν «καβίλια» (βλέπε λέξη) για να περνάει από στενή είσοδο.
***Μύουρο (το): Κοινή ονομασία «καβίλια του σχοινιού» (βλέπε έκφραση). Κατασκευή της άκρης του σχοινιού, για να περνάει εύκολα από στενά περάσματα και για καλλωπισμό.
***Μυρίκη (η): Κοινώς «αρμυρίκι» (βλέπε λέξη). Το φυτό/δένδρο που φύεται στις παραλίες.
***Μυρμήγκια (τα): Βλέπε λέξη «μύρμηκες».
***Μύρμηκες (οι): Κοινώς «μυρμήγκια» (βλέπε λέξη). Συστάσδα μικρών βραχονησίδων , μαζεμένες κοντά.
***Μυρτώο πέλαγος (το): Η εγκυκλοπαίδεια γράφει ότι «Μυρτώο πέλαγος περιλαμβάνει το τμήμα του Αιγαίου το απλούμενον ΒΔ, της νοητής γραμμής της ενούσης τον Μαλέαν προς τον Γαιρεστόν (σημερινό Καστρί) της Ευβοίας». Στο μυαλό μου είναι μια υποδιαίρεση του Αιγαίου Πελάγους που περιλαμβάνεται βόρεια από την νοητή γραμμή Άκρας Μαλέα- ΝΔ άκρα ν. Μήλου και δυτικά από τις δυτικές ακτές ν. Μήλου, ν,Σερίφου, ν.Κέας μέχρι Καστρί Ευβοίας.
***Μυς (ο): Κοινώς ο ποντικός/αρουραίος. Το τρωκτικό. Η μάστιγα των πλοίων.(Βλέπε και «μυοκτονία»).
***Μύτη καραβιού (η): Με την εκφραση αυτή εννοείται το «κοράκι της πλώρης/στείρα» (βλέπε λέξη).
***Μυχός κόλπωσης (ο): Η εσώτατη/ενδότατη διείσδυση της κόλπωσης στην ακτή. Όταν έχουμε δύο κολπώσεις εκατέρωθεν ενός ισθμού, οι μυχοί των ονομάζονται «αμφίπυγοι μυχοί» (βλέπε έκφραση).
***Μωλιάτικα (τα): Τα δικαιώματα για την χρήση των μώλων.
***Μώλος (ο): Γράφεται και «μόλος» (βλέπε λέξη). Ο κύριος σκοπός ενός μώλου είναι η προστασία του λιμανιού από την επίδραση των κυμάτων. Ο «μώλος» είναι ένας πρόβολος, σαν βραχίονας, που αρχίζει από την ξηρά και σκοπό έχει να περιβάλλει και να προφυλάσσει ορισμένη υδάτινη επιφάνεια, που χρησιμοποιείται σαν λιμάνι. Τέτοιοι μώλοι κάθετοι προς την ακτή και συμπληρωμένοι με τεχνικά έργα χρησιμεύουν σαν προβλήτες/αποβάθρες για την προσέγγιση πλοίων και φορτοεκφόρτωση, μια συμπαγής κατασκευή λιθορριπής /μεγάλων λίθων που χρησιμεύει ως προβλήτας ή κυματοθραύστης ή και τα δύο.